Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Ιστορίες με αλάτι (11) Ο κύριος Κ.





Ο κύριος Κ. είχε για παρατσούκλι ένα επάγγελμα που δεν το έκανε ποτέ. Ψηλός, λιγνός, από τους ανθρώπους που όταν είναι μικροί δείχνουν μεγαλύτεροι από την ηλικία τους και όταν μεγαλώσουν μικρότεροι μάλλον γιατί δεν πιάνουν ποτέ λίπος απάνω τους,  ούτε στα μικράτα του γιατί δεν είχε να φάει, ούτε στα γεράματα γιατί  το λιτοδίαιτον ήτανε πια τρόπος ζωής, Το όνομά του και το επίθετό του είχαν ξεχαστεί, όλοι τον ήξεραν με το παρατσούκλι του.

Ανθρωπος της δουλειάς και του χρήματος, κυνήγαγε κάθε ευκαιρία να το βγάλει...Από εξοχικός καφετζής τα καλοκαίρια μέχρι εργάτης για όλες τις δουλειές τον χειμώνα. Η πρώτη φορά που άκουσε το όνομά του ήταν ένα καλοκαίρι του 50, έπαιζε δυνατά και συνέχεια Καζαντζίδη στο καφενείο του και τον βρίζανε οι γειτόνοι που κοιμότουσαν από τις εννιά! Κι όμως του τότε πιτσιρικά του άρεσε το "ινανάϊ γιαβρούμ" κι η "ζιγκουάλα".
Υστερα χάθηκε για μεγάλο διάστημα, κάποιος λεφτάς έφιαξε ένα μεγάλο αγρόκτημα και τον είχε υποτακτικό. Τον έβλεπε μόνο με τις μεγάλες ζέστες του καλοκαιριού να ψάχνει στα κοιλώματα των βράχων για αλάτι, είχαν την ίδια πετριά. Στην θάλασσα δεν έμπαινε, ίδια κι απαράλλαχτα με τους επαγγελματίες ψαράδες που δεν παίζουν μαζί της, την σέβονται γιατί από αυτήν βγάζουνε το ψωμί τους.
 Με τα χρόνια έκανε σερμαγιά κι άφησε την δουλειά του υποτακτικού κι άνοιξε μάντρα με υλικά οικοδομών. Ηταν τα χρόνια που ο έλληνας έκτιζε το εξοχικό του, τα χρόνια του Αντρέα και τα μπάνια του λαού. Το αφεντικό του κάτι ψυλλιάστηκε άφησε την υγιεινή ζωή στην επαρχία και μετακόμισε στην Αθήνα και την πολιτική. Το μέλλον τον δικαίωσε και αρχηγός κόμματος έγινε και υπουργός. Ο Κ. μοίραζε τούβλα και κεραμίδια με το φορτηγό του κι αγόρασε ένα τρεχαντηράκι να ρίχνει κάνα δίχτυ για το ψαράκι της φαμιλιάς του.

Κείνα τα χρόνια, νωρίς ένα καλοκαίρι ένα πεντόκιλο λαβράκι γύρναγε στα μισό μέτρα νερά του μικρού λιμανιού. Το βλέπανε όλοι οι εραστές της πετονιάς και δοκιμάζανε ότι δόλωμα είχανε ακούσει από ζωντανό ψαράκι μέχρι ποντίκι κι από γαρίδα μέχρι καλαμάρι χωρίς επιτυχία. Σταθερός ο γράφων στην επιλογή του ολού για το λαβράκι έτρωγε ώρες στα σκαλάκια βλέποντας το λαβράκι να τρέχει βολίδα προς τον ολό μόλις τον πέταγε στην θάλασσα, να τον μυρίζει και να φεύγει. Ο Κ. πέρασε από εκεί και του είπε "δεν είναι για σένα αυτό το ψάρι", ο ίδιος έριξε με παστή σαρδέλλα αλλά δεν τόπιασε.
Ενα βράδυ ο γράφων βγήκε για μπαλαδάκια και με την καθετή έπιασε ένα χταπόδι σκάρτο κιλό. Με το χάραμα πήγε στα σκαλάκια για χτύπημα και γούλιασμα, δόλωσε τον ολό, έριξε την πετονιά του και σήκωσε το χταπόδι να το κτυπήσει όταν είδε την πετονιά του να τρέχει.
Ογδόντα μέτρα καρούλι είχε και το ψάρι το πήρε όλο, φοβότανε να το κοντράρει. Το ψάρι σταμάτησε την στιγμή που σκεπτότανε να κολυμπήσει μαζί με το καρούλι ή να μπει στην βάρκα του και να το πάρει στο κατόπιν. Το ψάρι ερχότανε σιγά-σιγά αλλά το άφηνε λάσκα όταν κοντράριζε, φοβότανε η 25άρα πετονιά του μην ήταν κάπου αδυνατισμένη και σπάσει. Τελικά φάνηκε ένας γνωστός του ψαράς με την βάρκα του και το απόχιασε. Τούδωσε το μπαξίσι του κι έμεινε να θαυμάζει το ψάρι που "δεν ήταν γι αυτόν".
Πέντε κιλά και 50 γραμμάρια έδειξε στην παλάντζα του κρεοπώλη το ψάρι, στεγνό. Το μυστήριο της τροφής του λύθηκε από το στομάχι του : γεμάτο σκληρά καβούρια της φυκιάδας κι ένα σκουρλιάμπι πρόσφατο, φαίνεται πως είχε τελειώσει τα καβούρια της περιοχής και το γύρισε στην δεύτερη επιλογή του, τα χταπόδια που πρώτα δεν τα έτρωγε,
Σκεπτότανε με ποιόν τρόπο θα του αντιγυρνούσε στον Κ. την κουβέντα που του είπε, μα δεν έβρισκε κι όλο το άφηνε για το άλλο καλοκαίρι, στο τέλος δεν πρόλαβε.

Σαν έκοψε ο οικοδομικός οργασμός η μάντρα είχε αναδουλειές και ο Κ. έβγαλε μια επαγγελματική άδεια και τόριξε στα παραγάδια. Οι άλλοι επαγγελματίες παραγαδιάρηδες τον έβλεπαν με μισό μάτι γιατί πρώτον δόλωνε με ψώλο - αυτοί δεν δίνανε ποτέ στους πελάτες του ψάρι που είχε φάει το ολοθούρι, μόνο στα μαγαζιά τόδιναν - και το κυριότερο γιατί τους τα πήγαινε διανομή στο σπίτι τους κάτι που θεωρούσαν εξευτελιστικό. Οι καθαροί επαγγελματίες περιμένανε τον πελάτη σπίτι τους να πάρει το ψάρι του τυλιγμένο σε εφημερίδες, για το κακό μάτι.  Αυτά ήταν λεπτομέρειες για τον Κ. που τα έβαζε σε ναϋλον σακκούλες και τα πήγαινε με την βέσπα του ρωτώντας αν τα θέλανε.

Υπήρχε ένας άγραφος νόμος να μην ρίχνουνε δίχτυα οι επαγγελματίες εκεί που ψαρεύανε οι καθετάκηδες μπαλαδάκια και λυθρίνια, ένας αμοιβαίος σεβασμός, πολλές φορές κι οι ερασιτέχνες βοηθάγανε με τον τρόπο τους τους επαγγελματίες. Βέβαια με την κριση οι ερασιτέχνες με βάρκα περιορίστηκαν από τριψήφιο σε μονοψήφιο αριθμό, έπαιξε ρόλο κι η ηλικία, περνάνε τα χρόνια και το νέο αίμα προτιμά το καουμπόϊκο  ψάρεμα με τα καλάμια, τ' αγοραστά δολώματα και τα τσαμασίρια τους. Σ' αυτά τα νερά έριξε τα δίχτυα του ο περίπου ογδοντάρης Κ. και γέμισαν λυθρίνια, θάχανε μαζευτεί για να γεννήσουνε. Βιαστικά καθάρισε τα δίχτυα του και τα ξανάριξε, ξαναγεμίσαν ψάρια. Τα καθάρισε κι άρχισε να τα ξαναρίχνει όταν... βρήκαν την βάρκα να γυρίζει γύρω-γύρω, η μηχανή λειτουργούσε μα η καρδιά του Κ, όχι.

Κάποτε ο γράφων κοιτώντας την άδεια από βάρκες προκυμαία είπε σ' έναν επαγγελματία που τύλιγε τα ψάρια του σ' εφημερίδες για το κακό μάτι "Καλύτερα είναι όμως να υπάρχουν μάτια κι ας είναι και κακά παρά να μην υπάρχουν καθόλου μάτια στο λιμάνι".

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Της πετονιάς καμώματα



Εχω μια συνήθεια : δεν μπορώ να κάνω μπάνιο χωρίς μάσκα και βατραχοπέδιλα πάνω από 5 λεπτά, ενώ με τα τσαμασίρια μου ξεχνάω να βγω. Μ' αρέσει να ψάχνω για χταπόδια, για μύδια, για δολώματα αλλά γενικά, όταν ψάχνεις...βρίσκεις.  Σε προ κρίσης εποχές τα χαρτονομίσματα ήταν σε ημερήσια διάταξη- έχουν και μια ιδιότητα μέσα στο νερό, απλώνουν και γίνονται ευδιάκριτα. Ασύλληπτο ρεκόρ μου σε μια ερημική παραλία, τρία δεκαχίλιαρα απλωμένα στην άμμο σαν πετσετάκια...Με το ευρώ σφίξαν τα πράγματα, μόνο μια φορά ένα πενηντάρικο και κάτι ταλληροδεκάρικα στη χάση και τη φέξη. Πάνε οι καλές εποχές που βούταγε ο κόσμος με τα χιλιάρικα στα μαγιό. Κατά τα άλλα μαχαίρια, ταψιά (!), κινητά, βραχιόλια κ.λ.π., ήταν και είναι στην ημερησία διάταξη.
Εκεί όμως που γίνεται χαμός είναι στα βαρίδια και τις σκαλωμένες πετονιές που έχω την συνήθεια να τις μαζεύω τυλίγοντας τες στο σκουπόξυλο που βαστάω - με μια τρίαινα στην άκρη για χταπόδια και σουπιές. Τις ξετυλίγω μετά σπίτι, τις ματίζω και δένω μ' αυτές πέτρες που ρίχνω για ρεμέτζο σε τόπους που αν ρίξεις άγκυρα αποκλείεται να την σηκώσεις αλλά φυσικά κρατάνε καλά ψάρια. Εννοείται πως δεν σηκώνω πίσω την πέτρα, αν δεν έχει ρεύματα να σπάσουν την πετονιά τότε της δένω ένα φελουδάκι και την χρησιμοποιώ κι άλλη φορά. Δεν ξεκινάω για τέτοιο ψάρεμα με λιγότερο από τρεις πέτρες με τις αντίστοιχες πετονιές.
Τα βαρίδια όλο και λέω πως θα τα λιώσω να κάνω δικά μου όπως τα θέλω κι όλο εκεί βρίσκονται.

Κολύμπαγα στα ρηχά μιας βραχονησίδας την επαύριο μιας μεγάλης θαλασσοταραχής όταν είδα  στον πάτο μια πετονιά κι άρχισα να την τυλίγω στο καμάκι. Σε λίγο είδα κι έναν σαργό σε αφύσικη στάση, λογικό μια που ήταν αγκιστρωμένος στο κομμάτι από ένα παραγάδι που είχε εξωκείλει, δεν ήταν πετονιά αυτό που βρήκα. Τελικά ήταν καμμιά εικοσαριά αγκίστρια με δυο καλούς σαργούς, ένα σπαράκι  κι έναν τεράστιο τρουπολόγο. Σπίτι τύλιξα το κομμάτι από το παραγάδι σε μια πλαστική μπουκάλα του νερού, έφαγα βραστό τον τρουπολόγο  και διαολίστηκα στη σκέψη πως εκεί που κολύμπαγαν τα καπή του χωριού, μου είχε πει ο γιός μου πως είχε δει τσιπούρες να σκάβουν την άμμο μεσημεριάτικα.  Αφού το καλοσκέφτηκα, έσπασα καμιά εικοσαριά πορφύρες τις έβαλα σ' ένα σακουλάκι, πήρα το μπουκάλι με το παραγάδι και μπήκα στο νερό. Πλησιάζοντας τις γραίες βούτηξα στον πάτο κι έδεσα την άκρη σε μια πέτρα του βυθού. Υστερα απομακρυνόμενος από εκεί που κολυμπούσαν ξετύλιγα από το μπουκάλι, δόλωσα τα υπόλοιπα αγκίστρια, πήρα μια άλλη πέτρα για τέρμα και κολύμπαγα με τεντωμένο το παραγάδι προς το σημείο που ήθελα να είναι το τέρμα του. Σε δυο ώρες που ξαναβούτηξα είχε τέσσερις μισόκιλες τσιπούρες τις οποίες ξαγκίστρωνα στον πάτο κι έβαζα στην σακούλα που έχω στην μέση για τα χταπόδια. Μία μου την κοπάνησε στο ξεψάρισμα, δεν πρόλαβα να τις κόψω τα σπάραχνα. Το παραγαδάκι παρέμεινε στον πάτο όπου κάθε τόσο το δόλωνα "εν πλω" αλλά τωρα μόνο σαργουδάκια και λιγδοπούλες μου έδινε. Είχε χάσει και κάποια αγκίστρια, είχαν μείνει μόνο καμιά δεκαπενταριά κι ο καιρός άρχισε να κρυώνει δεν ήταν να βουτάς άλλη ώρα εκτός από το μεσημέρι. Το σκέφτηκα και αποφάσισα να του βάλω τσαμαδούρες και να το χειρίζομαι από την βάρκα αλλά νάναι κρυφό γιατί υπήρχε ακόμα κόσμος που έκανε μπάνιο. Πράγματι έδεσα στις πέτρες της αρχής και του τέλους από ένα σκοινί που σταμάταγε μια οργιά κάτω από την επιφάνεια του νερού και συνέχιζε με λεπτή πετονιά που τέλειωνε σ' ένα φελλό από μπουκάλα του κρασιού. Τραβούσα με προσοχή την πετονιά μέχρι να πιάσω το σκοινί , ανέβαζα την πέτρα, έπιανα την πετονιά, ξανάριχνα την πέτρα και ξεψάριζα-ξαναδόλωνα το παραγάδι  από την βάρκα. Ετσι μπορούσα να το σηκώσω το σούρουπο ή το χάραμα, ώρες που δεν ήταν κατάλληλες για μπάνιο όταν και αν κατάφερνα να βρω τον φελλό της αρχής ή του τέλους, πράγμα σχεδόν αδύνατο αν η θάλασσα δεν ήτανε λάδι. Ετσι έχασα δυο τρεις μέρες στο περίμενε μέχρι που ένα βραδάκι βρήκα τον φελλό κι άρχισα να σηκώνω το παρατημένο  παραγαδάκι. Μια περκούλα ήταν πιασμένη κι όπως την ξεψάριζα είδα κάτι να ασπρίζει δυο-τρία αγκίστρια παραπέρα. Μια δίκιλη γοργόνα βγήκε εξαντλημένη φούσκα στον αφρό. Δεν το ξανάριξα από τότε θεωρόντας πως ότι είχε να μου δώσει το παραγαδάκι, μου τόδωσε, Να μην είμαστε και πλεονέκτες !

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Ενα όνειρο

 ... I dreamed a dream that made me sad
Concerning myself and the first few friends I had...


...And many a road taken by many a first friend
And each one I've never seen again...

Είχε ένα όνειρο χωρίς να είναι ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Ούτε κατά διάνοια, εξ άλλου το όνειρό του αφορούσε τον εαυτό του και λίγους ακόμα ανθρώπους και όχι μεγαλεπήβολα σχέδια. Απλά αυτό το όνειρο «έπαιζε» πολύ συχνά στον ύπνο του, όλα τα δεδομένα και οι συνθήκες του ονείρου  του ήταν πλέον πολύ οικεία.
Εβλεπε το σπίτι του στο μέσον μιας ανηφόρας ενώ πιο κάτω η πλατεία είχε μετασχηματισθεί σε λίμνη ή θάλασσα, ήταν αρκετά μακριά για να πάρει συγκεκριμένη θέση. Προς την άλλη μεριά, την ανηφόρα, δεν κοίταζε ποτέ, τον κούραζε ακόμα και η εικόνα της. Η κλίση ήταν τόσο μεγάλη που ακόμα και η σταθερή παραμονή σ’ ένα σημείο  ήταν προβληματική. Όλα κυλούσαν αργά προς τα κάτω σ’ αυτόν τον δρόμο, ευτυχώς τα σπίτια μένανε γερά προσκολλημένα στο πεζοδρόμιο. Εβλεπε τα πάντα απ’ το παράθυρό του, τον Οδυσσέα, πονηρά γυμνό κι’ ελαφρωμένο απ’ όλα τα περιττά να γλυστρά προς τα πάνω, μετά να αφήνεται να κατρακυλίσει και μετά ξανά, σαν να έκανε σκι, να ανεβαίνει έτσι την ανηφόρα. Αντίθετα ο Αχιλλέας προσπαθόντας ν' ανέβει, μάζευε με ευλάβεια ότι εύρισκε πεταμένο στην άκρη του δρόμου και βάραινε συνέχεια. Η μεγάλη του δύναμη δεν έφτανε να νικήσει την βαρύτητα του πεπρωμένου του και κυλούσε αργά αλλά σταθερά για την Λίμνη της Λησμονιάς.
Εντείνοντας την προσοχή του παρατήρησε πως ο δρόμος μπροστά του  ήταν στην πραγματικότητα ποτάμι, ίσιο, εντελώς ρηχό και κατηφορικό πολύ, χωρίς όμως να χάνει την ομαλή ροή του. Μόλις ο Αχιλλέας έφθανε στο τέλος του δρόμου και χανόταν στο υγρό στοιχείο της πλατείας, ένας καινούργιος πρόσκαιρος Αχιλλέας εμφανιζότανε  στο ύψος του σπιτιού του. Ο Οδυσσέας, ο  αιώνιος Οδυσσέας - κι’ ας μην ήταν θεϊκός – εμφανιζόταν με το μονόξυλο από ψηλά και εκεί που νόμιζες ότι θα φτάσει στην λίμνη, πέταγε κάποιο απ’ τα πράγματά του και κέρδιζε υψόμετρο. Όταν πέταγε και τα ρούχα του τότε μπορούσε άφοβα να νικήσει τους νόμους της βαρύτητας, το διασκέδαζε χορεύοντας, ενώ ο Αχιλλέας φορτωμένος τις κουμπάνιες του δεν μπορούσε πια ν’ αντισταθεί στο πεπρωμένο του, κυλούσε μπρούμυτα με τα δάκτυλά του να μην μπορούν να αγκιστρωθούν σε  κάποια  εσοχή, σ’ ένα εξόγκωμα, για να τον συγκρατήσουν
.
Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει την ταυτότητά του, ποιος ήταν αυτός ο ίδιος στ' όνειρό του. Παρέμενε βέβαια πάντοτε μέσα στο σπίτι κι’ έβλεπε τα πάντα απ’ το παράθυρό του αλλά δεν ήταν σίγουρα ο Εκτορας, ούτε ο Αγαμέμνονας, μάλλον δεν ήτανε αυτής της εποχής, για πιο σύγχρονος περνιόταν, ο χρόνος μπλέκεται περίεργα στα όνειρα. Πάσχιζε να καταλάβει τι δουλειά είχε με τον πόλεμο τον Τρωικό και  τους πολέμαρχούς του αλλά δεν τούβγαινε.
 Πάλι γιατί δεν έβλεπε Τρώες ;  ούτε μάχες ; ούτε το Ιλιον ;
Ούτε τα πλοία των Ελλήνων τραβηγμένα έξω στην άμμο.
 Γιατί ;

Μόνο πυκνά συχνά σαν έκλεινε τα μάτια, βρισκότανε στο παράθυρο του σπιτιού του, στο σύγχρονο σπίτι του καταμεσής αυτής της ανηφόρας μ’ ένα λεπτό στρώμα νερού να σκεπάζει την επιφάνειά της κι’ αγωνιούσε να βρει την ταυτότητα του.
Όταν κουραζόταν από τις σκέψεις του ξύπναγε να ξεκουρασθεί.


Μερικοί δεν το κατάλαβαν ποτέ αυτό.


Ο Οδυσσέας προσπαθεί να πείσει τον Αχιλλέα να πολεμήσει ξανά

Εις μνήμην φίλων παλιών και καλών

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Κερατώ



Ενα κεφάλαιο από ένα διήγημα...


Η Κερατώ βλαστημούσε τη τύχη της. Το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο δεν λειτουργούσε και το οδήγημα της φαινότανε κουραστικό. Μη μπορώντας μόνη της να φτιάξει κάποιο σενάριο αναλογιζότανε πως έμπλεξε σε τούτη την ιστορία. Ολα ξεκίνησαν απ’ το ότι βαριότανε να κάνει μόνο μια δουλειά αλλά δεν ήταν ικανή να κάνει δυο ταυτόχρονα. Συνήθιζε την ώρα της μηχανικής της δουλειάς να μιλάει με τις ώρες στο τηλέφωνο. Αρχικά με φίλες, έπειτα με γνωστούς κι’ αγνώστους, αυτοί ήταν καλύτεροι πελάτες, όταν βαριότουσαν τη συζήτηση η Κερατώ άρχιζε τα νάζια και τις αόρατες υποσχέσεις και η κουβέντα ξανάναβε, ενώ οι φίλες της δεν τσιμπάγανε, την ξέρανε καλά και δεν είχαν τίποτε να περιμένουν απ’ αυτή. Μόνο ο λογαριασμός του τηλεφώνου την τρόμαζε που ανέβαινε συνέχεια. Ανακάλυψε την επικοινωνία μέσω κομπιούτερ. Εχασε βέβαια το πλεονέκτημα της γλυκειάς φωνής της, αλλά ο λογαριασμός της μειώθηκε αισθητά και τρελλαινόταν να βλέπει στην οθόνη τα λόγια της. Σιγά-σιγά νόμισε πως έχει λογοτεχνική φλέβα. Της άρεσε ακόμη που μπορούσε να χρησιμοποιεί ένα ψευδώνυμο, να μη ξέρει ο άλλος καθόλου πως είναι, ούτε το φύλο της και το κυριότερο μπορούσε να μιλά με πολλούς ταυτόχρονα. Γρήγορα βέβαια όλοι κατάλαβαν ότι πρόκειται για γυναίκα, ο θηλυκός χαρακτήρας της ξεχείλιζε παντού. Δεν ενοχλήθηκε καθόλου, ίσα- ίσα το επεδίωκε και χρησιμοποίησε μερικά από τα παλιά κόλπα του τηλεφώνου. Δεν μπορούσε να είναι βέβαιη πως μιλάει με άντρες, αλλά η γυναικεία αυτοπεποίθηση της χρειαζότανε μια τόνωση, όπως και το στήθος της που είχε πέσει, άλλο πρόβλημα αυτό. Και εντάξει μ’ ένα καλό σουτιέν βολευότανε η κατάσταση αλλά την ώρα της αλήθειας, όταν στεκότανε γυμνή μπροστά στον καθρέπτη της να λατρέψει το είδωλό της, οι ρόγες της βλέπαν το πάτωμα. Ετρεμε στην ιδέα ότι κάποιος πιθανός εραστής θα την απέρριπτε γι’ αυτό. Πιθανός εραστής...μόνο για τον Πόντιο ήτανε σίγουρη ότι ήτανε άνδρας, γιά όλους τους άλλους διατηρούσε μια επιφύλαξη. Αχ, το διαδίκτυο...προσφέρει πολλά αλλά και το μυστήριο της προσωπικότητας. Τώρα καταλάβαινε ότι το παιχνίδι είναι αμφίδρομο, δεν ήταν κυρίαρχη όπως στο τηλέφωνο.
Μια Πόρσε τη προσπέρασε μουγκρίζοντας. Ενοιωσε μια ανατριχίλα στο υπογάστριο ενώ ασυναίσθητα το δεξί της χέρι χούφτωσε το λεβιέ. Πάντα η Πόρσε της έφερνε στο νου τον ιδανικό άντρα. «Με τέτοια βυζιά, μωρή ;» θύμωσε με τον εαυτό της. Στο βάθος του μυαλού της έψαχνε τρόπο για να βρει τα χρήματα της αποκατάστασης. «Γιατί η άλλη, η Μιμή, καλύτερη είναι ;» αναρωτήθηκε. « Ολο το κόλπο είναι να τυλίξω πρώτα ένα λεφτά να μου τα πληρώσει αυτός, κι’ αν δεν μπορώ με το σώμα μου, μπορώ με τη πέννα μου» έριξε ενέσεις ηθικού στον εαυτό της. Η απομάκρυνση της Πόρσε την επανέφερε στα λογοτεχνικά της αφήνοντας ένα στεναγμό ερωτικής απογοήτευσης. Εξ άλλου τα λογοτεχνικά της ήταν η αιτία ή το πρόσχημα που ταξίδευε. Θα περνάγανε μαζί με τον Πόντιο μια ίσως και δυο –αν της άρεσε μέρες στην Πάτρα, είχανε ραντεβού στα τυφλά.


Αν βέβαια τον γνώριζε από τις -ποιος ξέρει αν ήτανε αληθινές- περιγραφές στο κομπιούτερ. Της είχε πει πως ήταν κοντούλης και θα φόραγε μπότες  με ψηλά τακούνια για να αισθάνεται καλύτερα «κι’εγώ θα φοράω το ενισχυμένο σουτιέν» σκέφτηκε, πισωγυρίζοντας ελαφρά. « Ε, κάτι το λογοτεχνικό θα υπάρχει στη περιρρέουσα ατμόσφαιρα» είπε φωναχτά κι’ ύστερα θαύμασε το ταλέντο της στις ωραίες εκφράσεις. «Δεν μπορεί, ο Πόντιος με τις ευαίσθητες κεραίες του θα πιάσει στον αέρα μια τέτοια φράση, ίσως…κάποιος άλλος» ταξίδευε στις φαντασιώσεις της. Η σκέψη του Πόντιου της έφερε πίσω στο μυαλό τον ανταγωνισμό. Επρεπε να φτάσει πριν απ’ αυτόν, να μάθει το έδαφος πρώτη, να πιάσει τα καλά περάσματα.
Οταν την προσπέρασε ένα κατσαριδάκι κατάλαβε πως η ενασχόληση του νου δεν συμβιβάζεται με γρήγορη οδήγηση, ειδικά όταν τα θέματα καίνε. Γιατί όσο και να προσπαθούσε να το κρύψει ήταν σε υπερδιέγερση. Το ένστικτό της, της έλεγε ότι κάτι σπουδαίο θα προκύψει στο Καρναβάλι. Φτάνει να φερθεί έξυπνα για να μη το χάσει. Χαμογέλασε. Της φάνηκε πως το στήθος της ανέβηκε δυο πόντους. Κόλλημα κι’ αυτό. Από τότε που διάβασε σ’ ένα βιβλίο πως ο Ντ’ Αννούτσιο, ο μεγάλος ποιητής έδιωξε την ερωμένη του δηλώνοντας σαν δικαιολογία επίσημα «πέσαν τα βυζιά της» της εγινε μόνιμος μπελάς. Γιατί σαν λογοτεχνική ψυχή πλέον, ονειρεύοτανε τον εαυτό της δίπλα σ΄ένα μεγάλο, καταξιωμένο ποιητή. Στο μεταξύ βέβαια την έδερνε η ερωτική πείνα, κολλημένη στο κομπιούτερ όλη μέρα. Βελτιωνόταν όμως λογοτεχνικά, από μια άποψη ετοίμαζε τον εαυτό της γι’ αυτά που νόμιζε ότι της άξιζαν, τόσος καιρός δεν θα πήγαινε χαμένος. . Ταξίδευε για τη γη της επαγγελίας ήταν σίγουρη .
Αποφάσισε να κάνει μια στάση για καφέ στο Κιάτο

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Ο Φίλιππος



Το Φίλιππος ήταν παρατσούκλι. Ηταν κάποιος νέος (τότε), γόνος καλής και εύπορης οικογένειας (τότε) με μιά έφεση σε τζογάρισμα κάθε είδους, από πρέφα καπίκι στο καφενείο μέχρι την ρουλέττα στο ΜονΠαρνές. Και φυσικά από το ρεπερτόριό του δεν μπορούσε να λείψει ο βασιλιάς των τυχερών παιχνιδιών, ο ιππόδρομος.
Ο Φίλιππος μετά το τότε εξατάξιο γυμνάσιο πήγε στην Αγγλία να σπουδάσει μηχανικός. Κάτι τα άλογα, κάτι τα σκυλιά κατάφερε να σπουδάσει ξενοδοχειακές επιχειρήσεις στην Χαβάη. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα του στείλαν λεφτά και του είπαν να φέρει από το Βέλγιο μια Μερσεντές, ήταν συνηθισμένο τότε να φέρνουν αυτοκίνητα από το Βέλγιο, ήταν πιο φτηνά απ' ότι στην Ελλάδα.
Κατάφερε να επιστρέψει με ένα Χίλλμαν Ιμπ, πιθανόν να είχε  και ιππόδρομο στο Βέλγιο, καζίνο είχε σίγουρα... Παρουσιάστηκε να κάνει το στρατιωτικό του και όταν έγινε αξιωματικός ήρθε στο Πεντάγωνο οπότε οι επισκέψεις του στο Φαληρικά Δέλτα ήταν χωρίς απουσίες. Μάλιστα επειδή δεν προλάβαινε να αλλάξει, άφηνε το πηλίκιόν του στο αμάξι και  ερχόταν με την στολή του στον ιππόδρομο προκαλώντας κρυφά χαμόγελα όταν τον έβλεπαν καλοκαιριάτικα να φοράει διπλοκουμπωμένη μια καπαρντίνα για να μην φαίνεται η στολή...
Αντίθετα έβαζε το στρατιωτικό πηλίκιον όταν οδηγούσε για να μπορεί να κάνει ψιλοπαραβάσεις ερχόμενος ή φεύγοντας, χούντα είχαμε τότε...  Οπως ερχότανε, συχνά έφερνε μαζί του τον πατέρα ενός αναβάτη που δούλευε σαν πολιτικό προσωπικό στο Πεντάγωνο. Οπως ήταν φυσικό ο πατέρας του (μέτριου) αναβάτη του έλεγε τα προγνωστικά του γιού του, τα οποία απέφευγε να παίξει ο ίδιος ή τα έπαιζε ελάχιστα.
Ο Φίλιππος είχε και μια αδυναμία σε ένα άλογο, τον Σάαντ Ακάρ, ένα αραβικό στέγιερ, δηλαδή το άλογο ακολουθούσε με τα τελευταία και προσπαθούσε στο τέλος να καλύψει την διαφορά. Εκτός σπανίων περιπτώσεων δεν προλάβαινε να τα καταφέρει, είχε δε μόνιμο αναβάτη τον γιο του εργαζόμενου στο Πεντάγωνο, μέτριο αναβάτη, αντικειμένικά. Δεν υπήρχε περίπτωση να τρέχει ο Σάαντ Ακάρ κι ο Φίλιππος να μην έχει στοιχηματίσει επάνω του. 

Μια μέρα ο πατέρας του αναβάτη είπε στον Φίλιππο πως ο γιός του θα του πει την ώρα της επίδειξης ένα άλογο στην προτελευταία κούρσα.  Του είπε να περιμένει να πάρουν τα άλογα οδηγίες στο πάντοκ- τον χώρο της επίδειξης- ώστε να είναι χίλια τοις εκατό σίγουροι αλλά να μην το παίξουνε πάρα πολλά λεφτά να μην καταλάβουν πως τους έδωσε την πληροφορία. Ο Φίλιππος ειδοποίησε έναν δικό του πιτσιρικά να τον πάρει από πίσω σ΄αυτήν την κούρσα και να παίξει γι αυτόν τα εννιά κατοστάρικα που τούδωσε σε όποιο άλογο παίξει ο ίδιος, αυτός θα  έπαιζε μόνος του άλλα τρία. Τα άλογα γυρίζανε στο πάντοκ κι ο αναβάτης έκανε σήμα στον πατέρα του πως θα κερδίσει αυτός. Ο πατέρας έκοψε εξη πενηντάρικα σύνθετα στο άλογο του γιού του, ο πιτσιρικάς πονηρός πήγε στα εικοσάρικα κι έκοψε πενήντα εικοσάρικα -τα πέντε δικά του. Δεν μπορούσανε να παίξουνε γκανιάν, δηλαδή απλή νίκη του αλόγου, γιατί θα ρίχνανε πολύ την απόδοση. Ας κέρδιζε και μετά θα ψάχνανε να βρούνε τον νικητή της τελευταίας ιπποδρομίας, έτρεχαν  μόνο έξη άλογα και ένα από αυτά ήταν ο Σάαντ Ακάρ με αναβάτη φυσικά τον γιο. 

Η κούρσα έγινε και όντως ο γιός κέρδισε με ικανοποιητικές αποδόσεις. Ο Φίλιππος και ο πατέρας έπιασαν θέση στο πάντοκ να ρωτήσουν τον γιο για την επόμενη κούρσα. Ο γιός βγήκε στο πάντοκ κι άκουσε τις οδηγίες του προπονητού του " Δεν έχουμε σπουδαία τύχη με αυτούς τους αντιπάλους. Καλύτερα αυτή την φορά να τον πας με τα πρώτα άλογα να δούμε πως αποδίδει με τέτοια διαδρομή και την άλλη φορά βλέπουμε". Ο αναβάτης ανέβηκε στον Σάαντ Ακάρ και με κουνήματα της κεφαλής τους έδειξε να μην παίξουν τον ίδιο και τους πρότεινε δυο άλλα άλογα.
Ο Φίλιππας πήρε τα σύνθετά του από τον μικρό και πήγε να παρακολουθήσει τον πατέρα  να δει που θα τα βάλει. Πραγματικά ο πατέρας άκουσε τον γιό του και τα μοίρασε στα δύο άλογα που του είπε. Ο Φίλιππος έβαλε κι αυτός εκεί τα πιο πολλά και κάτι λίγα στα άλλα τρία άλογα. Μόνο στον Σάαντ Ακάρ δεν έβαλε αφού είχε την πληροφορία.
Ο πιτσιρικάς ήθελε να πληρωθεί σίγουρα και με πεντε εικοσάρικα που είχε μπορούσε να καλύψει πέντε άλογα αλλά έτρεχαν έξη. Προτίμησε να τα πουλήσει και μόλις φώναξε "πουλάω" και πριν αρχίσουν τα παζάρια ένας του φώναξε " Πόσα έχεις ; τα αγοράζω όλα με εκατό κι ας κάνουνε ογδόντα".
Ηταν συνηθισμένο τότε να πουλάνε τα σύνθετα όταν είχε κερδίσει το άλογο στο πρώτο σκέλος, ήταν ένας τρόπος να βγάλουν κάποιο παραπάνω κέρδος από το να έπαιζαν το άλογο απλά να κερδίσει αλλά παραμόνευε κι ο κίνδυνος να μην έχουν κέρδος αν δεν έβρισκαν αγοραστή και αναγκάζονταν να ψάξουν τον νικητή της επόμενης ιπποδρομίας.
Οι άλλοι υποψήφιοι αγοραστές φύγανε κι ο πιτσιρικάς τούδωσε τέσσερα σύνθετα και τσέπιασε οκτακόσια  (οι τιμές στον ιππόδρομο  ήταν στο δεκάρικο) κι έβαλε το πέμπτο σύνθετο στο άλογο που τα έβαλε ο αγοραστής.


Με το που δόθηκε η εκκίνηση ο Σάαντ Ακάρ βρέθηκε με το βήμα του στην πρώτη θέση. Καθώς δεν πιέστηκε καθόλου στο τέλος  είχε τις δυνάμεις και κέρδισε απομακρυνόμενος σημαντικά από τα άλλα άλογα. Ο πιτσιρικάς είδε τον αγοραστή που πανηγύριζε και προσπαθούσε να κρύψει την χαρά του. Ηξερε πως είχε κερδίσει πάνω από δέκα χιλιάρικα. Ο Φίλιππος κοίταζε σαν χαμένος τον πατέρα που κατέβηκε στον στίβο να υποδεχθεί τον γιό του που γύρναγε για την καθιερωμένη φωτογραφία του νικητή σαν βρεγμένη γάτα...
- Να, τον μούτζωσε, ήθελα νάξερα ποιός μαλάκας σε έκανε, είπε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των ιδιοκτητών του αλόγου και των φίλων τους.
Ενας αστυφύλακας έκανε να κινηθεί προς αυτόν αλλά ο Φίλιππος που ήταν συμπονιάρης και καλό παιδί, του έδειξε την ταυτότητα του αξιωματικού και απομακρύνθηκε. Πήρε τον πατέρα στο αυτοκίνητό του, έβαλε το πηλίκιο κι άρχισαν να ανεβαίνουν την Συγγρού...

Για την ιστορία το "σίγουρο" άλογο που κέρδισε ήταν όντως σίγουρο γιατι κέρδισε ντοπαρισμένο, αποδείχθηκε μετά !

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Ιστορίες και γεγονότα του Τζι



Δεν έμαθε ποτέ του σωστά αγγλικά πέρα από τα γκομενικά για τις τουρίστριες στην προ έητζ εποχή και όσα του χρειάζονταν για να καταλάβει τους στίχους του αγαπημένου του Μπομπ Ντύλαν που πρόσφατα τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Η αιτία βρίσκεται πολύ μακριά, πίσω στην εποχή που με κοντά παντελονάκια γράφτηκε μετά την πρώτη στην δεύτερη τάξη  στο IAS όπως λεγόταν το ξενόγλωσσο φροντιστήριο της γειτονιάς του. Επεσε σ' εναν δάσκαλο τον κύριον Ι., Αιγυπτιώτη εγγλεζοαναθρεμένο που μίλαγε με στόμφο στους μαθητές κι ευλογούσε συνέχεια τα γένια του : " Σας φαίνεται δύσκολη η ορθογραφία των Αγγλικών ... φυσικό είναι αφού δεν διαβάζετε. Δεν διαβάζετε ! Εγώ στην ηλικία σας διάβαζα και ήμουνα άσσος στα Αγγλικά, άσσος στην Γεωμετρία, άσσος στην Ιστορία, άσσος στην Γεωγραφία..."
Ο μικρός τότε Τζι δεν άντεξε : " κι εγώ είμαι άσσος στην Γεωγραφία κι ας μην διαβάζω, τι σχέση έχει με την λόξα των εγγλέζων άλλα να γράφουν κι άλλα να προφέρουν ;"

Προϋπήρχε μια κόντρα μεταξύ τους όταν ο Τζι για να του αποδείξει την λόξα στην ορθογραφία των αγγλικών έγραψε στον πίνακα την λέξη ghoti και του ζήτησε  να την διαβάσει. "Γκόουτι" έρριξε άδεια να πιάσει γεμάτα ο προφέσσορας, "Fish" ανεφώνησε θριαμβευτικά ο Τζι και φρόντισε να του εξηγήσει :
gh = f  όπως στο enough
o = i   όπως στο women
ti = sh   όπως στο motion

"Σοφιστείες" είπε ο κύριος Ι. "κάτσε κάτω"
Ο Τζι κάθισε αλλά του την είχε φυλαγμένη και τώρα που νόμισε πως τον παίρνει του βγήκε με κόκκινο...
Ο κ. Ι. δέχτηκε την πρόκληση :  Θα σου κάνω μια ερώτηση στην  Γεωγραφία κι αν την απαντήσεις εγώ θα κατέβω από την έδρα να διδάξεις εσύ! "
Ο Τζι σκούντησε με το πόδι τον διπλανό του, αυτός μπήκε στο νόημα, ούτε αυτός χώνευε τον κ.Ι. " Αλήθεια, κύριε, θα κατεβείτε;"
"Μιλάω πάντα σοβαρά" απάντησε ο κ.Ι.
"Λοιπόν", συνέχισε, "ποιά είναι η πρωτεύουσα της Ισλανδίας ;"
"Ρεϋκγιαβικ" απάντησε στη στιγμή ο Τζι.
" Οχι, Ρεκτζάβικ" είπε με εξεζητημένη ισλανδική προφορά ο προφέσσορας, "έχασες".
Ενας μακρόσυρτος ψίθυρος αποδοκιμασίας ακούστηκε από τους σπασίκλες της τάξης που είχαν πάρει το μέρος του δάσκαλου κι δεν είχαν πάρει χαμπάρι πως ήταν η ίδια λέξη.
Ο Τζι αισθάνθηκε αδικημένος, σηκώθηκε, βγήκε από την αίθουσα αγνοώντας τις φωνές του κ.Ι. και δεν ξαναπάτησε στο φροντιστήριο.

15 χρόνια μετά ο Τζι, καθηγητής μαθηματικών πια, άκουγε τον κ.Ι. να ζητάει απεγνωσμένα από τον φίλο του που είχε πρακτορείο Προ-Πο ένα καλό μαθηματικό για τον γιό του που είχε πρόβλημα κ.λ.π.
Φυσικά ο πράκτορας του σύστησε τον Τζι. Χωρίς να τον αναγνωρίσει ο κ.Ι.  τον παρακάλεσε να πάνε τώρα αμέσως στο σπίτι του για μάθημα. Οταν άνοιξε την πόρτα του είπε " Περάστε κύριε καθηγητά μου". 
"Τώρα μιλάς σωστά" του είπε ο Τζι κι του θύμισε την πρώτη γνωριμία τους.
Ο κ.Ι. έτρεμε μήπως φύγει και μείνει ο γιος του χωρίς μάθημα.
"Είδες πως τα φέρνει καμιά φορά η τύχη ;" του είπε ο Τζι που είχε πάρει ήδη την μικρή εκδίκησή του.

Λίγα χρόνια αργότερα ο Τζι πήγε στο ναυτικό όπου έγινε αξιωματικός. Οντας ναύτης τις μέρες της βασικής εκπαίδευσης ένας πιτσιρικάς μόνιμος δίοπος τον τιμώρησε, μόνο αυτόν, με μια μέρα περιορισμό προς παραδειγματισμό άλλων για μια παράβαση που οι άλλοι είχαν κάνει σε μεγαλύτερο βαθμό. Δεν ήταν τίποτε σπουδαίο γιατί έτσι κι αλλιώς δεν είχε εξόδου τότε αλλά ο Τζι ένοιωσε αδικημένος και τον σημάδεψε. Κάποιους μήνες μετά αξιωματικός πια στην μονάδα του ο Τζι  βρήκε στο καρέ των αξιωματικών τον δίοπο, κορδωμένο υπαξιωματικό πια, κελευστή, το συνήθιζαν οι μόνιμοι να κάθονται στο καρέ των αξιωματικών παρ' οτι δεν είχαν το δικαίωμα.
Ο Τζι τον έπιασε δήθεν στο μαλακό...
"Θυμάσαι τότε εκεί, κάποιον που τιμώρησες γιατί έτσι σου κατέβηκε ; Μικρός που είναι ο κόσμος ... δεν ξέρεις πως εδώ απαγορεύεται να συχνάζουν υπαξιωματικοί ;"
Ο δίοπας τον θυμήθηκε και χλώμιασε. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη.
"Πως λέγεσαι, αναφορά", τον διέταξε ο Τζι.
"Ευπειθώς αναφέρω κελευστής Τάδε Ταδόπουλος" κλαρίνο ο δικός του.
" Πήγαινε και θα δεις τι σε περιμένει". Ο πρώην δίοπας εξαφανίστηκε και φυσικά ο Τζι δεν ζήτησε ποτέ την τιμωρία του, του έφτανε ο φόβος που πήρε, όπως τότε η αγωνία του κ.Ι.

Και στις δύο περιπτώσεις ο Τζι ανήκε στις ευπαθείς τάξεις -μαθητής και ναύτης- όταν τον αδίκησαν. Σαν καθηγητής μετά δεν ήταν εύκολο να τον αδικήσουν με τέτοιον τρόπο-για προαγωγές και τέτοια δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ και είχε ησυχάσει από αυτά, μέχρι που ξαναβρέθηκε στην ευπαθή τάξη των συνταξιούχων.
Τελευταία ο Τζι ξανααισθάνεται αδικημένος από ανθρωπο δικό του, πράγμα που δεν το περίμενε. Αλλά δεν ξέρει αν αυτή την φορά όταν βρεθεί σε θέση ισχύος με το πρόσωπο που τον έχει αδικήσει, αν θα αρκεστεί στην τρομάρα που θα του δόσει ή αν θα ζητήσει κάτι πιο ουσιαστικό. Αν βέβαια και την τρίτη φορά τα φέρει έτσι η μοίρα.

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Αλλαγή φρουράς

                              Αλλαγή φρουράς




Μόλις κτύπησε το τηλέφωνο την ξανάφερε στο νου του. Ηταν αυτή.
- Ελα τώρα. Μπορείς ;
- Ναι, ψιθύρισε άβουλα και με σκοτεινιασμένο βλέμμα. Πάλευαν μέσα του η σαρκική η επιθυμία  και τ’ απομεινάρια της ηθικής του. Μπερδεμένος, το πρώτο καλοκαίρι της θητείας του στο ναυτικό, είχε άλλα δυο μπροστά του για να ξεκαθαρίσει κάπως τα πράγματα. Και στην υπηρεσία του μπερδεμένοι ήσαντε ακόμα. Χρόνια συνηθισμένοι στο Βασιλικό το Ναυτικό πάλευαν τώρα ν’ αφομοιώσουν το Πολεμικό και την δημοκρατία που του άλλαξε το όνομα  Επρεπε όλοι να το καταλάβουν πως έφυγε η χούντα  η μετονομασία ήταν ένα καλό επιχείρημα. Πολεμικό το Ναυτικό, Πολεμική και η Αεροπορία ! Οπου τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά χρειαζόταν και επεξηγηματική δήλωση: «Όταν λέμε ισόβια εννοούμε ισόβια» είχε δηλώσει ο «εθνάρχης» σε όσους τον κατηγορούσαν γιατί δεν έστειλε στο απόσπασμα τους πρωταίτιους της δικτατορίας όπως έλεγε η δικαστική απόφαση. Και τα εννοούσε πραγματικά, αποδείχθηκε.
Λίγoυς μήνες μετά την μεταπολίτευση, θητεία στο ναυτικό. Βασική εκπαίδευση, σχολή αξιωματικών και πρώτη άδεια μετά την μετάθεση του στον Πόρο. Πήγε. Τακτοποιήθηκε σ’ ένα σπίτι και γύρισε. Μόλις που φίλησε την μάνα του, αμέσως  πήγε να δει τον φίλο του, μα έλειπε. Ητανε μόνο η γυναίκα του και το δίχρονο παιδί τους. Τον κράτησε με το ζόρι να πιουν ένα καφέ και τον γέμισε κατηγόριες για τον Σπύρο. Εβλεπε γυναίκα από κοντά μετά από τόσες μέρες και αισθανότανε λίγο άβολα αλλά δεν είχε και το κουράγιο για να φύγει. Το κοριτσάκι έπαιζε σκαρφαλωμένο στην μάνα του τραβώντας της την μπλούζα και σηκώνοντάς της την φούστα, το πεινασμένο βλέμμα του ακολουθούσε τα τερτίπια της μικρής.  Κάποια στιγμή το ένα της στήθος  αποκαλύφθηκε. Χαμογέλασε και δεν έκανε καμιά προσπάθεια να το μαζέψει. Σαν μαγεμένος το κοίταζε ο ναύτης. Ηταν κι όπως του άρεσε, μέτριο σε μέγεθος και σχεδόν το μισό να ανήκει στην ρόγα.  Οι τόσες μέρες απομόνωσης από τον κόσμο στο στρατόπεδο έπαιξαν τον ρόλο τους. Κάθησε δίπλα της κι άρχισε να παίζει κι’ αυτός με την  μικρή ακουμπώντας την μάνα της δήθεν τυχαία. Κάποια στιγμή τα χείλη του βρεθήκανε στο στήθος της, Αναστέναξε ελαφρά και τούπε «αργότερα, σαν κοιμηθεί η μικρή», Ωρα πολλή μετά η μικρή εξακολουθούσε να παίζει με την μάνα της και το βυζί να είναι ακάλυπτο. Η  Πόπη φαινότανε να το διασκεδάζει, φαινομενικά δεν έδειχνε καμιά βιασύνη για τα περαιτέρω, ήτανε ήρεμη κι’ ευτυχισμένη που δεν ήταν αναγκασμένη να σκέπτεται τον άντρα της, όπως τούλεγε κοιτάζοντας τον φιλικά. Τον είχε ήδη κατηγορήσει πως πήγαινε με άλλες για να δικαιολογήσει την δική της στάση μα δεν τον ένοιαζε. Αισθάνθηκε σαν νάτανε ένα διακοσμητικό στοιχείο στην παράσταση και σηκώθηκε να πάει να δει την μάνα του που τον περίμενε, για την ώρα ο πόθος του είχε υποχωρήσει.
Στο σπίτι η μάνα του πλησίασε ακούγοντας το τηλέφωνο και τον κοίταξε ερωτηματικά  Φόρεσε το μπουφάν του και την αγκάλιασε. «Να προσέξεις να μην μπλέξεις, αγόρι μου» του είπε, σαν να τα ήξερε όλα. Πήγε στο παράθυρο και κοίταζε πίσω απ’ την κουρτίνα. Σαν βεβαιώθηκε πως δεν βγήκε απ’ την εξώπορτα, το κατάλαβε « Σ΄ αυτήν πάει, επάνω στον άλλο όροφο, ε άντρας είναι, ας πάει». Μετά με κάποια ζήλεια σκέφτηκε πως τόσο καιρό δεν τα κατάφερνε η παστρικιά, αλλά τώρα που τον βρήκε μπόσικο λόγω ναυτικού, τον τύλιξε.

Η Πόπη ήταν από τις γυναίκες που παντρεύτηκαν τον πρώτο τους έρωτα. Μικρή στα δεκαοκτώ της είχε ήδη ένα παιδί και μια θητεία στην ντισκοτέκ του άντρα της, Η εγκυμοσύνη και το μωρό την κράταγαν σπίτι ενώ ο Σπύρος της ήτανε στην δουλειά, στο μαγαζί με τους τόσους θηλυκούς πειρασμούς. Γρήγορα το μυαλό της δηλητηριάσθηκε απ’ την ζήλεια. Το αν ο Σπύρος είχε ή όχι άλλες σχέσεις δεν έπαιζε απολύτως κανένα ρόλο. Η Πόπη ήταν μια ωραία κοπέλα με καλλίγραμμο σώμα και όμορφο πρόσωπο που δεν είχε την ανάγκη του μακιγιάζ. Οι αμφιβολίες της όμως την ανάγκαζαν να βάφεται συχνά και είχε αποκτήσει αυτό το αδιαόρατο χρώμα στην επιδερμίδα του προσώπου της που μένει από την συχνή χρήση του μέικ-απ. Σ’ αυτό συνέτεινε και το ντύσιμό της που ήταν το κλασσικό της νυκτερινής ζωής. Τα πρωϊνά και στο σπίτι της, άβαφη ήταν πολύ πιο κοντά στα γούστα του Αντώνη, εξ άλλου εκεί την έβλεπε τις περισσότερες φορές αυτός.
Είχαν εγκατασταθεί στην πολυκατοικία του Αντώνη, ένα όροφο πιο πάνω πριν κάποιους μήνες, ο Αντώνης δεν είχε δώσει σημασία στην μικρομάνα τότε Πόπη, αντίθετα με τον Σπύρο γνωριστήκανε και πήγαινε συχνά στην ντισκοτέκ του γιατί είχε καλές τιμές και δεν του σερβίρανε μπόμπες. Γίνανε φιλαράκια και βγαίνανε μαζί για ψάρεμα όποτε είχε ο Σπύρος καιρό. Τον Αντώνη τον «ξύπνησε» πρώτη φορά ο τότε συμφοιτητής του ο Γιώργος. Είχανε έρθει από το σπίτι του Γιώργου στο δικό του για  να πάρουν κάτι σημειώσεις να διαβάσουνε και φεύγοντας  στην είσοδο ο Αντώνης κτύπησε συνθηματικά το κουδούνι του Σπύρου να του πει ένα γειά. Στο μπαλκόνι αντί για τον Σπύρο βγήκε η Πόπη και του είπε πως ο Σπύρος έλειπε, του μίλαγε πάντοτε πολύ φιλικά. Ο Γιώργος τρελάθηκε. Στο αυτοκίνητο, όπως γυρίζανε σπίτι του, είπε στον Αντώνη πως αυτός στην θέση του δεν θα διάβαζε τις σημειώσεις της τοπολογίας  αλλά θα γύρναγε να περάσει το απόγευμα μ’ αυτήν την οπτασία. Ο Γιώργος πρώτη φορά σκέφτηκε την Πόπη ερωτικά κι έφερε στην μνήμη του κάτι τυχαία αγγίγματα εκ μέρους της μια φορά στην ντισκοτέκ. Μετά σκέφτηκε πως ήταν γυναίκα του φίλου του την έβγαλε απ’ το μυαλό του και πήγε για διάβασμα. Η Πόπη στην σκέψη του ήταν σε λανθάνουσα κατάσταση. Μέχρι σήμερα.

Όταν άνοιξε η πόρτα παραξενεύτηκε που είδε το μωρό ξύπνιο. «θα κοιμηθεί σύντομα» μην φοβάσαι» του είπε και τον παρέσυρε στην κουζίνα να παίξουνε τάβλι. Η μικρή ανέβηκε στα γόνατά της και παρακολουθούσε το παιχνίδι. Σε δυο λεπτά κοιμότανε βαριά. Η Πόπη την πήγε στην κρεβατοκάμαρα και γυρίζοντας ξανακάθισε την θέση της. Ο Αντώνης παραμέρισε το τραπεζάκι με το τάβλι μαζί με τα προσχήματα και την φίλησε, Ανταποκρίθηκε παθιασμένα, ανοίγοντας ελαφρά τα πόδια της όταν τα χέρια του κατηφόρισαν. Η όρεξη του Αντώνη έγινε απαιτητική, είχαν συγκεντρωθεί αθροιστικά και τα άλλα προκαταρκτικά Προσπάθησε να κατεβάσει το εσώρρουχό της.
«Κι αν έρθει ο Σπύρος ;»

Η δημοκρατία με την δικτατορία έμπλεκαν τα μπούτια τους. Πόσο νόμιμη είναι μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση που ορκίσθηκε σ’ ένα χουντικό πρόεδρο και στον ίδιο αρχιεπίσκοπο που όρκισε τους συνταγματάρχες αλλά και τον ανατροπέα τους Ιωαννίδη ;

Ο Αντώνης έβγαλε το όργανό του έξω απ’ το παντελόνι του, σαν ύστατο επιχείρημα, αλλά δεν τολμούσε να προχωρήσει. Θα ακολουθούσε με ευχαρίστηση βέβαια αν η Πόπη έκανε το παραμικρό βήμα, αλλά παραδεχότανε πως αυτή ήξερε καλύτερα τις συνήθειες του άντρα της, πότε έφευγε και πότε ερχόταν. Συνέχιζε να την χαϊδεύει και να την φιλά αλλά κάθε φορά προσπαθούσε να πετύχει την συγκατάνευσή της για είσοδο την άκουγε να λέει τεντώνοντας το αυτί της  :
« Το ασανσέρ ήταν αυτό ; Στον όροφό  μας σταμάτησε ;  Μήπως ήρθε ;» και προσπαθούσε να συμμαζέψει το στήθος της μεσ’ στην ρόμπα της ή να διορθώσει το ύψος της κυλότας της. Λίγα δευτερόλεπτα περνούσαν ακίνητοι και αφουγκραζόμενοι  το ασανσέρ και μετά πάλι βυζί έξω, κυλότα στα γόνατα και μια πάλη όπου κανένας δεν ήξερε αν ήθελε να κερδίσει ή να χάσει.

Τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης κανένα κυβερνητικό στέλεχος δεν κοιμότανε ήσυχο, μάλιστα λένε ότι ο «εθνάρχης» κάθε βράδυ κοιμότανε και σε διαφορετική θαλαμηγό ελαχιστοποιώντας τις πιθανότητες σύλληψης του από καινούργιους πραξικοπηματίες. Δεν αισθανότανε κυρίαρχος του λαού – τον «φωνάξανε» και ήρθε, δεν τον εκλέξανε – και κατά μείζονα λόγο στον στρατό υπήρχαν πολλοί,  ακόμα γλυκαμένοι από την εξουσία, αξιωματικοί.

Η παρατεταμένη στύση είχε αρχίζει να ενοχλεί τον Αντώνη. Ηδη οι δίδυμοι αδένες του είχαν αρχίσει να διαμαρτύρονται από την αναμονή και να τον πονάνε. Η φράση «μου έπρηξε τ’ αρχίδια» ερχόταν όλο και συχνότερα στον νου του χωρίς όμως να τον γεμίζει αποφασιστικότητα. Η Πόπη σηκώθηκε και με κουρασμένο ύφος πήγε να ακουμπήσει την πλάτη της στην πόρτα της εισόδου. «Ετσι θα εμποδίσει τον άντρα της να μπει αιφνιδιαστικά» σκέφτηκε ο Αντώνης και την αγκάλιασε. Η Πόπη συνέχισε ν’ αντιστέκεται προβληματισμένη.
« Κι αν έρθει ;  Αχ δεν τον ξέρεις εσύ… Γιατί να μπλέξεις και να τα πληρώσεις εσύ ;  Εσύ δεν φταις σε τίποτα…»
Ο Αντώνης την πήρε από την πόρτα και την ακούμπησε σε μια κολώνα. Την φίλησε με πάθος, η γλώσσα του κόντεψε να φτάσει τις αμυγδαλές της ενώ το χέρι του έκανε θαύματα με την θηλή της. Η Πόπη υποχώρησε ελαφρά. Γλίστρησε λίγο προς τα κάτω προβάλλοντας όσο μπορούσε περισσότερο την λεκάνη της και ανοίγοντας αρκετά τα πόδια. Ηταν μια θέση που την χαλάρωσε αφού έτσι ήταν αδύνατον να βγει το εσώρρουχό της ενώ τα δάκτυλά του της ήταν εξαιρετικά ευχάριστα. Ξαφνικά όμως τα δάκτυλα του παραμέρισαν την κυλότα αντί να την βγάλουν και την άλλη στιγμή οι δισταγμοί και οι αμφιβολίες ήταν παρελθόν μπροστά στον ανοιχτό στόχο και την αποφασιστικότητα του σαρκικού βέλους.

« Η Καραμανλής ή τανκς !» Ισως αυτή η φράση να καθόρισε το εκλογικό αποτέλεσμα των εκλογών του Νοεμβρίου του 74. Ζαλισμένος ο λαός από όσα του συνέβαιναν και την νομιμοποίηση του κομμουνιστικού κόμματος δεν ήξερε τι να ψηφίσει. Κάτι η αποχή από τις κάλπες, κάτι η απορία, πως είναι δυνατόν οι χθεσινοί «εχθροί» του έθνους, οι μισητοί κομμουνιστές να διεκδικούν με εκλογές την εξουσία, είχαν επιφέρει πλήρη σύγχυση στον απλοϊκά σκεπτόμενο λαό. Τόσα χρόνια είχε μάθει τις αλήθειες του να τις ακούει από το στόμα του Παπαδόπουλου στα τηλεοπτικά παραληρήματά του, το «διάλειμα» του Ιωαννίδη έκανε αυτή την έλλειψη πιο απαιτητική. Τους λόγους του Καραμανλή ήταν αδύνατον να τους παρακολουθήσει ο μέσος Ελληνας και λόγω της σύνταξης αλλά κυρίως λόγω της ιδιωματικής του προφοράς. Ελάχιστοι διαβάζουν πολιτικούς λόγους σε εφημερίδες και εκείνη την εποχή κανένας δεν είχε καιρό, όλοι τρέχανε στις συναυλίες του Θεοδωράκη. Όταν λοιπόν ξεστόμισε την περιβόητη φράση, ο κύβος ερρίφθη αμετάκλειτα.

Η είσοδος του μορίου ήταν λυτρωτική για τον Αντώνη. Τελείωσε σχεδόν αμέσως και εξαντλημένος ξάπλωσε στον καναπέ. Η πολύωρη στύση τον είχε καταβάλει. Η Πόπη αφού τακτοποίηθηκε στην τουαλέττα ήρθε κοντά του και τον χάϊδευε τρυφερά :
-Είχα καιρό να κάνω έρωτα και να το θέλω του είπε. Δεν τον αντέχω, αλλά είμαι υποχρεωμένη να του δίνομαι όταν έχει καύλες, φαίνεται δεν του το δίνει συχνά η γκόμενα. Θέλω να φύγω από κοντά του, καταλαβαίνεις ;
Η πιθανότητα αιφνίδιας επιστροφής του άντρα της φαινότανε να έχει περάσει ανεπιστρεπτί, δεν την απασχολούσε καθόλου.
Την άκουγε σιωπηλός, το βυζί της δεν τον τράβαγε τόσο πια, αντίθετα τα χυτά της πόδια τον γοήτευαν τώρα. Αρχισε να χαϊδεύει το εσωτερικό τους θαυμάζοντας την λεία επιδερμίδα τους.
Εμεινε παγερά αδιάφορη στα χάδια του, ένας δεύτερος γύρος δεν φάνηκε να την συγκινεί,  είχε άλλες προτεραιότητες τώρα.
-Κοίτα με τον Σπύρο έχω τελειώσει, θα πάρω το παιδί και θα φύγω, θα με ψάχνει βέβαια για το παιδί, αλλά πρέπει να φύγω. Θα κρυφτώ να μη με βρει. Μπορώ νάρθω μαζί  σου στον Πόρο για λίγες μέρες, θα περάσουμε τέλεια, θα σου μαγειρεύω…

Την επαύριο των εκλογών ο Καραμανλής έδειξε το πραγματικό πρόσωπό του. Πολλοί  αναρωτήθηκαν  αν έφυγε η χούντα ή όχι. Τα ανοίγματα προς την αριστερά ξεχάστηκαν καθώς η χώρα ετοιμαζόταν για την είσοδό της στην τότε ΕΟΚ, Ευρωπαϊκή  Οικονομική Κοινότητα, τώρα φαίνεται πως έγιναν «κοινά» τα οικονομικά μας και μετεξελίχθηκε σε Ευρωπαϊκή Ενωση. Ο  λαός έπρεπε μεν να πληρώσει για την ανοχή του στην χούντα αλλά δεν έβλεπε καμιά μεγάλη διαφορά στην αυταρχικότητα, η νομιμότητα του κουκουέ ήταν στάχτη στα μάτια. Κοινοβουλευτική δικτατορία, σκέφτονταν μερικοί, τουλάχιστον τούτη φεύγει με εκλογές, δεν χρειάζονται εθνικές τραγωδίες και Πολυτεχνεία.

Ο μηδενισμός της πιθανότητας για επανάληψη της ερωτικής πράξης συν το ξαλάφρωμα των αδένων επανακαθόριζαν την στάση του Αντώνη. Τα λόγια της μάνας του «πρόσεχε, μη σε μπλέξει» έρχονταν τώρα να τονίσουν την σοφία της, Αρχισε να τα μασάει.
-Ξέρεις η σπιτονοικοκυρά μου μου έθεσε όρο απαράβατο να μην φιλοξενώ κόσμο γιατί νοικιάζει δωμάτια με την μέρα και δεν την συμφέρει να έχει μόνιμο ένοικο. Με χίλια παρακάλια μου έδωσε το δικό μου με τον χρόνο, να μην μένω μέσα στο στρατόπεδο. Βέβαια με σένα το πράγμα αλλάζει, άσε μόλις ανέβω θα το συζητήσω μαζί της και θα σε πάρω τηλέφωνο.
-Φοβάσαι ρε Αντώνη ; Κρίμα, μα δεν πειράζει. Μόνο μη μου πεις πως σκέπτεσαι τον Σπύρο σου, που πριν λίγο κουτούπωνες την γυναίκα του.
-Οχι ρε Πόπη, δεν είναι έτσι, θα κοιτάξω να το τακτοποιήσω, τώρα αμέσως. Θα δοκιμάσω να την βρω στο τηλέφωνο, να της μιλήσω και να της εξηγήσω.
Το χέρι του την χάϊδευε μηχανικά, της ήταν εντελώς αδιάφορο, όλη η μαγεία του πόθου και του έρωτα είχε χαθεί μπροστά στα επιτακτικά διλήμματα της καθημερινότητας.
-Εκει είναι το τηλέφωνο, τούδειξε.
Ο Αντώνης τα χρειάσθηκε.
-Δεν έχω τον αριθμό της, θα πάω μέχρι σπίτι μου να τον βρω.
Η Πόπη ήταν ήδη στο τηλέφωνο κι’ έψαχνε άλλη εναλλακτική λύση, σωματικά σαν γυναίκα φτούραγε πολύ, ήταν αυτό που λέμε πρώτης κλάσης αλλά δεν τόχε συνειδητοποιήσει μέχρι τώρα. Τώρα που το νερό είχε μπει στο αυλάκι ετοιμαζότανε ν’ ανοίξει τα φτερά της, η κόρη της πολύ μικρό εμπόδιο ήταν.

Το δημοψήφισμα ήταν όντως ανφέρ. Απλά εξέφρασε την μύχια βούληση του λαού να απαλλαγεί από τον βασιλιά του, άσχετα με το ότι θα ψήφιζε υπέρ της παραμονής του αν ο βασιλιάς έκανε την δική του καμπάνια. Ακόμα κι έτσι όμως το αποτέλεσμα ήταν τρομακτικό : 31% χωρίς ούτε ένα αντίλογο υπέρ της βασιλείας ! Πάντως κανείς δεν στενοχωρήθηκε με το αποτέλεσμα, ούτε ο ίδιος ο Κώνος, έτσι τον έλεγε από την σύντμηση του Κωνσταντίνος ο Αντώνης. Ισως μάλιστα να ευχαριστήθηκε που γλύτωσε από την απολογία του για την στάση του επί χούντας που θα ήταν αναγκασμένος να κάνει αν είχε επιστρέψει. Το οικονομικό σκέλος το είχε ήδη τακτοποιήσει, ανεξάρτητα από την έκβαση του δημοψηφίσματος.

Ο Αντώνης χαζολόγαγε με την μάνα του, φυσικά δεν είχε σκοπό να πάρει την σπιτονοικοκυρά του, ούτε είχε το τηλέφωνό της. Απλά σκεπτότανε να κερδίσει λίγο χρόνο, να της αφήσει κάποιες ελπίδες ώστε να έχει έναν ωραίο δεύτερο γύρο. Ηθελε να την απολαύσει πραγματικά, ήταν γυναίκα που σπάνια θα ξανάβρισκε. Δεν αισθανότανε ολοκληρωμένος μ’ αυτό το γρήγορο στα όρθια. Στην σκέψη της ερεθίζονταν , τώρα που του είχαν φύγει οι αναστολές έβλεπε πως την ήθελε σαρκικά όσο καμιά άλλη… αλλά πάλι το παιδί της ; Ηταν εντελώς ανώριμος για τέτοια πράγματα, το κορμί της ήθελε να χορτάσει, όχι να την παντρευτεί.
Η μάνα του τον κοίταζε σαν ανοιχτό βιβλίο. Ηξερε πως η καλύτερη λύση από την μεριά της ήταν η σιωπή, το πολύ-πολύ καμιά ξεγυρισμένη σπόντα όπως «Τι κάνει ο φίλος σου ο Σπύρος» να πέταγε. Αμα τον ζόριζε στις συμβουλές, μπορεί να είχε αντίθετα αποτελέσματα.
Το τηλέφωνο κτύπησε και η Πόπη ζήταγε από τον Αντώνη να τσεκάρει αν είχε επιστρέψει ο Σπύρος ή όχι σπίτι της,
-Που είσαι ;
-Σε μια φίλη μου, μια αντρική φωνή ακούστηκε πίσω της, σαν επιβεβαίωση της αμφιβολίας του. Ανέβα και κοίταξε σε παρακαλώ.
-Περίμενε.
Ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλοπάτια. Κτύπησε. Απάντηση καμιά. Κατέβηκε πάλι τρέχοντας.
-Ελα, μ’ ακούς ; Κανείς δεν είναι επάνω.
-Σ’ ευχαριστώ, Αντώνη μου, είσαι ένας γλύκας !
- Πότε θάρθεις πίσω ; Μπορούμε να πάμε, της είπε ψιθυριστά, να μην τον ακούσει η μάνα του.
-Θα σε πάρω τηλέφωνο. Κλείνω τώρα. Για σου.

Η ευκαιρία για κάποια ουσιαστική αλλαγή χάθηκε με την αποχουντοποίηση. Περιορίστηκε σε λίγα στελέχη και σ’ αυτά με το ελαφρυντικό του «στιγμιαίου». Κανένας επιχειρηματίας ή δημόσιο πρόσωπο δεν στιγματίσθηκε από την συνεργασία του με την χούντα, η ομαλή μετάβαση είχε και την σιωπηλή αποδοχή της συνέχειας. Κανένας δικαστικός, αστυνομικός ή παπάς δεν λογοδότησε για την δράση του στην επταετία, η λήθη θεωρήθηκε το καλύτερο μέσον για να κλείσουν οι πληγές. Ο Χατζηδάκις επέστρεψε ήσυχα και ο Θεοδωράκης με θόρυβο. Μερικοί άνθρωποι της Τέχνης και απλοί άνθρωποι του λαού ήταν οι μόνοι που αντιστάθηκαν πνευματικά στην χούντα. Κάποιοι άλλοι εξαργύρωσαν την κραυγάζουσα αντιστασιακή υπηρεσία τους με θέσεις και αξιώματα.
Η άνοδος του Πασόκ στην εξουσία επιβεβαίωσε το ρητό «σβηστής λυχνίας, πάσα γυνή ομοία» παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Ανδρέα με την Δήμητρα. Εξ άλλου αυτή δεν ήταν γυναίκα υψηλού σωματικού επιπέδου όπως η Πόπη, είναι αμφίβολο αν γυναίκες τέτοιας κλάσης συγκινούνται από πολιτικούς. Μάλλον από άκρα αντίθετα έλκονται, όπως άφραγκους ποιητές και φαντάρους ή από χοντρόπετσους μεσήλικες λεφτάδες. Μέχρι κι ο Μητσοτάκης «εξυλεύθη», ως «δρυός πεσούσης», την αγίαν μεταπολίτευση… Περί Μαρίκας και ερωμένης, ουδείς λόγος, βέβαια.


Η πληγή του Αντώνη βέβαια δεν έκλεισε ποτέ, παρ’ όλες τις εντυπωσιακές εναλλαγές του πολιτικού σκηνικού. Δεν την ξανάδε και δεν του ξαναμίλησαν ποτέ γι αυτήν. Όταν απέκτησε αρκετή πείρα από γυναίκες –γιατί με την πολιτική δεν τα πήγαινε καλά- κατάλαβε τι θησαυρό είχε και άφησε να γλιστρήσει μέσα από τα χέρια του. Βέβαια δεν ήταν καθόλου σίγουρος πως η Πόπη δεν τον χρησιμοποίησε παρά μόνο για να κάνει την δουλειά της, αλλά η πιθανότητα να τον ήθελε και να της την έσπασε με την δειλία του, τον τρέλαινε. Όπως και το σώμα της, κάθε φορά που τόφερνε στον νου του, ξέροντας ότι πολύ δύσκολα θα ξανάβρισκε τέτοιας ποιότητας κορμί. Η ζωή του κύλησε ήρεμα με συνηθισμένες γυναίκες. Καμιά φορά σκεφτότανε πως κάθε άντρας παντρεύεται την γυναίκα που του αξίζει, μέχρι να την χωρίσει.  Όπως και κάθε λαός έχει τον κυβερνήτη που του αξίζει μέχρι να τον ρίξει στις επόμενες εκλογές, μια που η χούντα πέρασε ανεπιστρεπτί.