Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Κάλιο αργά...



Ισως με είκοσι χρόνια καθυστέρηση, το κόκκινο χρώμα υπήρχε πια μόνο σαν υποψία, ήταν φανερό πως η προϋπηρεσία σ' αυτό επέλεγε πάντοτε μια ξανθή βαφή σε απόχρωση που να το θυμίζει ή στην περίπτωση που τα μαλλιά της ήταν φυσικά, είχε ξεθωριάσει από τα χρόνια. Δεν την ρώτησε. Δεν είχε σημασία εξ άλλου. Οπως κάποια άλλα φυσικά προσόντα, παραδείγματος χάρη η ποιότητα της επιδερμίδας, περνάνε απαρατήρητα στην νεότητα μα αποκτούν μεγάλη αξία στα ...ήντα έτσι και στο μαλλί από μια ηλικία και μετά, το χρώμα δεν παίζει τον βασικό ρόλο αλλά ο όγκος και εκεί τα πράγματα ήταν παραπάνω καλά από το επιθυμητό επίπεδο. Το μαλλί της μακρύ, κατσαρωμένο ελαφρά, ήταν περισσότερο από πλούσιο πλαισιώνοντας το λευκό πρόσωπο με τα ίχνη από τις παιδικές φακίδες που πατροπαράδοτα είχαν οι φυσικές κοκκινομάλλες. Και αυτές είχαν ξεθωριάσει από την πατίνα του χρόνου ή το συχνό μέϊκ απ.
Φρύδια στην ίδια απόχρωση με τα μαλλιά, οι βλεφαρίδες ανοικτόχρωμες απόλυτα συμβατές με την απουσία οποιασδήποτε πινελιάς στα μάτια, μύτη λεπτή και στόμα ανοιχτόχρωμο, καλοσχηματισμένο, άβαφο, όπως θα ταίριαζε με την λευκή επιδερμίδα. Το πρόσωπό της διατηρούσε την παιδική φρεσκάδα του, ίσως η απουσία των έντονων χρωματισμών να το βοηθούσε.
Πηγαίνοντας πριν κάποια χρόνια σε κάποιο σπίτι για ιδιαίτερα μαθήματα την κοίταζε πάντοτε σαν πέρναγε έξω από το μαγαζί της μάνας της, την κοίταζε και τώρα που στεκόταν απέναντί του, στο δικό της μαγαζί πλέον. Τον βοήθησε ευγενικά θυμίζοντας του την ονομασία του δρόμου όπου την έβλεπε περιμένοντας την επόμενη κίνησή του. Την ξάφνιασε ευχάριστα.
- Πόσα παιδιά έχεις ; Δύο ;
Είχε ακριβώς δύο παιδιά. Κολακεύτηκε περισσότερο από οποιοδήποτε κομπλιμέντο. Ηταν μια ένδειξη ότι τα χρόνια που πέρασαν είχαν αφήσει τα σημάδια τους, άρα δεν πήγαν χαμένα, χωρίς να χαλάσουν την εικόνα της, τόβλεπε καθαρά στο βλέμμα του, δεν έψαχνε την ανάμνησή της, του άρεσε περισσότερο η ώριμη τωρινή ομορφιά της.
Και έτσι ήταν. Τότε ήταν ένα γινάτι, μια σπάνια φυσική κοκκινομάλλα, κάτι τόσο περίεργο στα ελληνικά χώματα της νιότης του όσο κοινό σε άλλα. Η ραγδαία αύξηση του τουριστικού ρεύματος στην χώρα μαλάκωσε την εντύπωση του σπάνιου, τα ιδιαίτερα σταμάτησαν, την ξέχασε. Την έβλεπε πότε πότε όταν άνοιξε αλλού το δικό της μαγαζί μα ποτέ δεν κάθησε σαν πελάτης όταν ήταν εκεί και ποτέ δεν της μίλησε. Αυτή τη φορά όμως, την τρίτη που καθότανε στην καφετέριά της ήταν εκεί, είχε πέσει τυχαία στο ωράριό της. Είδε το μισό παιχνίδι. Το άλλο μισό αντί για τη οθόνη κοίταζε πίσω απ΄την μπάρα την μορφή της, τις αλλοιώσεις της, αναλογιζόμενος τις δικές του. Δεν είχε σκοπό να της μιλήσει, αν και του φάνηκε πως τον κοίταζε κι' αυτή, αλλά όταν τούφερε τα ρέστα πήρε μια τέτοια θέση κλείνοντας του τον δρόμο που θα του ήταν δύσκολο να φύγει χωρίς να φανεί αγενής. Ποτέ δεν θα μάθει αν το έκανε ασυναίσθητα ή όχι, πιθανόν ούτε η ίδια να το ήξερε.
Του είπε το όνομά της. Μικρό και εύηχο. Περιέργως ποτέ δεν είχε προσπαθήσει να την ταυτίσει στην μνήμη του με κάποιο όνομα μαντεύοντας το όπως είχε κάνει με πολλές άλλες, άλλοτε με επιτυχία, άλλοτε όχι. Το βρήκε ταιριαστό με το παρουσιαστικό της, καλοβαλμένο όπως και το ντύσιμό της, άψογα επαγγελματικό.
Είχε συνηθίσει να τραβά τα αντρικά βλέμματα επάνω της. Μερικά την ενοχλούσαν, της φαίνονταν πως άφηναν σάλια επάνω της, τόσο γλειώδη ήσαν. Τα αντιμετώπιζε όμως σαν κομμάτι της δουλειάς της, αν τα έδιωχνε θα πήγαιναν σε άλλη καφετέρια εκεί που οι σερβιτόρες βγάζαν στην φόρα περισσότερο στήθος και νεφραμιά. Η δική της σιλουέτα ήταν πάντα καλοντυμένη και η γοητεία της ηταν στο πρόσωπο και στις κινήσεις της, όχι στις αποκαλύψεις. Εξ άλλου, σκέφτηκε χαμογελώντας, φεύγουν με το σφουγγάρι του μπάνιου, είχε ακούσει ένα σχετικό τραγούδι.
Της είπε τ' όνομά του και πως είχε κι' αυτός δυό παιδιά. Συγκρίνοντας τα χρόνια τους, τα δικά του ήταν αρκετά μεγαλύτερα, όπως κ' αυτός απ΄αυτήν εξ άλλου. Το μυαλό του πήγε στον γέρο Βιάσα και την νεαρή Σατιαβάτι. Κατά μία άποψη, της ινδικής μυθολογίας, κάπως έτσι ξεκίνησε το σημερινό ανθρώπινο γένος. Αλλά και σ' άλλες ιστορίες θρησκευτικές και μη εμφανίζεται αυτή η διαφορά της ηλικίας. Ισως να οφείλεται στην βαθιά ικανοποίηση της κοπέλλας ότι τα κάλλη της μπορούν να συγκινήσουν και έναν απόμαχο.
Βάστηξε το χέρι της στο δικό του λίγο παραπάνω από το κανονικό. Τρυφερό και μαλακό το άγγιγμά της του ήταν ιδαίτερα ευχάριστο. Η ανταλλαγή των ονομάτων και ο αποχαιρετισμός ήταν η δικαιολογία γι' αυτήν την επαφή που άργησε κάποια χρόνια, αλλά είχε την ίδια συγκίνηση σαν τότε, τα άλλα, τα νεανικά δεν είχαν τώρα πλέον σημασία όσο ένα κοίταγμα ή μια κουβέντα.
Κι' ένα άγγιγμα για αποκορύφωμα.

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Η εποχή της ωριμότητας

                                         ( οι στίχοι είναι από το Sally  του Fabrizio de Andre )


Mia madre mi disse - Non devi giocare   Μου είπε η μάνα μου -Δεν πρέπει να παίζεις
con gli zingari nel bosco                           με τους αθίγγανους στο δάσος                                           


Οταν γεννήθηκα μόλις είχαν ανακαλυφθεί οι πέτρες και τα γειτονικά δέντρα τα είπανε άλσος γιατί τους θύμιζαν την θάλασσα. Η θάλασσα είχε αποτραβηχτεί στην στέρνα του Δευκαλίωνα αφήνοντας χώρο για περισσότερα στεριανά πλάσματα και μερικά εναέρια ίσως. Θυμάμαι μερικά ζουζούνια σαν ήμουνα λίγων χιλιάδων ετών αλλά μετά δεν τα ξανάδα. Μερικοί είπανε ότι ο Γιλγαμές ανακάλυψε στα ταξίδια του το πρώτο εντομοκτόνο αλλά δεν το βρήκα στην βικυπέντια οπότε το μεταφέρω με επιφύλαξη.
Στα πρώτα μου νιάτα φύλαγα τα κοπάδια του πατέρα μου, τώρα τι πατέρας ήταν αυτός αφού ποτέ δεν τον είδα, δεν ξέρω. Εμαθα να παίζω σουραύλι και να συνομιλώ με τα ερπετά, αυτά μου μάθανε ότι είχα πατέρα. Η μητέρα ανακαλύφθηκε αργότερα, μαζί με την Γένεση.
Μην σας παραξενεύει ότι ο μεγαλύτερος αδερφός μου γεννήθηκε μετά από μένα, ούτε ότι ήταν δίδυμος με την πρώτη γυναίκα που εμφανίστηκε στη Γη, αυτή δεν ήταν αδερφή μου καθόλου. Ούτε η μάνα του που ήταν η δεύτερη γυναίκα πάνω στην Γη, μετά την κόρη της, ούτε αυτή ήταν αδερφή μου. Από ενα καπρίτσιο, μάλλον μουσικό, ο χρόνος σταμάτησε τα πισωγυρίσματα μόλις φανήκαν οι πρωτόλειοι θεοί. Οι επόμενοι, παρ' όλο το παντοδύναμό τους, δεν κατάφεραν να τον πείσουν να πισωγυρίσει. Κάτι ακούγεται για έναν πλαστικό χειρουργό στο απώτερο μέλλον, δεν είναι σίγουρο όμως, δεν το είπανε στις ειδήσεις στην τιβί.

Στα δεύτερα μου νιάτα τα γειτονικά δέντρα τα είπανε δάσος, τα αρχικά γράμματα τα πήρανε από την φράση "ΔενΑπαντώ" αφού τα δέντρα είχανε χάσει πια την μιλιά τους από αυτά που βλέπανε. Το τέλος της λέξης το αφήσανε το ίδιο. 

Οι κουκουβάγιες στα κλαδιά τους εξακολουθούσαν να δίνουν λάθος συμβουλές στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν τον ζωτικό χώρο τους, τα ποντίκια επίσης. Τα ιερά φίδια κρύφτηκαν να περιμένουν καλύτερες συνθήκες, τ' αρπακτικά πτηνά κόντεψαν να τα αφανίσουν, κάποιοι τα χαρακτήρισαν σοφά αυτά τα πτηνά.
Οι ανεμώνες άρχισαν να ανθίζουν κάθε άνοιξη ανοίγοντας τον χορό των εποχών. Μόνο το κυκλάμινο μου έμεινε πιστό. Και το επικουρικό ταμείο μου.

Στα τρίτα μου νιάτα από μια σεξουαλική υπερδιέγερση άρχισα να σπέρνω παιδιά. Χρυσή βροχή. Ανακάλυψα το θέατρο κι' ήμουνα ο πρώτος θεατής που πρωταγωνίστησε σαν υποβολέας. Τα γειτονικά δέντρα πλέον τα λέγανε "μπόσκο" σε κάποια χαλκιδαίικη διάλεκτο. Οι άνθρωποι άρχισαν να ξεχωρίζουν τα χρώματα, η πράσινη φυλή των δεσμοφυλάκων ήρθε νομοτελειακά, το ίδιο και το τέλος της Καρχηδόνας. Από τον Σκιπίωνα προέκυψε η λέξη σκίφο (*)
στα ιταλικά και σκύβω στα ελληνικά, το ύψιλον ήταν πάντα το ελληνικό "ι". Η κατασκευή αρωμάτων ήταν ακόμα στα σπάργανα, το ίδιο και οι πανεπιστημιακές έδρες. Ο ήλιος όμως και το φεγγάρι εξακολουθούσαν να βγαίνουν από την ανατολή και να σέρνονται στον ορίζοντα προς την δύση.

Στα τελευταία μου νιάτα ανακάλυψα όσα δεν είχα ανακαλύψει στα προηγούμενα, τα υπόλοιπα θα μείνουνε για πάντα στο σκοτάδι. Τα γειτονικά δέντρα πλέον δεν υπήρχανε, μόνο κάτι πουλιά, όρνεα μάλλον, που τα λέγανε φοίνικες. Την πρασινάδα πλέον την λέγανε γκαζόν και το πλέον, πλοίον. Η θάλασσα το σκεφτότανε να ξαναγυρίσει, να δώσει το αλς για ένα νέο ξεκίνημα στο άλσος που είχε γίνει πια δάσος κι ένα χάδι στους σκληρούς σπόρους των κουκουναριών. Η ίδια περίμενε από την στέρνα να χαμηλώσει τα χείλη της για να μπορέσει να βγει. Οι γυναίκες συμπυκνώθηκαν, έγιναν μόνο μία, δυσκολευόμουνα να βρώ τον στόχο. Οι άγγελοι άρχισαν να επισκέπτονται την γη με το παλιό τους όνομα και χωρίς κρίνα. Οι πέτρες τραβάγανε ξανά πίσω στα ηφαίστεια, τα απολιθωμένα κυπαρίσια διεκδικούσαν το δικαίωμά τους στην ζωή. Το σημείο βρασμού περιορίστηκε σε θερμοκρασία δωματίου, τα καινούργια υγρά ήταν ανταγωνιστικά προς την θάλάσσα και ο Νηρέας, τόσο απασχολημένος.


Ετσι αποφάσισα να περάσω από την νιότη στην ωριμότητα.


 (*) schifo = αηδής

                                         ( οι στίχοι είναι από το Sally  του Fabrizio de Andre )

Ma il bosco era scuro l'erba già verde     Αλλά το δάσος είναι σκοτεινό, η χλόη πρασίνισε
lì venne Sally con un tamburello               κι έρχεται η Σάλλυ με το ταμπουρίνο της
ma il bosco era scuro l'erba già alta         μα
το δάσος είναι σκοτεινό κι η χλόη έχει  πια ψηλώσει
dite a mia madre che non tornerò.           πείτε στην μάνα μου πως δεν θα γυρίσω πίσω

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Συμβαίνει ( μόνο ; ) στην Ελλάδα...

.


Πάρτε κυράδες μια carte postale
un souvenir d' Athenes...

Ωραίες μου κυράδες
πουλάω πανεράδες...





Η Miss Otta Thiafimissis (προφέρεται όττα διαφιμίσις) ήταν μια κρεολή εκπληκτικής ομορφιάς, μίγμα σκουρόχρωμης ιθαγενούς μητέρας και «εξευγενισμένου» λευκού πατέρα, προϊόντα αμφότερα πολύχρονων γονιδιακών επιλογών με σκοπό την επιβίωση και την βελτίωση του είδους.
Στους λευκούς που κατέκτησαν τις εύφορες πεδιάδες και τα καλά βοσκοτόπια και αργότερα ίδρυσαν βιομηχανικά κέντρα, η «φυσική» επιλογή πέρασε στα χέρια των γυναικών σαν αποτέλεσμα του οικογενειακού «περισσεύματος» που αποθηκευόταν σπίτι και έδωσε περισσότερη εξουσία στις διαχειρίστριες παρά στους δημιουργούς του. Ουσιαστικά οι γυναίκες επέλεγαν και πέρα από τις λίγες αναπόφευκτες εξαιρέσεις οι άσχημοι άντρες δεν μπορούσαν να μεταδώσουν εύκολα τα γονίδιά τους, η αντρική λευκή φυλή βελτιώθηκε σωματικά και φυσιογνωμικά, νομοτελειακά.
Αντίθετα στα πολύπαθα νησιά των ωκεανών οι τυφώνες δεν ευνοούσαν την συσσώρευση αγαθών ούτε η ζέστη την συντήρησή τους. Καθημερινός αγώνας το φαΐ παλεύοντας τα κύματα και την ζούγκλα έδωσαν εξουσία και επιλογή στο δυνατότερο αρσενικό. Οι στερούμενες φυσικής ομορφιάς δεν βρήκαν άλλα πεδία να αναπτύξουν τα προσόντα τους, γονιδιακά καταδικάστηκαν σε αφανισμό, τα λουλουδένια στεφάνια ταιριάζουνε στις όμορφες και τα λουλούδια αφθονούν στα νησιά αυτά.
Η Miss Otta συγκέντρωνε τα καλύτερα στοιχεία από τους δύο πόλους καταγωγής της και πούλαγε αυτό που είχε, την εμφάνιση της. Ο χώρος δράσης της ήταν αυτός που λέμε καλλιτεχνικός, κοντά στο βοτανικός, αν συσχετίσουμε τον βασιλικό με την γλάστρα Εμφανιζότανε σε παρουσιάσεις, πρεμιέρες, θεατρικά δρώμενα, δημοπρασίες και συναφή ανθρωπομαζώματα, μέχρι και σε γιορτή της δημοκρατίας είπανε ότι την είδανε- αλλά αυτό δεν είναι εξακριβωμένο. Εκμεταλλευόμενη την παγκοσμιοποίηση έκανε διεθνή καριέρα στην Ευρώπη όπου ο μάναντζέρ της έβρισκε πρόσφορο έδαφος - το ημιεξωτικό πουλάει, το σκέτο εξωτικό τρομάζει – ήταν ένα από τα σλόγκαν του. Βέβαια ο ίδιος προτιμούσε να συστήνεται σαν καλλιτεχνικός ιμπρεσσάριος, το μάναντζερ του έκανε κάπως συγκεχυμένο αλλά η μις Οττα δεν ήξερε καλά ελληνικά ακόμη- ίσως και να μη μάθαινε ποτέ.
Ο καλλιτεχνικός ιμπρεσσάριος ήλκε την καταγωγή εξ ενός ορεινού, μα πάρα πολύ ορεινού χωρίου, ίσαμε πέντε όρη κατ’ άλλους πέντε όρια, η αλήθεια στην βυζαντινή της εκδοχή ήταν πέντε όρνια. Τα κριτήρια επιλογής εις τους ορεσίβιους διαφέρουν των πεδινών και νησιωτών, η αντοχή στις κακουχίες είναι το κυριότερον και η εμφάνιση το τελευταίο. Με την πάροδο των ετών, την έλευση του ηλεκτρικού ρεύματος και του δορυφορικού πιάτου οι ορεσίβιοι διαπίστωσαν ότι υστερούσαν εμφανισιακώς πλην όμως υπερτερούσαν σαφώς σε ταχύτητα σκέψης, κρυψίνοιαν, πονηρίαν και άλλα σχετικά εφόδια γιά πετυχημένη καριέρα, τα μικρά και γουρουνίσια μάτια τους –προσόν στην χιονοθύελλα- δεν ήταν εμπόδιο στην εξέλιξή τους. Ξεχύθηκαν στις πόλεις και θριάμβευσαν, ο καλλιτεχνικός ιμπρεσσάριος ήταν ένας από αυτούς.
Ενα άλλο σλόγκαν, ίσως η αιτία της επιτυχίας του ήταν περίπου ομόηχο με το «πουλαίν» του : Μη εις ώτα διαφημίσεις, αλλ’ εις όμματα. Δεν πίστευε στις ηχητικές διαφημίσεις, ήταν της εικόνας και ακόμη καλύτερα της ζωντανής παρουσίας, με αυτήν έκτισε την καριέρα του και τώρα με την κρεολή σκόπευε να την απογειώσει.
Η μις Οττα έπινε τον καφέ της στην καφετέριά του, έτρωγε το φαΐ της στο εστιατόριό του και έπινε το ποτό της στο μπαρ του. Η παρουσία της ήταν αρκετή γιά να διαφημίσει τα μαγαζιά του σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων. Κάποτε σ’ ένα μαγαζί του διάφοροι γνωστοί του έλεγαν να τυπώσει φέιγ-βολάν ή να διαφημισθεί στους τοπικούς ραδιοσταθμούς όπως όλοι. Ο καλλιτεχνικός ιμπρεσσάριος και πετυχημένος μαγαζάτορας τους κοίταξε σταθερά και επίμονα στα μάτια. Υστερα είπε :
«Μισώ τας διαφημίσεις. Προσπαθούνε να σε πείσουνε ότι θα είσαι ο πρώτος που θα κερδίσει κάτι, ο πρώτος που θα καταφέρει το ακατόρθωτο, ο πρώτος που θα σκεφθεί ότι δεν σκέφθηκε κανένας έως τώρα. Μισώ τας διαφημίσεις»
Η μις Οττα Διαφιμίσις νομίζοντας πως την φώναξε έκανε την εμφάνισή της από την πόρτα της κουζίνας..

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Σε ήχο πλάγιο, τρία δεύτερα




Ενάμιση.
Του είχε γίνει έμμονη ιδέα το ενάμιση, το έβλεπε παντού στην κάθε μέρα του, στην δική του πραγματικότητα. Το ενάμιση είχε αντικαταστήσει την μονάδα  στην ζωή του, αφού σε κάθε πράγμα έβλεπε κι ένα μισό να το ακολουθεί, σαν ξωτικό που βλέπουν μόνο οι αλλοπαρμένοι ή οι νουνεχείς ενορατικοί.
Στην πραγματικότητα ίσως ήταν μια χρονική αντανάκλαση μετρημένη σε γήινα χρόνια. Πράγματι έναμισης χρόνος είχε περάσει από τότε που πέθανε ή από τότε που γεννήθηκε, ήταν ένα και το ίδιο πράγμα ανάλογα από την μεριά που το έβλεπες αλλά ήταν μιάμιση ζωή όταν την ζούσες, τουλάχιστον απ' την σκοπιά των ζωντανών.
Στο κρεβάτι του, ημίδιπλο, έπιανε χώρο μόνο για έναν αλλά σε σκέτο μονό κρεβάτι δεν βολευότανε για να κοιμηθεί, είχε την αίσθηση ότι κρεμιότανε στο κενό ενώ στο διπλό δεν κοιμότανε αγωνιώντας να βρει τα όριά του. Στο φαγητό του, αφού τελείωνε την μερίδα του ανακάλυπτε πως πείναγε κι άλλο, ήθελε μισή μερίδα ακόμα για να χορτάσει. Μιάμιση οδοντοστοιχία στο στόμα να μασάει, μ' ενάμιση μάτι έβλεπε, τ' άλλο μισό ο καταρράκτης θόλωνε, ενάμιση χέρι τούχε αφήσει η τενοντίτιδα κι ενάμιση πόδι τ' αρθριτικά. Ενάμισης όροφος το ρημαγμένο σπιτικό του και μιάμιση γυναίκα στην ζωή του μέτραγε, σαν έκανε τον λογαριασμό με τιμιότητα. Την είχε μάθει για τα καλά αυτήν την τιμιότητα στο μέτρημα, τις στιγμές που έτρεχαν οι ήχοι μα η εικόνα είχε παγώσει και δεν ήταν σινεμά ή τηλεόραση, ήταν η ίδια η ζωή του που τούκανε παιχνίδι, να συνεχίσει να την ζει σαν από θαύμα, μα και να κουβαλάει δεμένη αναπόσπαστα μιάν άλλη ακόμα, την μισή του που γενήθηκε σ' αυτή την συγκυρία.
Πάντα πίστευε πως υπήρχε και μια άλλη παράλληλη ζωή σε άλλο κόσμο, που θα την συναντούσε σαν άλλαζε ευθεία, με τον θάνατο. Στην περίπτωσή του, από ένα μπλέξιμο της μοίρας, το πέρασμα του δεν ολοκληρώθηκε, ήταν σαν να απέκτησε έναν καινούργιο εαυτό, μισό αυτή την φορά, που έβλεπε τα πάντα από την άλλη πλευρά του νομίσματος αλλά δεν μπορούσε να τα αξιοποιήσει, ως γνωστόν οι παράλληλες ευθείες δεν συναντώνται παρά σ' ελάχιστες πτυχές του χωροχρόνου.
Το πρόβλημά του δεν ήταν ότι έβλεπε με ενάμιση μάτι από τον καταρράκτη αλλά ότι και η ψυχή του "έβλεπε" κι  αυτή μ' ενάμιση μάτι, σε κάθε συναίσθημα αυτό το μισό τον ενοχλούσε είτε έλειπε, είτε περίσσευε. Στα νιάτα του είχε ζήσει αυτό που λέμε διπλή ζωή, όπως οι περισσότεροι των ανθρώπων -συνειδητά ή όχι- αλλά η κούραση και η απόλαυση τον γύρισε -όπως όλους ή σχεδόν όλους- σε μονές επιλογές. Τούτο το πράγμα όμως με τον ενάμιση βίο ήταν απίστευτα κουραστικό αλλά και φορτικό μιας και δεν του έδινε το περιθώριο της επιλογής, μόνο την υποψία, την βεβαιότητα θα μπορούσε να ισχυρισθεί, πως έμαθε τον τρόπο της παραγωγής των φαντασμάτων. Μέχρι τότε πίστευε ότι τα φαντάσματα ήταν γυναίκες άπιστες, τυλιγμένες μ' ένα σεντόνι που πήγαιναν τις άγριες τις ώρες να βρουν τον παράνομο εραστή τους, τώρα ο κόσμος των σκιών του είχε γίνει πιο οικείος.
Το μόνο πράγμα που είχε απομείνει το ίδιο ήταν ότι ήθελε, αισθανότανε, χρειαζότανε την γυναίκα σαν το άλλο του μισό μα όχι πια για να γίνουν οι δύο "εις σάρκαν μία" αλλά για να ολοκληρώσει την διπλή του οντότητα. Φυσικά όμως καμια φυσιολογική γυναίκα δεν ήθελε ενάμισυ άντρα για συμπλήρωμα και οι πιθανότητες να βρεί γυναίκα με ενάμιση εαυτό σαν τον ίδιον ήταν απειροελάχιστες.
Παρατηρώντας την γάτα του σκέφτηκε πως για πρώτη φορά δεν είχε βρει να δώσει το μικρό της και μεγάλωνε μαζί με την μάνα του, είχε γίνει ήδη μισό γατάκι αλλά σίγουρα δεν θα έμενε εκεί, οι γάτες -λένε- έχουν επτά ψυχές και όχι μιάμιση ...

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Με μούσι τον καιρό της χούντας




Με μούσι τον καιρό της χούντας


 Το περίμενε πως και πώς να τελειώσει το Λύκειο και να αφήσει γένια. Δεν ήταν μόνο λόγοι αισθητικής, το εξαιρετικά λεπτό του δέρμα υπέφερε από τα ξυραφάκια, μετά από κάθε ξύρισμα κοκκίνιζε και πρηζότανε σαν να είχε φάει μια ντουζίνα χαστούκια. Επρεπε να περάσει μισή ώρα για να εμφανισθεί σαν άνθρωπος. Όταν στις 21 Απριλίου του 67 η «εθνοσωτήριος» έπαιρνε πραξικοπηματικά τα ηνία του κράτους δεν φανταζότανε τι επίδραση θα είχε στις τρίχες του προσώπου του. Κι’ όμως…

Η χούντα είχε άποψη επί παντός επιστητού και φυσικά πάντοτε ανάλογη του μορφωτικού επιπέδου των πρωταγωνιστών της. Οσον αφορούσε την εμφάνιση των γυναικών περιορίσθηκε στο μήκος της φούστας, διαφωνώντας κάθετα με τις προτάσεις της Μαίρη Κουάντ για το μίνι. Εχουν αποτυπωθεί σκηνές απείρου κάλλους με τον Παττακό να μετράει το μάκρος της φούστας των γυναικών στον δρόμο, αλλά επειδή στην στρατιωτική χούντα δεν υπήρχαν γυναίκες δεν υπήρχε γυναικείο πρότυπο για προβολή.  Αντίθετα σους άνδρες και συγκεκριμένα στον τομέα της τριχοφυΐας υπήρχαν το μοντέλο του κουστουμαρισμένου  και πάντοτε φρεσκοκουρεμένου Παπαδόπουλου με το α λα Χίτλερ μουστάκι του  και το μοντέλο του εντελώς φαλακρού  και πάντοτε κόντρα ξυρισμένου Παττακού.
Ξεπερνά τα όρια της φαντασίας το πόσο επηρεάζει η εικόνα του ηγέτη τα γούστα του λαού, ήταν κάτι που θα το καταλάβαινε πολύ αργότερα, όταν η μισή Ελλάδα φόραγε το ζιβάγκο του Αντρέα. Τότε με την τηλεόραση στα σπάργανα και τα περιορισμένα θέματα που έδειχνε, η επίδραση της εικόνας του Παπαδόπουλου  και η συχνότητα των διαγγελμάτων του καθόριζε και τα εμφανισιακά πρότυπα στις περισσότερες οικογένειες.. Στην δική του οικογένεια, αφού άκουσε μερικά σχόλια περί εμφάνισης  κομμουνιστοσυμμορίτη,  εαμοβούλγαρου και τα σχετικά, είχε μια φαεινή ιδέα : έκλεισε τον ήχο της τηλεόρασης την ώρα που μίλαγε ο δικτάτορας. Ηταν τόσο γελοίες οι κινήσεις του που ο πατέρας του δεν ήταν δυνατόν να συγκρατήσει τα γέλια. Μέχρι τότε όλη η προσοχή του ήταν στο να καταλάβει τις ασυνάρτητες ελληνικούρες που αμόλαγε ο Παπαδόπουλος και όπως γίνεται συνήθως, επειδή πολλές δεν τις καταλάβαινε, τις θεωρούσε πολύ σπουδαίες. Οι ιστορικοί του μέλλοντος μπορεί να αποφανθούν αν ήθελε και τάλεγε ώστε να προκαλέσει τον εκ της απορίας θαυμασμό ή του ξέφευγαν, αλλά ο πατέρας του απαλλάχτηκε από την «επαναστατική» επιρροή και συναίνεσε στο μούσι του γιού του. Την ίδια μέθοδο,  του ακατάληπτου, ακολούθησαν και κάποιοι σκηνοθέτες εκείνη την εποχή κερδίζοντας φεστιβαλικά βραβεία, η φοβισμένη κριτική επιτροπή φοβότανε μήπως αδικήσει κανένα αριστούργημα και βράβευε ότι δεν καταλάβαινε !!

Πέρα όμως από το στενό οικογενειακό περιβάλλον οι τρίχες δεν έτυχαν τη ανάλογης υποδοχής. Ο γενειοφόρος αντιμετωπιζότανε ως εν δυνάμει ύποπτος για την ασφάλεια του καθεστώτος, με αποτέλεσμα τις συχνότατες επισκέψεις στο αστυνομικό τμήμα για εξακρίβωση στοιχείων με μόνη αιτιολογία  το μούσι. Μάλιστα οι περισσότεροι φίλοι του τον έκοψαν από παρέα γιατί τους έσερναν κι αυτούς κάθε τόσο στο τμήμα μόνο και μόνο επειδή κάθονταν στο ίδιο τραπέζι της Φωκίωνος  Νέγρη με τον «ύποπτο» μουσάτο.
Το βιολί της προσαγωγής στο τότε τμήμα της οδού Υακίνθου βάστηξε πάνω από δυο χρόνια. Το αποκορύφωμα ήταν όταν τον πιάσανε την ώρα που άνοιγε την πόρτα του σπιτιού του με το κλειδί. Ο «μυστικός» που τον είχε χρεωθεί έμενε λίγα σπίτια πιο πάνω και μια που τον είδε περνώντας, τον θυμήθηκε.  Η διαδικασία στο τμήμα ήταν πάντοτε η ίδια : στην αρχή «πιάνο» με τα δακτυλικά αποτυπώματα, μετά κάποιες τυπικές ερωτήσεις, λίγο στουπί για το σκούπισμα των χεριών και η καθιερωμένη αναμονή μέχρι να έρθουν τα αποτελέσματα των αποτυπωμάτων από την ασφάλεια. Δεν του είχε περάσει ποτέ από το μυαλό πως οι μπάτσοι καλαμπούριζαν για να περνάνε την ώρα τους, έπρεπε απλά να συμπληρώσουν κάποιον αριθμό προσαγωγών για να φανεί πως κάνουν την δουλειά τους. Το κατάλαβε τυχαία. Σε ένα γεμάτο μπλόκο, περισσότερα από είκοσι άτομα, θεώρησε ότι είχε «αρχαιότητα» λόγω των πολλών συλλήψεων και ζήτησε να δώσει πρώτος αποτυπώματα. Ο «δικός» του μυστικός τον διέταξε χαιρέκακα να μπει τελευταίος στην σειρά μόλις του θύμισε ότι ακριβώς το προηγούμενο βράδυ είχε προσαχθεί ξανά από τον ίδιο.  « Λες να έγινα σήμερα καταζητούμενος» τον ρώτησε χωρίς να πάρει απάντηση. Λόγω του μεγάλου πλήθους, σαν τελευταίος στην σειρά δεν χωρούσε στην αίθουσα οπότε βρέθηκε στις σκάλες που οδηγούσαν στον πρώτο όροφο της Τμήματος. Από εκεί μπορούσε να δει τον δρόμο και την ελευθερία του. Το καλοσκέφτηκε, πήρε το πιο αθώο ύφος του και πέρασε καμαρωτός από τον φρουρό της εξωτερικής πόρτας πηγαίνοντας σπίτι του. Ισως ήταν σύμπτωση αλλά δεν τον πήρανε ποτέ  ξανά για αποτυπώματα από τότε !

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Επί πώλου όνου

 .



Ο κυρ Μέντιος, ο γάίδαρος, είχε κάτι το περίεργο στο βλέμμα του. Στα μάτια των ανθρώπων ίσως ήταν  μια περηφάνεια απ' τα πολλά βραβεία που είχε κερδίσει, είχε ανακηρυχθεί "γάϊδαρος του νησιού" τα τρία τελευταία χρόνια σερί, μα οι άνθρωποι τι να ξέρουν από γαϊδούρια, όταν απλά μιμείσαι κάτι, δεν είναι σίγουρο πως θα το κατανοήσεις...
Στα μάτια των ομοίων του ο κυρ Μέντιος φαινότανε κουρασμένος κάπως κι' απορημένος, είχε μπλέξει σ΄αυτήν την ιστορία με τις διπλοβάρδιες που του έφερνε βέβαια αναγνώριση και βραβεία αλλά και μια κόπωση που την άντεχε  μόνο χάρη στην γαϊδουρινή υπομονή του.
Ο κυρ Μέντιος κληρονομήθηκε " εξ αδιαιρέτου " σε δυο αδέρφια στο νησί. Οπως τα περισσότερα γαϊδούρια, μέχρι τότε, δούλευε στο αγώγι μεταφέροντας ανθρώπους και πράγματα από τη σκάλα κάτω, στη χώρα απάνω, τα κτίζανε στα ψηλά τα σπίτια στα νησιά ένα καιρό για ν' αποφεύγουν  πειρατές κι' Εγγλέζους.  Τ' αγώγια, μετρημένα, μια φαμιλιά μονάχα μπορούσαν ν' ανασταίνουν, τ' άλλο τ' αδέρφι πήρε να παλεύει σε κάτι λίγα  κληρονομικά στρέμματα  φτωχής σε χώμα γης, με κάτι αμπέλια ξερικά και στάρι, κριθάρι για προσφάγι. Εχοντας το γαϊδούρι μισακό, της γης το πάλεμα τόκανε βράδυ, όταν τελείωναν τ' αγώγια.
Αδιαμαρτύρητα ο κυρ Μέντιος πέταγε το βαρύ σαμάρι και ζευότανε νυχτιάτικα τ' αλέτρι ή το σβολοκόπι και τ' άλλα τα εργαλεία του οργώματος ή κουβάλαγε, με το φεγγάρι οδηγό, στα κτήματα λιπάσματα και κοπριές για ν' αυγατίσει η σοδειά. Μέχρι και αυτοκόλλητα φωσφορίζοντα του βάλανε του κυρ Μέντιου, πράσινο από μπροστά και κόκκινο στα καπούλια να τονε βλέπουν τ' αυτοκίνητα από τουρίστες στη βραδυνή την βάρδια, μην έχουν κάνα ατύχημα
Κι' ήρθε κι' έστρωσε το γαϊδαράκι, πέταξε ότι λίπος είχε επάνω του περιττό, για να μπορεί ν' αντεπεξέλθει στην διπλοβάρδια. Κάθε πρωΐ, με τ' άλλο αφεντικό στη σειρά, σαν τα ταξί, για τ'αγώγια, μ' ελάχιστη ξεκούραση και το βράδυ τ' αγροτικό του, σαν δόκιμος γιατρός. Τα βράδια αγρίευε λιγάκι, χρόνια συνηθισμένος να τα περνάει στο παχνί του, πάλευε με τα μάτια του να σκίσει το σκοτάδι να δει μην έρχεται εχθρός. Τα πρωϊνά ξεκουραζόταν λίγο η ψυχή του, έβλεπε κι' άλλα γαϊδούρια, καμμιά θηλυκιά να θυμάται που και που το φύλο του κι αντάλλασσε κανένα φιλικό γκάρισμα με τ' άλλα γαϊδουράκια. Στα μάτια ανθρώπων και γαϊδάρων φάνταζε ήρωας, ο ήρωας της διπλοβάρδιας, όλοι κοιτάζανε με δέος και με ζήλεια τα μετάλλια από τα βραβεία που ήταν περασμένα χαϊμαλιά στην λαιμαριά του.
Ο κυρ Μέντιος τ' αγαπούσε και τα δυό τ' αφεντικά του. Θυμότανε μικρά που τα πήγαινε βόλτα στο σαμάρι του, τις εποχές τις ευτυχισμένες. Θυμότανε που τούδιναν να φάει καρπουζόφλουδες και το νερό που τούβαζαν να ξεδιψάσει. Θυμότανε με περηφάνεια την λίγη αγάπη που του δείξανε τα πιτσιρίκια μεσ' στα παιχνίδια τους. Δεν θα μπορούσε να κάνει αλλιώς τώρα που είχαν την ανάγκη του.
Μπορεί να μην τον ρώτησαν ποτέ, μπορεί να τον θεωρούσαν "δεδομένο", μα η συναίνεσή του ήταν γνήσια και εντελώς αυθόρμητη.
Μόνο το βλέμμα του ποτέ δεν εξηγήσανε μήτε οι ανθρώποι μήτε οι γαϊδάροι. Γιατί ποτέ δεν τους πέρασε από το μυαλό πως ο κυρ Μέντιος βρέθηκε εκεί, αλλά δεν ήθελε να είναι ο ήρωας της διπλοβάρδιας. ούτε κανένας άλλος ήρωας.

 

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Κάργιες και γλάροι


Ενώ στην ζωή τα πουλιά έχουν δύο γένη, δεν έχω ακούσει ακόμα τίποτε για ομοφυλόφιλα πουλιά, στην ελληνική γλώσσα  έχουν τρία. Ο μηχανισμός με τον οποίον παίρνουν το γένος τους μου είναι άγνωστος, ίσως να πηγάζει από την λεγόμενη λαϊκή σοφία, ίσως και να είναι τυχαίος. Πάντως ο γλάρος ακούγεται πάντα "αρσενικός", η κάργια "θηλυκιά" ενώ το σπουργίτι  ουδέτερο. Περιέργως το γεράκι "δίνει" την γερακίνα ενώ το κοράκι τον κόρακα και ναι μεν λέμε "ο γέρακας" αλλά "η κορακίνα" είναι μάλλον αδόκιμος όρος, άκρη δεν βρίσκεται.


Στο μέρος που πέρασα το καλοκαίρι μου παρατηρούσα από την βάρκα μου το σούρουπο και την αυγή την συμπεριφορά των δύο εκπροσώπων των πτηνών που επικρατούσαν στην περιοχή, τους γλάρους και τις κάργιες. Κακόφωνα πουλιά και τα δύο διεκδικούσαν τις δυο βραχονησίδες, σκάρτο μισό μίλι απ' την στεριά, για να περάσουν τις νύχτες τους. Αμερόληπτος στην σύγκριση δεν θα μπορούσα να είμαι μια που έχω αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις φιλίας με έναν γλάρο, τον ονομάζω -κλασσικά-Ιωνάθαν εδώ και χρόνια. Τον ξεχωρίζω από τους άλλους από ένα σημάδι στο ράμφος του και πλησιάζει την βάρκα μου μόλις αγκυροβολήσω, περιμένοντας τον μεζέ του. Μάλιστα φέτος πλησίαζε την βάρκα περισσότερο από κάθε άλλη φορά και με εντυπωσίασε όταν ήρθε σχεδόν δίπλα μου μόλις είδε ότι είχα πιάσει κάποιον σπάρο ενω ήταν αδιάφορος όταν ανέβαζα λιθρινάκια. Είχε ήδη μάθει ποιά ψαράκια προορίζονταν γι' αυτόν. Μάλιστα πέρισυ μου έκανε μια επίδειξη της σοφίας του όταν μια μέρα δεν με πλησίασε καθόλου. Ηταν η μέρα που για μυστήριους λόγους, ιερά μυστικά της θάλασσας, τα ψάρια δεν έτρωγαν καθόλου.
Πιθανόν και οι κάργιες να είναι το ίδιο ή και περισσότερο έξυπνες αλλά να μην είχα την ευκαιρία να το διαπιστώσω, αυτό συνέβαινε και με τις γυναίκες τα παλιά χρόνια όταν δεν βγαίνανε από το σπίτι τους ενώ οι άντρες κρίνονταν κάθε μέρα στον στίβο της βιοπάλης. Οι εμπειρίες μου από τις κάργιες περιορίζονταν στην άφιξή τους το σούρουπο στις βραχονησίδες και την αναχώρησή τους από εκεί το πρωϊνό. Οι εμπειρίες μου από τις γυναίκες που δεν έβγαιναν από το σπίτι τους είναι ακόμα λιγότερες αλλά περιέργως τις ταυτίζω στο μυαλό μου με τις κάργιες, έτσι τις αποκαλούσανε και οι ντόπιοι χωρικοί. Αντίθετα τις γυναίκες που συμμετείχαν στην κοινωνική ζωή του χωριού τις λέγανε κουρούνες, μια λέξη που στην τοπική διάλεκτο αντικαθιστούσε νοηματικά το "καϋμένες". Υπάρχει και ο αντίστοιχος αντρικός όρος, "κουρούνης" αποκαλείται ο βασανισμένος από τις ατυχίες της ζωής.


Η κάργια δίνει την εντύπωση μαύρου πουλιού ενώ στην πραγματκότητα είναι γκρίζα σκούρα. Και ο γλάρος δίνει την εντύπωση άσπρου πουλιού ενώ έχει αρκετά γκρίζα ανοικτά φτερά. Εκτός από το χρώμα, άσπρο-μαύρο, υπάρχει μεγάλη διαφορά και στο πέταγμα των δύο πτηνών. Ο γλάρος γλιστράει περήφανα τον αέρα,. πλανάρει εύκολα και έχει μια αρμονία στις κινήσεις του. Αντίθετα η κάργια σχεδόν δεν μπορεί να πετάξει σε ευθεία γραμμή, κτυπάει άτσαλα και άρρυθμα τα φτερά της και δίνει την εντύπωση πως υποφέρει για να κάνει μια μικρή διαδρομή.
Το σούρουπο οι κάργιες καταφθάνουν κράζοντας στα νησάκια σε μεγάλες ομάδες ακολουθούμενες από κάποια   μεμονωμένα άτομα που προσπαθούν απεγνωσμένα να προφτάσουν το κοπάδι.Είναι απίστευτη η φασαρία που κάνουν λες και θέλουν να ξορκίσουν την νύχτα που έρχεται.  Συνήθως διαλέγουν την βραχονησίδα που βρίσκονται οι γλάροι τους οποίους διώχνουν με ταχύτατες διαδικασίες παρ' ότι είναι αισθητά πιο μικρόσωμες από αυτούς. Κάνουν όμως πολύ περισσότερο θόρυβο από αυτούς καθώς τσακώνοντι μεταξύ τους για τις καλύτερες θέσεις. Ισως αυτή η φασαρία και η εριστικότητα να είναι η αιτία της επικράτησης τους στον αγώνα για το νυκτερινό κατάλυμα με τους αντίζηλους γλάρους. Μετά, μόλις μια κάργια ξεκινήσει για το άλλο νησάκι που κατέφυγαν οι γλάροι, όλο το κοπάδι ακολουθεί διώχνοντας ξανά τα γλαρόνια. Αυτό γίνεται αρκετές φορές μέχρι να σουρουπώσει για τα καλά. Τις ημέρες που έχει κακοκαιρία οι κάργιες κουρνιάζουν στα ψηλά κλαριά των ευκάλυπτων της στεριάς.ενώ οι γλάροι προστατεύονται σε βραχοσπηλιές.
Με το χάραμα της μέρας πρώτοι οι γλάροι διασκορπίζονται πλησιάζοντας τις ψαρόβαρκες που βρίσκονται στους τόπους τους από τα μαύρα σκοτάδια. Κάθε γλάρος υπερασπίζεται την επικράτειά του από τους αντιζήλους του χαμηλώνοντας το κεφάλι σε μια επιθετική στάση και αφήνοντας μια μακρόσυρτη κραυγή. Μετά, όταν οι ψαράδες τελειώσουν με το νετάρισμα στα παραγάδια και στα δίχτυα, οι γλάροι αρχίζουν τις περιπολίες της μέρας από ψηλά, ψάχνοντας για τροφή.

Σαν φέξει για τα καλά οι κάργιες ξεκινάνε κοπαδιαστά την επιστροφή τους στην στεριά. Τώρα πετάνε  χωρίς πολλή φασαρία, αλλά πάλι άτσαλα κι' άγαρμπα. Πλησιάζοντας στην στεριά η κάθε μια πηγαίνει ειρηνικά στον ζωτικό της χώρο, που τον έχουν ορίσει από μόνες τους ,με τους άγραφιυς νόμους του κοπαδιού, χωρίς συμβόλαια και τίτλους ιδιοκτησίας, χωρίς δικηγόρους και τοπογράφους μηχανικούς...

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

Τσιάο, μπέλλο

Τσιάο, μπέλλο

.

Την είδε λίγο πριν σκοτεινιάσει ντυμένη στα λευκά. Εβγαζε το εγγονάκι της βόλτα με το καροτσάκι και δικαιολογούσε πλήρως τον τίτλο που της είχε απονείμει ο Αντόνιο πολλά χρόνια πριν : λα ντόννα ιντραμοντάμπιλε, πάει να πει η κυρία που παραμένει η ίδια με τα χρόνια.
Η αλήθεια ήταν ότι περίμενε να την δει  νωρίτερα, αυτή την χρονιά το καλοκαίρι είχε αρχίσει νωρίς και η ...αμετάβλητη κυρία δεν έχανε ποτέ την ευκαρία για ένα θαλασσινό μπάνιο, ίσως ήταν το μυστικό της. Φυσικά δεν χρησιμοποιούσε αντηλιακά και κρέμες, το δέρμα της, δέρμα έφηβης, είχε πάρει το μόνιμο σκούρο χρώμα που έχουν οι ψαράδες και οι άλλοι εργάτες της θάλασσας, χωρίς βέβαια τις ζάρες και τις ρυτίδες τους.
Την κοίταξε ερωτηματικά μετά τις πρώτες τυπικότητες προσπαθώντας να μαντέψει. Τον έβγαλε γρήγορα από τον κόπο : "Θα τα έμαθες για τον Αντώνη, φαντάζομαι ... δεν άντεξε ... δυστυχώς". Ο άντρας της φάνηκε σπρώχνοντας ένα καροτσάκι με ένα άλλο εγγονάκι. Χαιρέτησε καλοδιάθετα διώχνοντας την κουβέντα από τα δυσάρεστα. Ισως η φροντίδα του να συντηρεί πειστικά γύρω του πάντοτε ένα χαρούμενο περιβάλλον να ήταν το κύριο συστατικό για την απίστευτη συντήρηση της ομορφιάς της γυναίκας του.

Το χρώμα του θανάτου ήταν πάντοτε μία από τις αναπάντητες ερωτήσεις του. Από έμπνευση πίστευε πως ήταν κάτι σαν το πορτοκαλλί, κάτι σαν το χρώμα που έβλεπε να σχηματίζεται στα βλέφαρα όταν έστρεφε τα κλειστά του μάτια στον ήλιο. Σε πολύ έντονα ερωτικές στιγμές, όταν το πάθος δοκίμαζε τα όρια της αντοχής,  διάφορες ερωμένες προσπάθησαν να τον πείσουν ότι το μωβ χρώμα ήταν πιο ταιριαστό. Σχεδόν τα κατάφεραν μέχρι που είδε εκείνο το έργο, το "η παράσταση αρχίζει"  (all that jazz, του Bob Fosse). Η σκηνοθετική  άποψη για το σενάριο και η πολύ καλή μουσική του έργου τον έπεισαν ότι ο θάνατος εμφανίζεται με την μορφή μιας όμορφης γυναίκας ντυμένης στα λευκά.

Ηταν το τρίτο καλοκαίρι που περίμενε να δει τον Αντώνη και κάθε φορά η ντόννα ιντραμοντάμπιλε του έφερνε τα νέα του. Ηταν όμως η μοναδική φορά που στην πρώτη τους  συνάντηση έτυχε να φοράει άσπρα.

Ο κυρ Αντώνης πάει καιρός που ζούσε στην αυλή
με ένα κανάτι κι ένα κρεβάτι και με κρασί πολύ
είχε δυο μάτια γαλανά κι αχτένιστα μαλλιά
κι ένα λουλούδι πάντα φορούσε στα ρούχα τα παλιά

Ο κυρ Αντώνης βιάζεται να πάει να κοιμηθεί
γιατί το βράδυ στα όνειρά του θέλει να θυμηθεί
ό,τι ποτέ δεν έζησε μες τ' όνειρό του ζει
μα η νύχτα φεύγει και λυπημένο τον βρίσκει η χαραυγή

Μα ένα βράδυ ο κυρ Αντώνης στρώνει να κοιμηθεί
κι όταν ξυπνάμε τον καρτεράμε στην πόρτα να φανεί
μα ο κυρ Αντώνης δε θα βγει ποτέ του στην αυλή
αφού για πάντα μες τ' όνειρό του θέλησε πια να ζει
Στα τρία αυτά χρόνια τηλεφώνησε μόνο μια φορά, δεν του άρεσαν τα τηλεφωνήματα του Αντόνιο και τον καταλάβαινε καλά. Εκτός αυτού του όφειλε τον απαιτούμενο σεβασμό, ήταν μεγαλύτερός του περίπου είκοσι χρόνια. Υπήρχε μια μακρινή συγγένεια μεταξύ τους που δεν την έψαξαν ποτέ. Τον αποκαλούσε "τσίο" δηλαδή θείε και ήταν ο "νιπότε", ο ανηψιος, είχαν τον δικό τους κώδικα επικοινωνίας, στην πραγματικότητα ήταν ξαδέρφια.

Ο Αντώνης, παντρεμένος με Ιταλίδα σταδιοδρόμησε στην γείτονα χώρα και όταν πενηντάρισε θυμήθηκε τα πάτρια εδάφη. Αγόρασε ένα σπίτι στον τόπο της καταγωγής του και επέστρεψε σαν "Αντόνιο", ασορτί με τον ευρωπαϊκό αέρα που απέπνεε. Αντίστοιχα στην Ιταλία κυκλοφορούσε ως " Τόνυ" και εκεί ο "ευρωπαίκός" αέρας τον βοηθούσε στις δουλειές του, εξάλλου χειριζότανε άνετα τα αγγλικά- πρόβλημα για τους περισσότερους Ιταλούς-, τα γαλλικά και βελτίωνε συνεχώς τα ρώσσικά του.

Δέθηκαν περισσότερο ένα καλοκαίρι που ο τσίο ήλθε πιο νωρίς, χωρίς οικογένεια, για κάτι μικροεπισκευές του σπιτιού του. Ετυχε και ο νιπότε να είναι χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις και το απόλαυσαν. Ντυμένοι μόνο μ' ένα πράγμα κάτι μεταξύ μαγιό και σορτς, χωρίς πετσέτα, γύρναγαν με την βάρκα από παραλία σε παραλία.. Μοναδικά εφόδια ήταν τα τσιγάρα τους και κάνα δυό μπουκάλια νερό. Κουβέντιαζαν για μικρά και μεγάλα πράγματα όπως κάνουν οι πραγματικοί φίλοι. Αργά το απόγευμα πλησίαζαν κάποια παραλιακή ταβέρνα. Εβγαιναν πελαγώνοντας και κάθονταν πάντοτε δίπλα στο κύμα. Ετρωγαν βερεσέ και στην επιστροφή κυριολεκτικά "γεμάτοι" άκουγαν μια όπερα του Βέρντι στο μισοσκόταδο. Πριν τις έντεκα είχαν ήδη αποκοιμηθεί ώστε να απολαύσουν το επόμενο πρωϊνό πριν χαράξει. Μια μέρα την εβδομάδα γυρνούσαν τις ταβέρνες, τα βενζινάδικα και τα περίπτερα να ξεπληρώσουν τα χρέη τους. Είχαν ανακαλύψει την ελευθερία που χαρίζει η ανυπαρξία κλειδιών και χρημάτων, για τα κλειδιά είχανε βρει καβάντζες στα σπίτια τους.

Τον  αγάπησε για τον λεπτό τρόπο με τον οποίον ζητούσε κάτι και τον ακόμα λεπτότερο με τον οποίο ανταπέδιδε. Τα φρέσκα ψάρια, ειδικά τα μικρά, ψημμένα με αλάτι, ήταν από τις αδυναμίες του, φρόντιζε πάντοτε για το κατάλληλο κρασί που τα συνόδευε.



Ο βασικότερος λόγος που εκτιμούσε τόσο τον τσίο ήταν ότι τον είχε μυήσει στον κόσμο της μουσικής του Βέρντι, ένα καινούργιο κόσμο φιαγμένο με την τελειότητα της μουσικής του. Πραγματικά δικαίωνε τον τσίο που του έλεγε πως ό,τι ακούγεται ωραία και δεν είναι Βέρντι  μπορεί να λάμπει αλλά δεν είναι χρυσός. Αργότερα, όταν γνώρισε και τα υπόλοιπα έργα του εκτός από τις όπερες, αυτά που ο τσίο αγνοούσε, κατάλαβε πως είχε φτάσει σ' αυτό το συμπέρασμα όχι τόσο από γνώση αλλά από ένστικτο. Ισως από ένστικτο τον συμβούλευε να βγει από το χρηματιστήριο όσο ήταν καιρός αλλά δεν τον άκουσε. Προτίμησε την δική του φωνή της λογικής και την πλήρωσε.



Κάθε άνθρωπος έχει τον δικό του τρόπο να πενθεί ή να τιμά τους φίλους και τους συγγενείς του. Αυτό σκεφτότανε καθώς ξεκίνησε με την βάρκα του, χωρίς πουκάμισο και πετσέτα, για μια μακριά βόλτα στα νησάκια. Δεν είχε αποφασίσει ακόμα σε ποιά ταβέρνα θα πελάγωνε με το σούρουπο. Ηξερε μόνο ότι αυτή τη φορά θα έπινε από δυό ποτήρια...

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

Ο κύριος Μάκης



Ο κύριος Μάκης είναι ένα αξιοσέβαστο πρόσωπο στον κύκλο του, αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό του και το μυστικό της επιτυχίας του. Ο κύριος Μάκης είναι εμφανίσιμος αλλά δεν είναι εύκολα προσδιορίσιμος, ακριβώς σαν το όνομά του. Ευκολοχώνευτο το Μάκης αλλά μπορεί να κρύβει από Δημήτρη μέχρι Ευθύμη κι από Σταμάτη μέχρι Χρυσόστομο. Οταν τον ρωτάνε, απαντά αφοπλιστικά " Μα καλά, δεν σας φτάνει το Μάκης ;"

Η ιστορία του είναι απλή. Ο κύριος Μάκης έβγαλε το λύκειο, γνώριζε πάντα μια ξένη γλώσσα από την οποία δεν θα ακούσεις ποτέ να προφέρει ούτε μια λέξη και τρώει πάντα πρώτος απ' όλους στις ταβέρνες. Τρώει με απόλυτη προσήλωση το φαΐ του, σαν να ήταν η δουλειά του, συνήθως κάτι ελαφρύ και εν συνεχεία περιμένει να αρχίσει η κουβέντα. Ποτέ δεν μιλάει πρώτος, εκτός από την τυπικότητα του "τι κάνεις, πως είναι τα παιδιά". Είναι όμως καλός ακροατής στις γενικότητες, ενώ αποφεύγει συστηματικά τις πολιτικές συζητήσεις δηλώνοντας μονόχνωτα "ψηφίζω κουκουέ και δεν συζητώ πολιτικά".

Ο κύριος Μάκης είναι ψηλός για να στέκεται πάνω από τους υφισταμένους του, ωραίος ώστε να μη υποκύπτει στον πειρασμό των γυναικών υπαλλήλων και καλοντυμένος ώστε να αποπνέει ανωτερότητα. Την ανδρική γοητεία του ασκεί και στο κοινωνικό του περιβάλλον, η γυναίκα του ήταν επίσης κάποτε όμορφη και υποτακτική, μερικές γυναίκες των γνωστών του είναι ενδιαφέρουσες τώρα που η δική του έχει τα χρονάκια της και έχει χάσει την πνευματικότητά της από την πολύωρη παραμονή της στην κουζίνα και στο σιδέρωμα. Ο κύριος Μάκης ποτέ δεν ασχολήθηκε με την ανατροφή των παιδιών του, δούλευε πολλές ώρες στην εταιρία και τις Κυριακές πήγαινε κυνήγι ή ψάρεμα με τους κατά καιρούς φίλους του. Ηταν όμως γενναιόδωρος στο χαρτζιλίκι των παιδιών και στα δώρα στην γυναίκα του, οικιακής ή επενδυτικής χρήσεως κυρίως. Στις ολιγοήμερες διακοπές η γυναίκα του κρατούσε τα παιδιά σε απόσταση ακούγοντας τον να λέει "Μη μου μιλάτε αυτές τις μέρες, θέλω να ξεκουραστώ".

Ο κύριος Μάκης εργάζεται σαν μεγαλοστέλεχος σε εμπορικές επιχειρήσεις. Εκεί βρίσκεται στο στοιχείο του και εκεί εκτιμούν τις ικανότητες της προσωπικότητάς του. Στην κοινωνία απλά τον σέβονται. Σιγά-σιγά κτίζεται ένας μύθος γύρω από το όνομά του. Αλλάζει κάθε λίγα χρόνια εταιρία υπογράφοντας νέο συμβόλαιο με καλύτερους όρους στην καινούργια εταιρία. Ο συνηθισμένος του τίτλος είναι διευθυντής προσωπικού αλλά μπορεί να καλυφθεί κάτω και από άλλους τίτλους, η αποτελεσματικότητά του είναι η ίδια. Για την δουλειά του δεν συζητά ποτέ, λέει απλά "Δόξα τω Θεώ, βρήκα αυτή την δουλειά και τα κουτσοκαταφέρνω".

Ο κύριος Μάκης όταν έκτιζε το εξοχικό του μέσα στο δάσος έγινε κολλητός με τον ξάδερφό του. Η γυναίκα του τον είχε δει άλλη μια φορά στον γάμο τους, δεν τον θυμότανε καλά. Αλλά τον καλοδέχθηκε σαν συγγενή του άντρα της και κάποιον άνθρωπο μεσ' το σπίτι που θα μπορούσε να λέει δυο κουβέντες. Ο ξάδερφος ήταν σε όλα εντάξει. Και κουβάλημα ήξερε και ηλεκτρολογικά και υδραυλικά και σκάψιμο στον κήπο, απ΄όλα και ακούραστος, σωστό χρυσωρυχείο. Μέχρι να τελειώσει το εξοχικό ήτανε μόνιμος κάτοικος, μετά εξαφανίσθηκε. Οταν τον ρώτησε η γυναίκα του τι απέγινε, ο κύριος Μάκης της απάντησε "Σε παρακαλώ να μην ανακατεύεσαι με το σόϊ μου ".

Το αυτοκίνητό του ήταν σαν αντίγραφο του εαυτού του, ένα μεγαλομεσαίο πλέον μοντέλλο από την γκάμα μιας εταιρίας. Την πρώτη φορά που αγόρασε γιαπωνέζικο αμάξι δυο χιλιάδων κυβικών δήλωσε πως μ' αυτό το αμάξι θα γεράσει και πως είναι απείρως καλύτερο από το αντίστοιχο ακριβότερο γερμανικό μοντέλλο. Αυτό το αγόρασε δυο χρόνια μετά όταν άλλαξε εταιρία. Τώρα πλέον γι' αυτόν τα γερμανικά αυτοκίνητα είχαν κατακτήσει την κορυφή της τεχνολογίας, άσε που είχαν και καλύτερη τιμή μεταπώλησης. Πάντως ούτε για τα αυτοκίνητα παρασυρόταν σε πολύωρες κουβέντες. Δήλωνε απολύτως ικανοποιημένος από το μοντέλλο που είχε " Με αυτό θα γεράσω ", μόνο το "αυτό" άλλαζε κάθε φορά.

Για το ποδόσφαιρο δεν συζητούσε, δεν του το επέτρεπε η ταξική του συνείδηση ενώ κάθε μορφή τέχνης ήταν φανερά έξω από τα ενδιαφέροντά του. Παρακολουθούσε όμως τις κουβέντες των άλλων και είχε μια καλή συμβουλή όταν κάποιος έψαχνε ένα σπάνιο ανταλλακτικό και πάντα ήξερε που μπορούσε κάποιος να βρει φθηνότερα ένα προϊόν. Ηταν ένας άνθρωπος της πιάτσας ο κύριος Μάκης, φαινόταν στο σκληρό βλέμμα του. Αν η εξυπηρέτηση αφορούσε όμορφη γυναίκα ή τον άντρα της, πρόσθετε : "Χρησιμοποιείστε το όνομά μου. Θα σας κάνουν μια καλύτερη τιμή".

Στα γεύματα της εταιρίας δοκίμαζε τους πιο ακριβούς μεζέδες, εξ άλλου ιεραρχικά ήταν από τους πρώτους που πλησίαζαν τους μπουφέδες. Αρνιόταν όμως πεισματικά στην γυναίκα του το δικαίωμα να αγοράσει καραβίδες ή μπον φιλέ, ίσως να τον εμπόδιζε η ταξική του συνείδηση. Από την άλλη δεν ήταν και γευσιγνώστης ώστε να καταλάβει την διαφορά. "Σιγά τα λάχανα" της έλεγε "Δεν βλέπω για ποιόν λόγο πρέπει να δώσουμε τόσα λεφτά για φαΐ, δεν βγαίνουν εύκολα τα λεφτά" .

Ο κύριος Μάκης στην καριέρα του έμαθε καλά να διαχειρίζεται αυτό που αποκαλείται υπαλληλικό δυναμικό μιας εταιρίας. Πάντοτε μετέφερε στους ανωτέρους του την πίστη και προσωπολατρεία του κατώτερου προσωπικού και πάντα διαβεβαίωνε τους κατώτερους υπαλλήλους για το στοργικό ενδιαφέρον της διοίκησης της εταιρίας, γι' αυτούς και τις οικογένειές τους. Τα Χριστούγενννα, με τα ετήσια χρηματικά πρόστιμα των υπαλλήλων, αγόραζε δώρα για τα παιδιά τους και οργάνωνε την σχετική γιορτή. Δήλωνε σχετικά "Είμαστε όλοι σαν μιά μεγάλη οικογένεια".

Ο κύριος Μάκης είναι ένα αξιοσέβαστο πρόσωπο στο κοινωνικό και εργασιακό του περιβάλλον. Εξακολουθεί να είναι καλοντυμένος και να διατηρείται σε φόρμα. Αποφεύγει τις μακροσκελείς πολιτικές συζητήσεις και τους ανώφελους σχολιασμούς περί τέχνης και ποδοσφαίρου. Ουδεμία αλλαγή στο πολιτικό ή εργασιακό χώρο είναι ικανή να αλλοιώσει την εικόνα του. Το είπε ξεκάθαρα μ' ένα γιουκαλίλι, την μοναδική φορά που μίλησε σχολιάζοντας τον εαυτόν του και μάλιστα σε ξένη γλώσσα, " He' s a well respected man".

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Ο Αντρίκος ο μπάμιας (εκτενές απόσπασμα)


  Ενα λουλούδι μπάμιας

Ο Αντρίκος ο Μπάμιας νόμιζε πως ήταν μονάρχιδος ενώ ήταν κρύψορχις δηλαδή ο ένας όρχις του δεν είχε κατέβει όταν ήταν μωρό αλλά παρέμεινε στην κοιλιά του, ήταν κάτι που θα το μάθαινε συμπτωματικά στα πενήντα του, όταν θα έκανε κάποιες άσχετες ιατρικές εξετάσεις. Μέχρι τότε δεν είχε προβληματισθεί ιδιαίτερα, τα κατάφερνε μια χαρά και με το ένα. Η φράση «ένα αρχίδι λιγότερο» είχε από πολλές μεριές σχέση με την πραγματικότητα στην περίπτωσή του.
Σ’ αυτή την γενετική ανωμαλία χρωστούσε και το παρατσούκλι του αν και οι απόψεις των στενών συγγενών του διαφέρουν. Ο πρώτος ξαδερφός του ο Γιωργάκης υποστήριζε πως το παρατσούκλι του αιτία είχε το μικρό μέγεθος του πουλιού του, "σαν μπάμια ήτανε" τόνιζε χαιρέκακα. Γεγονός ήταν πως ο Αντρίκος ήταν ο μικρότερος στη γειτονιά, το αμέσως μικρότερο αγόρι τον πέρναγε τέσσερα χρόνια και σ’ αυτές τις ηλικίες οι διαφορές υπερτονίζονται, κάτι που ισχύει και στα σεξουαλικά όργανα και τις συγκρίσεις τους που τις προκαλούσε η παιδική περιέργεια.
Αντίθετα ο δεύτερος ξάδερφός του ο Νίκος πίστευε πως το παρατσούκλι είχε άλλη προέλευση. Ρωτάγανε τα μεγαλύτερα παιδιά τον Αντρίκο :
-Πόσες μπαλλίτσες έχεις στο σακκουλάκι σου, Αντρίκο ; Δύο ;
Ο μικρός ψαχουλεύοντας το όσχεό του απαντούσε με ειλικρίνεια :
- Μπα, μια.
Η μεγαλοξαδέρφη του η Σοφία, μισώντας τον διέδιδε παντού πως
«Πάντα μπάμιας ήτανε σ’ όλα του, θέλει τώρα να ανακατευτεί και στην πολιτική των οπωροκηπευτικών, δεν τούφτανε το συγγραφιλίκι, τρομάρα του».
Φοβότανε πως ο Αντρίκος θα έπαιρνε το σκήπτρο στην διαδοχή της οικογενειακής επιχείρησης και πως ο σύζυγος της δεν θα έπαιρνε την εκδίκησή του. Τον Γιωργάκη που τώρα έκανε κουμάντο τον θεωρούσε ήδη καμμένο χαρτί, η διαδοχή του ήταν θέμα χρόνου. Πριν κάποια χρόνια ο θεωρούμενος ως χαρισματικός σύζυγός της, ο αποκαλούμενος Θόδωρος ως φέρων του θεού τα δώρα, είχε αναρριχηθεί σε πολύ ψηλά σκαλοπάτια της οικογενειακής επιχείρησης όταν ο ιδρυτής της υπέκυψε στα παρακάλια του μοναδικού θηλυκού εκπροσώπου της φαμίλιας. Τα αποτελέσματα υπήρξαν τραγικά και εξεδιώχθη κλωτσηδόν. Η Σοφία στο δίλλημα σύζυγος ή οικογένεια δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τις επιδόσεις του Θόδωρα το κρεβάτι. Απομακρύνθηκε από την οικογένεια αυθωρεί και επανήλθε μόνον όταν ο ηγέτης της πήγε στα θυμαράκια και ο Γιωργάκης παρ’ όλα τα ιδιαίτερα μαθήματα -επί οκταετίαν- απεδείχθη απολύτως ανίκανος να κατανοήσει πως διοικείται μια τέτοια επιχείρηση και να πάρει τα δέοντα μέτρα. Κάποιος τεχνοκράτης, το μόνο υψηλόβαθμο στέλεχος της επιχείρησης με την αξία του και όχι λόγω καταγωγής, κατέχων την θέση του γενικού γραμματέως της εταιρίας, προσπάθησε να θέσει θέμα διαδοχής στο διοικητικό συμβούλιο αλλά τότε λειτούργησε το οικογενειακό ένστικτο της αυτοσυντήρησης και το στέλεχος πολύ έξυπνα ανέκρουσε πρύμναν περιμένοντας εν καιρώ το μήλο να πέσει κάτω από την μηλιά, δεδομένου ότι ποτέ δεν γίνεται νερό το αίμα. ΟΙ επόμενες κινήσεις του ήταν να αλλάξει επίθετο, το καινούργιο του συνειρμικά έφερνε προς τον τόπο καταγωγής της οικογένειας, και να υπονομεύει εσωτερικά τον πρόεδρο. Ηταν μια σωστή απόφαση αλλά απαιτούσε τον χρόνο της για να αποδώσει, βοήθησε όμως με την ανακατοσούρα που δημιούργησε στην αθόρυβη επιστροφή της Σοφίας και του συζύγου της .
Ο Αντρίκος ο μπάμιας όλα αυτά τα είχε υπ’ όψιν του, τα παρακολουθούσε χωρίς να επεμβαίνει, περισσότερο του έμοιαζαν με υλικό για μια από τις νουβέλλες που έγραφε. Οσον αφορά το παρατσούκλι του είχε απόλυτα ξεκαθαρισμένη άποψη, από μικρός του άρεσαν οι μπάμιες και τώρα που είχε μεγαλώσει καλλιεργούσε μπάμιες στον κήπο του και μάλιστα με ιδιαίτερη επιτυχία. Οι μπάμιες, υψηλόσωμες πόες, θέλουνε καθημερινή φροντίδα και παρακολούθηση για κόψιμο των καρπών στην δεύτερη, το πολύ την τρίτη τους μέρα γιατί αν ξεφύγουν μεγαλώνουν πολύ γρήγορα και κάνουν μόνο για σπόρο. Το κακό όμως είναι ότι στο φυτό που μεγαλώνει για σπόρο μια μπάμια δεν δένουν άλλοι καρποί και το φυτό δεν φημίζεται για την παραγωγικότητα του. Το δεύτερο κακό είναι η τρομερή ομοιότητα του μπουμπουκιού με τον δυο ημερών καρπό. Η γυναίκα του Αντρίκου έκανε συχνά αυτό το σφάλμα και έκοβε κατά λάθος μπουμπούκια, ίσως ήταν η κυριότερη αιτία στο διαζύγιό τους μετά τις διακλαδώσεις των κεράτων τους, φυσικά. 



 
Ενας καρπός μπάμιας


  
Ενα μπουμπούκι μπάμιας




Μπουμπούκι και καρπός μπάμιας μαζί !

Από την άλλη μεριά η οικογενειακή επιχείρηση με ζαρζαβατικά ασχολιότανε, οι μπάμιες μπορεί να αντιστοιχούσαν μόνο στο 2% του συνολικού τζίρου της αλλά για τον Αντρίκο ήταν το πιο σημαντικό κομμάτι της επιχείρησης, όπως σημαντικός ήταν και ο μοναδικός από τους…δίδυμους αδένες του. Βέβαια ήταν αρκετά υπερεκτιμημένος από τον ιδιοκτήτη του ο οποίος νόμιζε ότι κάνει δουλειά για δύο. Η ανακάλυψη ή μάλλον η γνωστοποίηση της ύπαρξης του δεύτερου αδένα επέφερε μια σταδιακή αλλαγή στον υπολογισμό της αξίας του, ίσως η ηλικία του δεν επέτρεπε τις απότομες μεταβολές. Ετσι σιγά-σιγά συνειδητοποίησε ότι το «μοναδικό» του αρχίδι δεν δούλευε υπερωριακά και υπεράνθρωπα αλλά έκανε την ίδια ακριβώς δουλειά με τον κρυφό «αδελφό» του, ήταν δηλαδή ένας καθ’ όλα φυσιολογικός αδένας και όχι το καμάρι του Αντρίκου.
Μια τέτοια σκέψη πολλές προεκτάσεις είχε, η πρώτη που τούρθε στον νου ήταν η διοίκηση της οικογενειακής επιχείρησης. Κατάλαβε πως ο Γιωργάκης ήταν ο μόνος που φαινότανε και έπαιρνε όλη την «δόξα», σαν το εξωτερικό αρχίδι, ενώ οι συγγενείς του έκαναν ακριβώς την ίδια δουλειά σαν κρυμμένα στην κοιλιά αρχίδια, δηλαδή στα έγκατα της εταιρίας και έμεναν στην αφάνεια.
«Αυτός προεδριλίκια και γω τις μπάμιες μου» σκέφτηκε με αγανάκτηση το πρωΐ που έκανε την καθημερινή συλλογή των καρπών. Μάζευε μια χούφτα μπάμιες από την αυλή του, τις έβαζε σ’ ένα πλαστικό σακουλάκι στο ψυγείο και κάθε βδομάδα, όταν μαζεύονταν αρκετές τις μαγείρευε. Ηταν ειδικές μπάμιες, διαφορετικές από αυτές του εμπορίου, μια ράτσα εντελώς αντιπαραγωγική με χοντρό καρπό που δεν σάλιωνε στο βράσιμο και εκπληκτικά νόστιμες. Ακόμα και αν είχαν «ξεφύγει» λίγο σε μέγεθος, ακόμα κι αν είχαν μεγαλώσει τα σποράκια στον καρπό δεν άλλαζε η γεύση τους. Τις μαγείρευε με γνήσιο ελαιόλαδο και φρέσκια ντομάτα, ελαφρά αλατοπιπερωμένες και τις συνόδευε με μαλακή ορεινή φέτα, ζεστό ψωμί και παγωμένη ρετσίνα. Ηταν το γκουρμέ του και τώρα που με πίκρα απομυθοποιούσε το αρχίδι του, η μεγαλύτερη επιτυχία του. «Ευτυχώς ταιριάζουν με το παρατσούκλι μου» σκέφτηκε κάπως γαληνεμένος. Το μυαλό του άρχισε να ταξιδεύει προς τα πίσω, προσπαθούσε να φέρει τα πράγματα στις σωστές διαστάσεις, να εκτιμήσει σωστά τις πράξεις και τις συμπεριφορές σαν φυσιολογικός άνθρωπος κι όχι σαν κάτοχος ενός υπερφυσικού και τόσο μοναδικού αδένα.
Θυμήθηκε την πρώτη του φορά. Στο «κάστρο» που μεγάλωσε και φιλοξενούσε κάθε μέλος της οικογένειας όλα είχαν προβλεφθεί. Δεν υπήρχε γενικό υπηρετικό προσωπικό αλλά εξειδικευμένο σε όλους τους τομείς ακριβώς όπως προσφέρουν υπηρεσίες στην κοινωνία και έξω από το κάστρο. Ετσι στο προσωπικό υπήρχε πάντοτε και μία πόρνη επιφορτισμένη με την περιποίηση των φιλοξενουμένων συνεργατών και εποχιακά με την εισαγωγή στον κόσμο των ερωτικών εμπειριών των νεαρών βλαστών της οικογένειας. Η οικογένεια ήξερε καλά την σπουδαιότητα των σεξουαλικών επιδόσεων στους χώρους εξουσίας και χρήματος καθώς και τους καλλιτεχνικούς και λογοτεχνικούς κύκλους. Σε αντίθεση με την κυρίως ανταγωνιστική στις επιχειρήσεις οικογένεια όπου το ετερόφυλλο σεξ χρησιμοποιότανε μόνο για αναπαραγωγικούς λόγους και επικρατούσε ο αρσενοκοιτισμός, εδώ ο ιδρυτής έδινε πρώτος το παράδειγμα ανανεώνοντας τακτικά το έτερον του ήμισυ αλλά και το αντίστοιχο υπηρετικό προσωπικό ώστε να υπάρχει πάντοτε «κίνητρο». Την πρώτη φορά που η ονείρωξη του Αντρίκου λέρωσε τα σεντόνια του εδόθη εντολή στην πόρνη «υπηρεσίας» να αναλάβει καθήκοντα αφού της έγινε λεπτομερής ενημέρωση περί μοναρχιδίας και «μπάμιας». Η κοπέλλα, σαν καλή επαγγελματίας, αγαπούσε και ευχαριστιόταν την δουλειά της οπότε μια «ειδική» περίπτωση την εξιτάριζε. Διαπίστωσε αμέσως ότι τα περί μπάμιας δεν είχαν σχέση με την πραγματικότητα και έμεινε έκπληκτη από την ποσότητα του σπέρματος- υπολογίζοντας στο μισό του συνηθισμένου λόγω μοναρχιδίας. Με το απλοϊκό μυαλό της απέδωσε υπερφυσικές ιδιότητες στον μοναδικό αδένα και η φυσικότητα της μαζί με την ειλικρίνειά της ανέβασαν στα ύψη την αυτοπεποίθηση του Αντρίκου η δε «μπάμια» περίπου εθεοποιήθει. Τώρα ο «μπάμιας» διεπίστωνε ότι άθελά του είχε αποσπάσει διθυράμβους που ίσως δεν τους άξιζε και αισθάνθηκε τις προερωτικές ανασφάλειες να επιστρέφουν αντί να αναλογισθεί και να κατηγορήσει την ηλικία του, τα «ήντα» δεν είναι εύκολα χρόνια στο κρεβάτι. Η υποτονικότητα στην ερωτική ζωή έκανε την βούλησή του για εξουσία εντονότερη κι’ αυτό ήταν κάτι που το μύρισαν στον αέρα αμέσως τα ανταγωνιστικά συγγενικά του πρόσωπα. Το παιχνίδι θα γινόταν πιο χοντρό.
Η πολιτική της επαράτου στον τομέα των οπωροκηπευτικών ήταν για κλάμματα. Η απαγόρευση της εισαγωγής της μπανάνας με σκοπό την στήριξη της κρητικής παραγωγής και την απορρόφηση των μήλων μόνο στρεβλώσεις επέφερε και οικονομική καταστροφή των μεγαλεμπόρων που δεν μπορούσαν να διακινήσουν φρούτα και λαχανικά σύμφωνα με τις ανάγκες της αγοράς αλλά μόνο σύμφωνα με τις διεστραμμένες αντιλήψεις κάποιου καραβανά που ήθελε να προσαρμόσει το γούστο ενός ολόκληρου λαού στις ζαρζαβατικές του προτιμήσεις. Δημιουργήθηκε ένα μεγάλο κενό στον χώρο της παραγωγής και εμπορίας φρούτων και λαχανικών. Με την πτώση της χούντας δύο διορατικοί μεγαλέμποροι οπωροκηπευτικών αφίχθησαν εκ της Ευρώπης και ίδρυσαν δυο ανταγωνιστικές αυτοκρατορίες. Στις παρυφές τους ανεπτύχθηκαν κάτι μικρές «φάρμες» κατά το ρώσικο μοντέλο λιανομαναβικής ή το συγγενές του, της Κίνας. Η μια αυτοκρατορία, η ανταγωνιστική της οικογένειας του Αντρίκου, έχουσα κάποιες εμπειρίες από την ευρωπαϊκή αγορά γρήγορα έγινε κυρίαρχη του χώρου και ίσως να έφτανε σε συνθήκες μονοπωλίου αν δεν έπεφτε πάνω στην εφευρετικότητα του επικεφαλής της άλλης οικογένειας. Αντιλαμβανόμενος αυτός ότι η βοτανολογική καταστροφή που προκάλεσε η επταετία χρειαζότανε δραστικά λιπάσματα έκανε εισαγωγή του «σοσιαλίξ» ενός λιπάσματος με καλά αποτελέσματα εφ’ όσον εφαρμοσθεί σε σωστές δόσεις. Παράλληλα στράφηκε σε άγνωστες αγορές, χαράσσοντας νέους και τρίτους δρόμους και εισάγοντας προϊόντα που κέντριζαν το αγοραστικό ενδιαφέρον της ελληνικής πελατείας. Με τον καιρό η διαφορά από την ανταγωνιστική αυτοκρατορία όχι μόνο καλύφθηκε αλλά η δική του επιχείρηση έγινε το μπραντνέιμ της αγοράς και θα έθετε τον αντίπαλο στο χρονοντούλαπο της ιστορίας αν δεν έκανε ένα σφάλμα όσον αφορούσε την πολιτική των δημητριακών. Είχε προβεί σε εισαγωγή μεγάλης ποσότητας μεταλλαγμένων δημητριακών –οι κακές γλώσσες λένε ότι χρησιμοποιούσαν την ίδια ορμόνη που παίρνουν οι γυναίκες για να μεγαλώσουν το στήθος τους- χωρίς την απαιτούμενη έγκριση και οι προηγούμενοι προμηθευτές του, καλλιεργητές σίτου της ποικιλίας «μαργκερίτα» τον «έδωσαν». Η υπόθεση πήρε μεγάλες διαστάσεις κυρίως από λάθος εισηγήσεις κομπλεξικών στελεχών της αντίπαλης επιχείρησης προς τον ηγέτη της. Ο τελευταίος, ελαφρά κουρασμένος από τα πολλά χρόνια στην ηγεσία της εταιρίας του, υπέκυψε στην πίεση των μελών του συμβουλίου του παρ’ ότι η δική του άποψη ήταν ξεκαθαρισμένη: « Τον αντίπαλο επιχειρηματία τον αναγκάζεις σε πτώχευση, του κλέβεις τα μυστικά, του παίρνεις τα καλύτερα στελέχη αλλά δεν τον καταγγέλλεις στην δικαιοσύνη, αυτό εύκολα μπορεί να γυρίσει σε βάρος σου». Ακολούθησε μακροχρόνιος δικαστικός αγώνας που έβλαψε και τις δυο αυτοκρατορίες χωρίς τελικό νικητή, τα μεταλλαγμένα μπήκαν για τα καλά σε όλα τα είδη στις αγορές οπότε και το αποτέλεσμα της δίκης κανένα δεν ενδιέφερε. Το μεγαλύτερο όμως πλήγμα για την οικογενειακή επιχείρηση του Αντρίκου ήταν εσωτερικό καθώς τα περισσότερα συγγενικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου πήραν κρυφά και ύπουλα θέση ενάντια στον ιδρυτή της αυτοκρατορίας ίσως από την προσήλωση τους στην ποικιλία «μαργκερίτα» για συναισθηματικούς λόγους. Ο διορατικός ηγέτης πολύ πικράθηκε. Αδιαφόρησε για όλα τα προίόντα της αυτοκρατορίας πλην των μεταλλαγμένων δημητριακών και απεσύρθη της διοίκησης αναθέτοντας την προεδρία της επιχείρησης, για μια οκταετία, στον τεχνοκράτη διευθύνοντα σύμβουλο. Αυτό ήταν κάτι το πρωτόγνωρο σε οικογενειακές επιχειρήσεις που έδειχνε την πικρία του ιδρυτή της καθώς και την χαμηλή εκτίμηση στις ικανότητες των συγγενικών του μελών του διοικητικού συμβουλίου. Όπως σωστά είχε προβλέψει πέθανε πριν την λήξη της θητείας του τεχνοκράτη ώστε να μην δει την αναπόφευκτη συνέχεια της αυτοκρατορίας που ίδρυσε. Ο Γιωργάκης ο μεγαλύτερος ξάδερφος του Αντρίκου ανέλαβε εθιμοτυπικά τα ηνία της αυτοκρατορίας μετά την λήξη της οκταετίας αλλά το παιχνίδι της εξουσίας ουσιαστικά μόλις τώρα άρχιζε. Ο τεχνοκράτης διευθύνων σύμβουλος απεπέμφθη της εταιρίας κακείν κακώς.
Ο Αντρίκος τις ώρες της ονειροπόλησης φανταζότανε τον εαυτό του στο τιμόνι της επιχείρησης. Όπως όλοι οι ηγέτες έπρεπε κι αυτός ν’ αφήσει το στίγμα του, επεξεργαζότανε ένα σχέδιο γι’ αυτό, το είχε ονομάσει «μπαμιοποίηση» και αναφερότανε στην ριζική αύξηση της παραγωγής της μπάμιας. Ηταν ριψοκίνδυνο σχέδιο αφού προέβλεπε την καλλιέργεια της ξερικής μπάμιας σε ποτιστικά χωράφια και της ποτιστικής ποικιλίας στα ξερικά χωράφια της εταιρίας και των συνεργαζόμενων καλλιεργητών. Το σκεπτικό ήταν να αυξήσει την παραγωγή της νόστιμης ξερικής ποικιλίας για φαγητό και κονσερβοποίηση και να νοστιμέψει την αποδοτική ποικιλία της ποτιστικής με την οποία σκόπευε να παράγει μπαμιάλευρο και να επεκτείνει τις επιχειρήσεις του και στον χώρο της αρτοβιομηχανίας. Την εναλλαγή των ποικιλιών είχε εμπνευσθεί από ένα γραφικό γεράκο, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ανταγωνιστικής εταιρίας ο οποίος επί χρόνια πρότεινε στις επιτροπές αγροτοκαλλιεργειών την αλλαγή κοίτης κάθε ποταμού, χειμάρρου και ρυακίου. Ο Αντρίκος υπολόγιζε πως μέχρι να ανέλθει στην κεφαλή της επιχείρησης μπορεί να είχε υλοποιηθεί το σχέδιο του γραφικού και να του έρθει κουτί στα είδη που καλλιεργούσε η επιχείρησή του. «Όταν οι κινήσεις του αντιπάλου σου ευνοούν τις στρατηγικές σου είσαι γεννημένος μεγάλος ηγέτης» αυτοθαυμαζότανε στις ονειροπολήσεις του.

Από τη άλλη μεριά και ο ξαδερφόςτου ο Νικολάκης προβληματιζότανε. Αγνωστο πως, ίσως από θεία έμπνευση, ίσως και από κρίση ευφυΐας (χωρίς λιποθυμία), είχε αντιληφθεί τις σκοτεινές προθέσεις του μπάμια και προβληματιζότανε. Προσπαθούσε να μετρήσει τα υπέρ και τα κατά, να βρει ποιανού την μεριά να πάρει όταν θα έπεφτε το συγγενικό προσωπείο του Αντρίκου και ο πόλεμος γιά την προεδρία της οικογενειακής επιχείρησης ξεκινούσε αμείλικτος. Ηθελε να βρεθεί με το πλευρό του νικημένου, ήξερε πως ήταν νωρίς γι' αυτόν να έχει αρχηγικές βλέψεις.
Ο Νικολάκης σε διάφορες διεθνείς εκθέσεις αγροτικών  παραγωγών και προϊόντων είχε αναπτύξει σχέσεις με έναν συνονόματό του, αρκετά υψηλόβαθμο στέλεχος μιας ιδιότυπης αγγλοαμερικανικής επιχείρησης. Η τελευταία δεν παρήγαγε η ίδια αλλά μεταπωλούσε κυρίως ανταγωνιστικά των ελληνικών προϊόντα σαν αποκλειστικός προμηθευτής διαφόρων βασιλικών οίκων.
 Ο Νικολάκης πρόσεχε αυτές τις σχέσεις του σαν κόρη  οφθαλμού, μιά μεταπήδηση σ' αυτή την εταιρία ίσως του προσέφερε περισσότερα από την παραμονή του στην αντίστοιχη οικογενειακή, πίσω από τα μεγαλύτερα ξαδέρφια του.


 Ουσιαστικά αυτό που τον κρατούσε μακριά από τον Αντρίκο ήταν η έμφυτη ζήλεια του για κάθε άνθρωπο που δημοσίευε λογοτεχνικό έργο. Θεωρούσε τον εαυτό του πολύ ανώτερο στο γράψιμο από τον μπάμια, τον υποτιμούσε τόσο που θα δυσκολευότανε να βρεί κάποιον κατώτερό του, ακόμα και στην ιεραρχία της οικογενειακής επιχείρησης. Επίσης η πολύ δυναμική απόφαση του Γιωργάκη να διώξει από την επιχείρηση - και μάλιστα χωρίς αποζημίωση - τον κάποτε διευθύνοντα σύμβουλο, τεχνοκράτη και επιλογή του αείμνηστου ιδρυτή της επιχείρησης, τον είχαν κάνει να έχει ζωηρές αμφιβολίες για τις θρυλούμενες αδυναμίες του Γιωργάκη. Οι απουσίες της μεγαλοξαδέρφης Σοφίας από τις γενικές συνελεύσεις της εταιρίας, φαινότανε απασχολημένη με το "θείο δώρο" της, όπου έβγαζε το αντιπολιτευτικό μένος της είχαν εξασθενήσει την αρνητική εικόνα του Γιωργάκη στο μυαλό του Νικολάκη και ήταν σχεδόν έτοιμος να τεθεί στο αντίπαλο στρατόπεδο από αυτό του Αντρίκου.
Στην πραγματικότητα η μεγαλοξαδέρφη, η μόνη που αντιλήφθηκε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή η οικογένεια να αποκτήσει το πάνω χέρι στην αγορά των ζαρζαβατικών από την αντίπαλη οικογένεια, θεώρησε προτεραιότητα το ξεκαθάρισμα των ανταγωνιστικών σχέσεων. Οι ενδοοικογενειακές μπορούσαν να περιμένουν λίγο. Εδωσε κρυφά την υποστήριξη της στον Γιωργάκη, τα αρσενικά ξαδέλφια της - και ο σύζυγός της- δεν το καταλάβανε.Το δράμα συμπλήρωνε το γεγονός ότι ούτε ο Γιωργάκης πήρε χαμπάρι τι συνέβη...
Βέβαια αποφασιστική κίνηση για την επιλογή της Σοφίας ήταν η προσχώρηση στο στρατόπεδο του Γιωργάκη του ευτραφούς γενικού γραμματέα της εταιρίας, γνωστού και με το παρατσούκλι "Μπένυ" λόγω της ομοιότητάς του με τον άγγλο κωμικό Benny Hill αλλά και για την ταχύτητα του λόγου του, χαρακτηριστικό όλων των κωμικών παρουσιαστών. Η μεγαλοξαδέρφη θεωρούσα μόνο κριτήριο για τις διοικητικές ικανότητες την γρήγορη και συνεχή εκφορά του λόγου, σαν φυσικό συμπλήρωμα της αδυναμίας του συζύγου της, τον υπολόγιζε σαν μελλοντικό της σύμμαχο όταν με τον καιρό θα επεδίωκε την αλλαγή στην ηγεσία της εταιρίας.
Ο Μπέννυ έχοντας κατανοήσει ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι ο φανερός ηγέτης της οικογενειακής επιχείρησης αλλά θα μπορούσε να ασκεί ουσιαστική διοίκηση αν είχε συμβάλλει αποφασιστικά στην αλλαγή φρουράς, δεν είχε ιδιαίτερες αντιρρήσεις στις συνεννοήσεις του με την Σοφία, διατηρούσε όμως ένα κανάλι επικοινωνίας με την Ντούρα της ανταγωνιστικής εταιρίας. Θεωρούσε τον εαυτόν του σκέτο τεχνοκράτη, άρα μια μεταπήδηση στην αντίπαλη οικογενειακή επιχείρηση δεν ήταν έξω από την εργασιακή ηθική του.
Φύλλα κοντά στις ρίζες του φυτού της μπάμιας


Ο Αντρίκος ο Μπάμιας θεωρούσε πως τα πάντα σχετίζονται με την ανάπτυξη ενός φυτού και κυρίως της μπάμιας. Ετσι και την οικογενειακή επιχείρηση την έβλεπε σαν ένα εύρωστο φυτό μπάμιας με πολύ μεγάλα φύλλα και πλατειά σαν πιάτα στην βάση του ενώ κατέληγαν πολύ λεπτά στην κορφή του. Κρίνοντας κατά το δυνατόν αντικειμενικά αντιστοιχούσε τα κάτω στις ικανότητες του ιδρυτή της ενώ τα πάνω αντικατόπριζαν τις δυνατότητες της γενιάς των ξαδερφιών, δεν είχε παραισθήσεις επί του προκειμένου, μόνο με τα ξαδέρφια του έκανε συγκρίσεις. Από την άλλη μεριά απέδιδε την λεπτότητα των φύλλων στην παράλληλη ανάπτυξη των μπουμπουκιών, κάτι που δεν συνέβαινε όταν αναπτύσσονταν τα πρώτα φύλλα, δηλαδή απέδιδε το δικό του μικρότερο ειδικό βάρος στην πολύπλευρη ανάπτυξη της εταιρίας που δύσκολα μπορούσε να διοικείται σε αντίθεση με την απλοϊκότητα της επιχείρησης τα πρώτα της στάδια.

Εβλεπε στο φυτό πως από κάποιο σημείο και μετά δεν έβγαιναν πλέον φύλλα αλλά μόνο μπουμπούκια και καταλάβαινε πως η ώρα είχε φτάσει, ένας μόνος καρπός θα μεγάλωνε και θα έδινε σπόρους και αυτός θα έπρεπε να είναι ο δικός του, ακριβώς όπως στην οικογενειακή επιχείρηση το παιχνίδι της εξουσίας θα είχε ένα νικητή και ευνουχισμένα τα υπόλοιπα αδέρφια. Το γεγονός ότι ο καρπός της μπάμιας όταν άρχιζε να ξεραίνεται δημιουργούσε ασπρόμαυρες ρίγες θυμίζοντας ελαφρώς τιγρη επέτεινε τα φιλοπόλεμα αισθήματά του.

Φύλλα στην κορφή του φυτού της μπάμιας

Στην ανταγωνιστική εταιρία υπήρχαν επίσης προβλήματα εξουσίας. Βασικότερη αιτία ήταν το γεγονός ότι υπήρχε μεν η οικογενειακή παράδοση και δομή στο διοικητικο συμβούλιο αλλα αντίθετα από την οικογενειακή επιχείρηση του Αντρίκου του Μπάμια, εδώ η πλειοψηφία των μετοχών είχε περάσει σε εξωοικογενειακούς κύκλους, όπου το συμφέρον δεν λογάριαζε δεσμούς αίματος. Οι εξωοικογεν
ειακοί πίεζαν συνεχώς για αλλαγή τουλάχιστον διευθύνοντος συμβούλου διότι η αλλαγή του επικεφαλής της αυτοκρατορίας μπορεί να δημιουργούσε προβλήματα στην εταιρία, πρόσκαιρα πιθανότατα, αλλά δεν τα επέτρεπαν οι επικρατούσες συνθήκες της αγοράς. Βασική αιτία ήταν ο αναπροσανατολισμός του εμπορικού στόχου από την οπωροκηπευτική σε τυποποιημένα λαχανικά προϊόντα, ένα "ζαρζαβατικό" σνακ για όλες τις ώρες που είχε προτείνει ένα θηλυκό μεγαλοστέλεχος της εταιρίας. Είχε βρει ακόμα και την ονομασία του νέου προϊόντος θα το έβγαζαν "Δρακουμελίνια" ώστε να θυμίζει παλιότερο μπραντνέϊμ στα σνακ συν τον συνειρμό πως περιέχει μέλι. Οι αιωνόβιες γριές του Κολωνακίου που είχαν πλέον στην κατοχή τους το "χαρτί" της εταιρίας είχαν ενθουσιασθεί με την ιδέα και ροκάνιζαν σιγά-σιγά την καρέκλα του αντιτιθέμενου στην ιδέα προέδρου, περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία. Η αλήθεια είναι ότι είχαν δοκιμάσει να τον αποπέμψουν και πριν λίγο καιρό όταν κυκλοφόρησαν τα δρακουμελίνια δοκιμαστικά στην αγορά- παρά τις αντιρρήσεις του προέδρου- αλλά ο ασυνήθιστα μεγάλος αριθμός των τροφικών δηλητηριάσεων που προέκυψαν ανέβαλαν το επίσημο πλασσάρισμα του προϊόντος. Το θηλυκό στέλεχος, με το μόνιμα παγωμένο χαμόγελο στα χείλη και το υποκοριστικό "Ντούρα" να την συνοδεύει, τα μπάλωσε όπως όπως στις γριές και τις έπεισε να ξαναδοκιμάσουν αργότερα όταν ο πρόεδρος θα έχει στραπατσαρισθεί από τον συναγωνισμό με την εταιρία του Αντρίκου του Μπάμια. Ηταν η εποχή του πολέμου των διαφημίσεων και ο πρόεδρος από οικογενειακή εσωστρέφεια είχε αναθέσει την καμπάνια της εταιρίας σε δικά του έμπιστα μεν αλλά ανίκανα στελέχη. Η δε επαναφορά στην μαχόμενη διαφήμιση κάποιου γηραλέου θείου του - συνομήλικου του...Αχιλλέα - ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, τα γραΐδια του Κολωνακίου απεφάσισαν να τον "κάψουν" ακόμα και με ζημιά της επιχείρησης, αρκετά είχαν πληρώσει την οικογενειοκρατία. Τα δρακουμελίνια άρχισαν να διαφημίζονται ανοικτά, φυσικά με καινούργια σύνθεση για τον φόβο των Ιουδαίων και καινούργια πράσινη συσκευασία, κόντρα στην πολιτική και τα πατροπαράδοτα γαλάζια χρώματα της εταιρίας. Ο Αντρίκος αρχικά εξεπλάγη με την συμπεριφορά της Ντούρας, μετά χαμογελώντας είδε πως πλησίαζε και η δική του στιγμή. Πολλές φορές η αλλαγή εξουσίας σε μια εταιρία προκαλεί αλλαγή και στην ανταγωνιστική της, δεν θυμότανε που το είχε διαβάσει αυτό αλλά τον βόλευε να το πιστεύει, έτσι υπερνικούσε την φυσική του δειλία και τα τελευταία απομεινάρια της οικογενειακής αλληλεγγύης. Εξ άλλου ο Αντρίκος κατά βάθος δεν θα απέκλειε μια εμπορική συνεργασία με την Ντούρα αρκεί να έπαιρνε την προεδρία στην καινούργια εταιρία, αυτό ήταν το απωθημένο του.
" Μπορεί να είμαστε αδέρφια με τον πρόεδρο" είπε στον εαυτό του "αλλά μας χωρίζουν τόσα" .
" Ποιά ;" τον ρώτησε ο εαυτός του.
Ο Αντρίκος το καλοσκέφθηκε κοιτώντας τον καθρέπτη.
"Αυτός έχει μουστάκι γιατί θέλει να κάνει τον έλληνα" φώναξε, "εγώ είμαι το σωστό αμερικάνικο πρότυπο, αυτός μόνο πρωτότοκος είναι! "
Χαμογέλασε στην εικόνα του ικανοποιημένος.
" Ούτε ο Ομπάμα έχει μουστάκι", πρόσθεσε θιαμβευτικά.
Το είδωλό του στο καθρέπτη χαμογέλασε κι' αυτό. Ο Αντρίκος ενθουσιασμένος και σιγοψιθυρίζοντας την παλιά ιταλική επιτυχία " Io di notte sonno qui " αποφάσισε να μαγειρέψει. Σαν άσκηση θάρρους θα έφιαχνε τις μπάμιες του διαφορετικά από κάθε άλλη φορά. Του είχε περισσέψει μισό κιλό κοκάρι από την τελευταία φορά που έκανε στιφάδο και σκέφτηκε να το συνδυάσει με μπάμιες. Επλυνε μισό κιλό από την παραγωγή του και τις στέγνωξε καλά. Μετά τις αλάτισε και τις σωτάρησε λίγα λεπτά. Τις έβγαλε από το λάδι και τις έρριξε σε μιά κατσαρόλα. Σωτάρησε τα κρεμμυδάκια μέχρι να ξανθύνουνε και τα έρριξε κι' αυτά στην κατσαρόλα. Πρόσθεσε δυό μεγάλες ντομάτες περασμένες στον τρίφτη και τον χυμό από δυο μεγάλα λεμόνια, τέσσερις σκελίδες σκόρδο λειωμένο, άνιθο, αλατοπιπέρωσε και έρριξε ένα φλυτζάνι ζεστό νερό. Το άφησε να σιγοβράζει μέχρι να μαλακώσουν, να φύγει το νερό και να μείνει το λάδι από τα σωταρισμένα. Δοκίμασε το πιάτο του ζεστό με κρασί chianti, φυσικά chambr`e. Ηταν καλύτερο απ' ό,τι περίμενε "σαν την καινούργια διακυβέρνηση της εταιρίας" ευχήθηκε στον εαυτό του. Μιά λεπτή φέτα από ώριμο μάνγκο ήταν η τέλεια επίγευση. Αισθάνθηκε μια ωραία επιθυμία και το μυαλό του παραδόξως πήγε στην Ντούρα. Από διαβολική σύμπτωση το ραδιόφωνο έπαιζε εκείνη τη στιγμή το Pazza idea (τρελλή ιδέα) με την Patty Bravo.
Την ίδια στιγμή η Ντούρα ήταν έντονα προβληματισμένη. Τριγυρνώντας τόσο καιρό στα εξωτερικά για δουλειές της εταιρίας είχε χάσει ερείσματα ενώ η ώρα της διαδοχής πλησίαζε. Κάποιο ασήμαντο στέλεχος Αντωνάκης, με επίθετο που θύμιζε γαϊδούρι είχε καταφέρει με μαλαγανιές να κερδίσει την υποστήριξη πολλών που είχαν απελπιστεί από την απουσία της Ντούρας όταν την είχανε ανάγκη. Η Ντούρα δεν μιλούσε ποτέ με τον Αντωνάκη, ήταν παλιοί εραστές και είχαν χωρίσει άσχημα όταν η Ντούρα τον έκανε τσακωτό με μια γκόμενα από τα Σκόπια. Μπορεί η ίδια να μην είχε ερωτικές αναστολές αλλά απαιτούσε πίστη από τα αρσενικά της για όσο καιρό τα χρησιμοποιούσε. Ο Αντωνάκης, γνώστης παλιών και δη γονίμων αμαρτιών της Ντούρας με κάποιον κρητικό τραγουδιστή, δεν έσκυψε το κεφάλι. Ο τσακωμός ήταν βίαιος, δεν ξαναμιλήσαν από τότε, βέβαια τον Αντωνάκη δεν τον έπαιρνε να δημοσιοποιήσει τις ατασθαλίες της Ντούρας, απλά της έπαιρνε σιγανά και ύπουλα τους δικούς της υποστηρικτές εν όψει της διαδικασίας του χρίσματος. 

Η Ντούρα χρειαζότανε φίλους, υποστηρικτές, συμμάχους, ακόμα κι με τον διάβολο θα συμμαχούσε προκειμένου να εξουδετερώσει τον Αντωνάκη. 
Σκέφτηκε τον Αντρίκο. Κάποτε είχε διαγνώσει σ' αυτόν μια ερωτική επιθυμία όταν συνέλαβε το βλέμμα του να περιεργάζεται απαιτητικά τις καμπύλες της, το πρόσωπό της είχε πάντοτε κάτι το απωθητικό, το ήξερε καλά. Του είχε αφήσει μια υποψία αποδοχής εντελώς απροσδιόριστης χρονικά, κάτι σαν μια μετοχή στο σεντούκι. Χαμογέλασε και σήκωσε το ακουστικό.
Το τηλέφωνο κτύπησε και ο Αντρίκος έκπληκτος διαπίστωσε πως ήταν η Ντούρα από την αντίπαλη επιχείρηση.
"Τι κάνεις, γλυκέ μου" του είπε με παθιάρικη φωνή.
Ο Αντρίκος ανησύχησε. Σκέπασε το ακουστικό να μην ακούγεται.
"Να μη μπλέκουμε τα αισθηματικά με τα επιχειρηματικά" είπε πνιχτά.
" Η μήπως να τα μπλέξουμε ;" αντιγύρισε τις σκέψεις του.
Το ελεύθερο χέρι του χώθηκε στην τσέπη του παντελονιού του.
Η Ντούρα του μίλαγε γρήγορα αλλά με μια έντονη ερωτική απόχρωση. Το αίμα κτύπαγε στα μηνίγκια του Αντρίκου και τον εμπόδιζε να βγάζει νόημα από τα λόγια της, μόνο την επιθυμία του μεγάλωναν ενώ επέτειναν την σύγχυσή του.
Καρποί μπάμιας σε πλήρη ανάπτυξη

Ο Αντρίκος ψιλοζαλισμένος από το κρασί και την επιθυμία προσπαθούσε να βγάλει νόημα από όσα του έλεγε σε γρήγορο τέμπο η Ντούρα. Του ήταν αδύνατον να καταλάβει αν το τηλεφώνημα ήταν επαγγελματικό ή αισθηματικό. Από την άλλη πλευρά η Ντούρα δεν είχε πολύ χρόνο για τέτοια τηλεφωνήματα, έπαιζε την καριέρα της κορώνα γράμματα, ειδικά αν την άκουγε κάποιος από την εταιρία της. Προσπάθησε να του εξηγήσει ότι θα χρειαζόταν την βοήθειά του αμέσως μετά τον μεγάλο πόλεμο των διαφημίσεων όπου θα έκανε τα αδύνατα δυνατά να τον χάσει η δική της εταιρία. Θα έπρεπε όμως και αυτός να μην υπονομεύει τον ξάδεφό του μέχρι να λήξει ο πόλεμος. Μετά θα ζητούσε ανάδειξη καινούργιου διοικητικού συμβουλίου στην δική της εταιρία και θα αναλάμβανε την διεύθυνση της βοηθώντας τον Αντρίκο να υπονομεύσει την δική του οικογενειακή επιχείρηση ώστε να χρειασθεί και εκεί καινούργιο διοικητικό συμβούλιο για να αντιμετωπίσει το δικό της. Τότε του υποσχότανε την αμέριστη υποστήριξή του αφού μπορούσε να του εξασφαλίσει μερικές ψήφους στην δική του εταιρία.
Εκπληκτος ο Αντρίκος ξέχασε τα αισθηματικά του και την ρώτησε ποιά μέλη του διοικητικού συμβουλίου εννοούσε.
- Δεν μπορώ να σου τα πω όλα ακόμη. Πρέπει να με εμπιστευθείς. Μόνο τον Μίμη μπορώ να σου πω αυτή την στιγμή. Ξέρεις όμως πότε μια γυναίκα εμπιστεύεται ένα άνδρα.
- Πότε; ρώτησε σαν χαζός ο Αντρίκος.
- Οταν τον κάνει δικό της, του είπε με φωνή γεμάτη υποσχέσεις.
- Πρέπει να τα πούμε από κοντά, της απάντησε με λαχτάρα
- Θα σε ειδοποιήσω αμέσως μόλις βρώ ελεύθερο χρόνο. Μη ξεχνάς πως είμαι παντρεμένη γυναίκα.
Η Ντούρα ανάπνευσε με ανακούφιση. Προτιμούσε να συζητά για τα αισθηματικά παρά επιχειρηματικά μαζί του. Δεν είχε σοβαρό πρόβλημα να την ακούσουν να μιλά ερωτικά, με τα επιχειρηματικά φοβότανε. Με τον σύζυγό της βρισκότανε μαζί μόνο στις κοσμικές γιορτές, για τις ανάγκες της είχε άλλους άντρες. Ηταν σχετικά αποδεκτό από μέρους του, εξ άλλου κι' αυτός τα ίδια έκανε. Μόνο κουδούνια δεν θέλανε να τους κρεμάσουνε και φτάσει τίποτε στ' αυτιά των γηραιών κυριών που χρηματοδοτούσαν την επιχείρηση, τα υπόλοιπα βολεύονταν.
- Και εγώ παντρεμένος είμαι απάντησε ο μπάμιας.
"Θεέ μου τι βλάκας" σκέφτηκε η Ντούρα "ας ελπίζω να είναι καλός στο κρεβάτι τουλάχιστον"
- Η δική μας σχέση θα είναι πάνω από τυπικότητες όπως ο γάμος, τον παραμύθιασε, αλλά πρέπει να παίρνουμε τα μέτρα μας, έχουμε μια καριέρα μπροστά μας.
Ο Αντρίκος ο μπάμιας έκλεισε το τηλέφωνο πανευτυχής. Ολα γύρω του φαινότουσαν ρόδινα.
Μόλις όμως ξανάπαιξε στο μυαλό του τον διάλογο που είχε μαζί της στα επιχειρηματικά σκάλωσε στον Μίμη. "Βρε την σιγανοπαπαδιά" σκέφτηκε.
Ο Μίμης ήταν ένα ανθρωπάκι, τελευταίος τροχός της αμάξης που λένε, από αυτούς που συμπλήρωναν τα απαραίτητα σε αριθμό μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Ούτε καν αχυράνθρωπος μετοχών δεν ήταν, δεν τον εμπιστευότουσαν ιδιαίτερα παρ' ότι ο ίδιος διέδιδε το αντίθετο. Τον είχανε πάρει λόγω της θητείας του σε μικρότερες επιχειρήσεις που είχαν παρτίδες με ανατολικές χώρες. "Καμμιά φορά και οι μικρότερες επιχειρήσεις γιγαντώνονται ", είχε πει ο ιδρυτής, "καλό είναι να έχουμε έναν άνθρωπο να ξέρει τα εσωτερικά τους". Βέβαια μετά είχε μετανοιώσει βλέποντας πόσο φελλός είναι. Στην κυριολεξία δεν είχε γνώμη για τίποτε, είχε όμως αναπτύξει μια τεχνική να "ψαρεύει" τον συνομιλητή του και να ασπάζεται την γνώμη του, μερικές φορές μάλιστα - σε αγαθούς, φυσικά - την παρουσίαζε για δική του. Ο ιδρυτής βέβαια ήταν πολύ γατόνι για να φάει κάτι τέτοιο και ήθελε να τον σουτάρει αλλά τελικά τον έφτυσε και τον άφησε αποδυναμωμένο στην ουρά του συμβουλίου. Επί προεδρίας του τεχνοκράτη έκανε πολύ φασαρία για ένα συμβόλαιο με αμφιλεγόμενο ισπανό επιχειρηματία. Ο τεχνοκράτης υποχώρησε απρόθυμα κυρίως λόγω πίεσης χρόνου. Ο ισπανός απεδείχθη για τα πανηγύρια. Ο τεχνοκράτης τα μπάλωσε με πολλή τέχνη μειώνοντας στα όρια του δυνατού την ζημιά αλλά ξέχεσε στο διοικητικό συμβούλιο τον Μίμη ζητώντας την αποπομπή του. Η λήξη της θητείας του τεχνοκράτη και τα πολλά προβλήματα του νέου αρχηγού έθεσαν τον Μίμη στο περιθώριο του ενδιαφέροντος και το θέμα ξεχάστηκε. Αυτός αφού λούφαξε για κάμποσα χρόνια μόλις πήρε χαμπάρι τις διασπαστικές τάσεις στους κόλπους της οικογένειας προσπάθησε να τονίσει την σπουδαιότητα της θέσης του μήπως και αποκτήσει αξία. Κανένας όμως δεν του έδινε περισσότερη σημασία απ' όση άξιζε. Οταν τον πλησίασε η Ντούρα έπεσε σαν ώριμο φρούτο. Ούτως ή άλλως δεν είχε τον παραμικρό ηθικό φραγμό και το δώρο της Ντούρας ήταν απρόσμενα γλυκό...