Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

Επιτομή

  


Κάποια χρόνια μετά την άλωση της Τροίας οι βασικοί πρωταγωνιστές αισθάνθηκαν έντονη την ανάγκη της επιστροφής και οι κομπάρσοι το ίδιο. Αρχικά ήταν «τοπική» επιστροφή μα πολύ σύντομα απέκτησε την «χρονική» διάστασή της. Τα κατεστραμμένα σπίτια, τα καμένα ιερά, τα κομμένα δένδρα άρχισαν να ξαναπαίρνουν την αρχική τους μορφή, μέχρι και ο αποξηραμένος Σιμμόεις ξαναβρήκε νερό. Ολο το σκηνικό είχε στηθεί περιμένοντας πρωταγωνιστές και κομπάρσους. Το έργο «έπρεπε» να ξαναπαιχθεί, ίσως λίγο διαφορετικά αυτή τη φορά, με περισσότερους αυτοσχεδιασμούς και την απόφαση της μοίρας να μη βαραίνει τόσο στο τελικό αποτέλεσμα. Η ανάγκη της επανάληψης ήταν περισσότερο από επιτακτική, είχε γεννηθεί από την αποτυχία του σπόρου να φυτρώσει, ζήταγε την δεύτερη ευκαιρία της και δεν λογάριαζε τόπους, χρόνους και ανθρώπους.
Το ζητούμενο ήταν το «άοιδε θεά», η μήνις του Αχιλλέα ήταν περίπου αδιάφορη. Κανονίστηκε όπως ρυθμίζονται οι κυριακάτικες εκδρομές για μπάνιο με το πούλμαν, έτσι βρέθηκαν όλοι εκεί.
Ηταν μια ιδέα γενικά αποδεκτή χωρίς κανένας να θυμάται ποιος την πρωτοείπε. Ηταν σαν να υπήρχε πάντοτε όπως υπάρχουν τα βουνά, τα δάση και οι θάλασσες, μια ιδέα που έγινε από όλους δεκτή, χωρίς καμία εξαίρεση, χωρίς κανένα ιδιαίτερο ενθουσιασμό ή εκδηλώσεις χαράς αλλά σαν κάτι φυσικό και αυταπόδεικτο, κάτι που το περιμένανε και το δέχονταν χωρίς αντιρρήσεις, σαν το τέλος του καλοκαιριού ή του χειμώνα.
Ηταν όλοι τους ηθοποιοί. Πολύ καλοί ηθοποιοί, από αυτούς που ταυτίζονται με τους ρόλους τους και τους ζούνε. Και ήταν συγχρόνως σκηνοθέτες μα και δημιουργοί του σεναρίου μια που οι αυτοσχεδιασμοί τους ήταν αυτοί που έδιναν υλικό στον τυφλό συγγραφέα-ποιητή-παραγωγό. Αυτή τη φορά βέβαια - αυτή ήταν η ιδέα- θα ξαναπηγαίνανε την ίδια εκδρομή, θα χρησιμοποιούσανε τα ίδια σκηνικά, θα είχανε τους ίδιους ρόλους αλλά δεν θα είχανε σεναριογράφο, τον γέρο-Ομηρο τον είχαν αποκλείσει παμψηφεί και κοινή συναινέσει.
Οι αρχικές διαφορές ελάχιστες ήταν. Η καραφλίτσα του Αχιλλέα και το διαφαινόμενο στομαχάκι του Εκτορα ήταν οι πιο κτυπητές. Κάνανε πάλι τρεις φορές τον γύρο στα τείχη της πόλης όχι τρέχοντας και κυνηγώντας ο ένας τον άλλο, αλλά αυτή την φορά περπατώντας δίπλα-δίπλα και σιγοκουβεντιάζοντας σαν παλιόφιλοι. Οι άλλες - οι πιο μικρές διαφορές – στα μάτια και στην έκφρασή τους υπήρχαν.
Πού ήταν η αποφασιστικότητα του Διομήδη, το θάρρος του Ιδομενέα, η θεϊκή περηφάνεια του Σαρπηδόνα ; Ο Μενέλαος είχε αντικαταστήσει το θλιμμένο ύφος του μ’ ένα ανυπόμονο βλέμμα- λες και περίμενε την άνοδο του Χρηματιστηρίου. Η Θέτις φαινόταν πιο ξανανιωμένη και η Εκάβη κάπως ατημέλητη. Ο Αρης πάντα ίδιος και ανίκητος σαν την βλακεία που αντιπροσώπευε, στην δεύτερη τούτη παράσταση θεά του πολέμου ήταν η Αθηνά, κι’ ο πόλεμος σοφία είναι, το νοιώθεις αν ζήσεις δεύτερη φορά. Ο Δίας δεν φαινότανε, είχε κρυφθεί πίσω απ’ τα σύννεφα με την κυρά του και θεά του, την Ηρα. Τούτη την φορά είχε παρατήσει τον ζυγό που έγερνε στην νίκη των Ελλήνων, του ήταν αδιάφορο ποιος θα κέρδιζε. Αυτός, νικώντας τον Υπνο, είχε κερδίσει για δεύτερη φορά την Ηρα στην καριέρα του και απολάμβανε το κάθε δευτερόλεπτο μαζί της.
Η Κασσάνδρα, απαλλαγμένη από τις διαταγές του σκηνοθέτη-συγγραφέα-ποιητή δοκίμαζε τις ικανότητές της στην μουσική. Πολλοί την θαύμαζαν, ο Αίας πρώτος-πρώτος. Η Ελένη –δεν θα το πιστέψετε αλλά – έπλενε τα πιάτα να κερδίσει τον χαμένο καιρό, η Αφροδίτη τα σκούπιζε και τα τοποθετούσε στα ράφια. Είχαν αναλάβει το βραδινό γεύμα στην αποχαιρετιστήρια συγκέντρωση, εκεί στην ακτή, εκεί που είχαν τραβήξει τα πλοία έξω στην στεριά. Ο Νέστορας είχε πάρει κιόλας θέση και περίμενε το βράδυ παίζοντας πεσσούς με τον Τειρεσία Με το σούρουπο όλοι μαζεύτηκαν πίσω απ’ την τάφρο, στην λουρίδα της άμμου μπροστά στα πλοία. Εντύπωση έκανε η παρουσία του Εκτορα αλλά και του πτώματός του ταυτόχρονα που το ζητούσε ο πατέρας του, τα ίδια συνέβαιναν και με τον Πάτροκλο.
Τα μόνα - ίσως – πρόσωπα που έλειπαν ήταν η Κλυταιμνήστρα και η Πηνελόπη, θα χωράγανε και στην καινούργια εκδοχή που ξετυλιγότανε αυθόρμητα. Η μοναξιά του Αγαμέμνονα ήταν δεδομένη και η κοιλίτσα του Οδυσσέα ίσως είχε αιτία την αιώνια πίστη του στην Πηνελόπη.
Το Ιλιον χρύσιζε στις τελευταίες ακτίνες του ήλιου που είχε μισοδύσει κάπου στα νότια και κινιότανε παράλληλα με τον ορίζοντα να πάρει την σωστή του θέση. Οταν μοιράστηκε το φαγητό. όλοι χαμογελάσανε και ο Σιμμόεις ο ποταμός ενώθηκε επιτέλους με τον Ωκεανό.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά η εκδρομή έγραφε την ιστορία της και η Ιστορία κατέγραφε την εκδρομή σαν μια ακόμη εκδοχή της. Οι πρωταγωνιστές- πέρα από αυτή την διαδικασία – μάλλον το απολάμβαναν, τα προσωπικά προβλήματα ελάχιστη σημασία έχουν μπροστά στο αέναο Γίγνεσθαι.
Μακριά, πολύ μακριά, παλιά, πολύ παλιά και κατά μία έννοια ταυτόχρονα σ’ ένα παράλληλο Σύμπαν, καθένας είχε την δεύτερη ευκαιρία του. Αλλος την κέρδισε, άλλος την έχασε, άλλος την αγνόησε, τι σημασία έχει ; Τα παράλληλα Σύμπαντα δεν ξανασμίγουν παρά μόνο με κοινή συναίνεση και μόνο αν συγκατατεθούν ο ποιητής κι’ ο Χρόνος.

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Γιώργης Αγιώργης


Το άρθρο αυτό  δημοσιεύτηκε πρώτη φορά εδώ περίπου πριν ένα χρόνο σαν φανταστικό σενάριο. Το ξανάφερε στην επικαιρότητα  (και την πραγματικότητα) η ειδησογραφία των τελευταίων ημερών για τους απελπισμένους οικονομικούς μετανάστες που τρέφονται με σκύλους, γάτες και περιστέρια. 

Η αναδημοσίευση είναι "κτενισμένη" 

 Γιώργης Αγιώργης

Μυθιστόρημα επιστημονικής και μαγειρικής φαντασίας

Ο Γιώργης Αγιώργης, ο έλληνας ξάδερφος του Γιάννη Αγιάννη, ξύπνησε το πρωΐ πεινασμένος στην τρώγλη του. Ο καφές, μαζί με το νερό, ήταν τα μόνα αγαθά που του είχαν μείνει από την τελευταία χορηγία της Ουνέσκο. Εβαλε το μπρίκι να βράζει. Δεν τον χόρταινε βέβαια ο καφές αλλά του ξελαμπικάριζε το μυαλό. Ψύχραιμα ανέλυσε την τρέχουσα κοινωνική κατάσταση. Πολλοί άστεγοι και ζητιάνοι, ρε παιδάκι μου, δεν βγαίνει μεροκάματο πια με το χέρι απλωμένο και το μυστικό είχε πια διαρρεύσει μεταξύ των αστέγων : έπρεπε τώρα νάχεις μέσον γιατρό για να βγάλεις την νύκτα στο νοσοκομείο της εφημερίας, πάνε οι καλές εποχές που το ξέρανε μόνο τρεις κι' ο κούκος, τζάμπα φαΐ και τζάμπα ύπνος. Καλά που βρέθηκε αυτή η τρώγλη και λύθηκε το ζήτημα στέγη.
Ο Γιώργης Αγιώργης έτριψε τις τσίμπλες του και φύσηξε τη μύτη του. Μπροστά του έβλεπε την κατσαρόλα άδεια. Την γέμισε νερό και την κοίταξε ενορατικά. Τώρα ήταν έτοιμος. Στο μυαλό του ήταν ήδη καταστρωμένο το πλάνο της σημερινής του εξόρμησης " πως να γεμίσετε την κατσαρόλα σας με εκλεκτό φαΐ, δωρεάν ".
Θα ήταν μια μακριά πορεία -το περπάτημα κάνει καλό στην υγεία - ανάμεσα σε καλά επιλεγμένους στόχους, με την μέγιστη αποτελεσματικότητα, μέσα σε λογικά χρονικά πλαίσια, βέβαια. Τα βήματά του τον έφεραν στο δρόμο με τους μαραγκούς. Γρήγορα εντόπισε τον στόχο του : πεταμένα κουτιά από ξυλόκολλα που να μην έχει μέσα τους  ξεραθεί τελείως το τελείωμα της κόλλας. Βρήκε το πιο κατάλληλο. Το έκλεισε σφιχτά  και το έρριξε στο σακκούλι του. Μετά μάζεψε μερικά λεπτά ξυλαράκια.
Συνέχισε τον δρόμο του μέχρι τον κουλουρά της γωνίας. Εβαλε το καπέλλο του ανάποδα πάνω στον πάγκο του κουλουρτζή κι' έπιασε ένα κουλούρι. Τότριψε ελαφρά πάνω από το καπέλλο του. Τα σουσάμια πέσανε μέσα. Μετά έπιασε ένα άλλο. Οταν μάζεψε όσο σουσάμι ήθελε  βρήκε τα κουλούρια μπαγιάτικα, τα παράτησε κι' έφυγε.
Ο Γιώργης Αγιώργης ξαναγύρισε στη τρώγλη του. Βούτηξε προσεκτικά τα ξυλαράκια στην ξυλόκολλα φιάχνοντας ξώβεργες. Ποτέ του δεν τα χώνεψε τα κολόπουλα τα περιστέρια, του την σπάγανε που ο κόσμος τα θεωρούσε πρότυπα αγνότητας. Ακόμα περισσότερο του τη σπάγανε τ' αγριοπερίστερα, οι δεκαχτούρες μ' αυτό το απαίσιο γουργούρισμά τους τον ξυπνάγανε συχνά από τον ύπνο του. Τώρα τις φανταζότανε πιλάφι ατζέμ. Χωρίς κανένα πρόβλημα συνείδησης έστησε τις ξώβεργές του. Μετά σκόρπισε το σουσάμι σε ζωτικά σημεία για δόλωμα. Χαμογέλασε ικανοποιημένος, ήταν σαν να είχε ρίξει παραγάδι. Απλά έπρεπε να περάσει λίγη ώρα για να δρέψει τους καρπούς και φυσικά δεν θα πήγαινε χαμένη αυτή η αναμονή. Μπήκε μέσα στη τρώγλη του, δίπλωσε καλά το άσπρο τραπεζομάντηλό του, το έχωσε σε μιά τσέπη του παλτού του μαζί με μια πλαστική σακούλα και βγήκε έξω ξανά. Ο ήλιος είχε σηκωθεί αρκετά το περπάτημα ήταν ευχάριστο τώρα. Κινήθηκε προς  τα σύνορα του προαστείου του.


 Ο Γιώργης Αγιώργης σταμάτησε  στο περίπτερο για την ενημέρωσή του. Προσπέρασε με το βλέμμα του τον "Ριζοσπάστη". Δεν τους χώνευε τους κομμουνιστές, δεν ήθελε να έρθουν στην εξουσία και να του πάρουνε το βιός του. Η "Ελευθεροτυπία" έθετε το ερώτημα αν μας συμφέρει η παραμονή στο ευρώ και πρότεινε επαναφορά της δραχμής. Ο Γιώργης Αγιώργης στριτζώθηκε. "Είναι δυνατόν να πάρουνε μια τόσο σοβαρή απόφαση χωρίς να ρωτήσουν την γνώμη μου ; Δημοψήφισμα τώρα ! ". Η "Καθημερινή" είχε για θέμα της την κατρακύλα του Χρηματιστηρίου. Ο Γιώργης Αγιώργης διάβασε καλά την ανάλυση του Ρ/Ε της μετοχής της Εθνικής Τράπεζας. Μετά έριξε μια ματιά στους δυο "Τύπους". Περισσότερο πρόσεξε τις φωτογραφίες από τις μισόγυμνες μοντέλες, η πολιτική τους ανάλυση δεν τον ενδιέφερε.
Ενημερωμένος πλέον τράβηξε  για το σπίτι της κυρά-Ξούλας, γνωστής τρελλής της γειτονιάς του. Κτύπησε το κουδούνι και όταν βγήκε άρχισε να της αναλύει την οικονομική κατάσταση του τόπου. Οταν έφτασε στο Ρ/Ε της μετοχής της Εθνικής Τράπεζας η κυρά-Ξούλα δεν άντεξε. Πήγε στη κουζίνα της πήρε ντομάτες και άρχισε να του τις πετά. Ψύχραιμα ο Γιώργης Αγιώργης μάζεψε στην πλαστική σακούλα του τις πιο ώριμες, αυτές ήταν οι κατάλληλες για την σάλτσα.  Μετά συνέχισε την μοναχική πορεία του.
Στο προσκυνητάρι του Αγιου Γεράσιμου οι Κεφαλλωνίτες πάντα άφηναν φυτίλια, καρβουνάκια, λιβάνια, και λαδάκι για το καντήλι του άγιου. Αμαρτωλοί οι περισσότεροι, προσπαθούσαν να εξαγοράσουν τον άγιο με τα ακριβότερα προϊόντα, το λάδι του Αη Γεράσιμου ήταν το καλύτερο της περιοχής και πάντοτε παρθένο, καμμιά φορά μέχρι και βιολογικό εύρισκε. Ο Γιώργης Αγιώργης δεν ήταν πλεονέκτης. Πήρε ένα μικρο μπουκαλάκι, ίσα-ίσα για τις σημερινές ανάγκες του.


Με το που μεσημέριαζε αρχίζαν οι γάμοι στο ξωκλήσι. Είχε σχεδόν πάντα δυο-τρεις στη σειρά. Ο παπάς τα είχε κανονίσει μια χαρά : Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο οι γάμοι, Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή, οι κηδείες. Την Κυριακή είχε μόνο λειτουργία και μνημόσυνα. Ο Γιώργης Αγιώργης έφτασε την κατάλληλη στιγμή πάνω στο "Ησαΐα χόρευε". Εβγαλε το τραπεζομάντηλο και το κράτησε απλωμένο. Μαζεύτηκε αρκετό ρύζι και μερικά κουφέτα απ' όσους έκαναν πιο χοντρό καλαμπούρι με τους νεόνυμφους, βγάζοντας τα απωθημένα τους για το γάμο που τους ανέτρεπε κάποιες σεξιστικές ισορροπίες. Ο Γιώργης ξεχώρισε τα κουφέτα από το ρύζι, θα τα χρησιμοποιούσε σαν γλυκό μετά το γεύμα.
Με τον δεύτερο γάμο μάζεψε όσο ρύζι χρειαζόταν και πήρε σιγά-σιγά τον δρόμο της επιστροφής. Από ένα πεταμένο πακέτο τσιγάρα έβγαλε το ζελατινιένο περιτύλιγμα, ήταν σαν διάφανο σακουλάκι. Εκεί έβαλε την τελευταία του προμήθεια, αλατοπίπερο που το προμηθεύτηκε από τα στρωμένα αλλά χωρίς πελάτες ακόμα τραπέζια του σουβλατζίδικου. Εχοντας τελειώσει την συλλεκτική περιπλάνησή του επανέκαμψε στην τρώγλη του.


Δυο περιστέρια και μια δεκαχτούρα τον περίμεναν κολλημένα στις ξώβεργες του. Τους έστριψε απαλά τον λαιμό. Τα ξεπουπούλιασε, τους έκοψε πόδια και κεφάλι και με ένα ξυλαράκι σε σχήμα " Τ " στην άκρη του, τους έβγαλε τα εντόσθια από την αμάρα. Τα έπλυνε καλά και τα έριξε στην κατσαρόλα με τις ντομάτες, το αλατοπίπερο και το λάδι. Σε λίγο θάριχνε και το ρύζι, το ήθελε "παντρεμένο" και όχι να το βράσει χώρια.


Μετά το φαΐ πιπίλησε ένα δυο κουφέτα να γλυκαθεί και ύστερα  μάσησε τα αμύγδαλα.
Ο Γιώργης Αγιώργης  κοιμήθηκε ήσυχα σαν πουλάκι.

Είδε ένα όνειρο 

(επειδή τα βιντεοκλίπ του Ντύλαν έχουν αποσυρθεί από το γιουτιούμπ με απαίτηση της Sony, παραθέτω την ιταλική εκδοχή του τραγουδιού από τον αξέχαστο Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ)

Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

Βράκχος

Ο Φαέθων 

Όταν ο Φαέθων Σκίπερης απέκτησε υιόν, στα τέλη του 1939, άρχισε να κάθεται περισσότερες ώρες το απόγευμα στο καφενείο προσπαθώντας να αυξήσει το πενιχρό εισόδημα του δημόσιου υπάλληλου με τα εκ της χαρτοπαιξίας κέρδη. Όχι τίποτε σοβαροί τζόγοι, κάτι καπίκια από κούπες και πρέφα ίσα-ίσα να βγαίνουν τα τσιγάρα του και η σοκολάτα μαζί με τον πασσατέμπο για την γυναίκα του που τον περίμενε σπίτι κρατώντας συντροφιά στη μάνα του. Τότε ο Φαέθων έπρεπε να βγάζει κάτι περισσότερο για το γαλατάκι του μωρού και τα κατάφερνε, δόξα τω θεώ, λες και τον είχε φιλήσει ο Απόλλωνας και τούχε μεταδώσει την μαντική την τέχνη. Μόνο που έτσι αργούσε περισσότερο τα βράδια και δεν είχε καιρό να συζητήσει με την γυναίκα του για τα βαφτίσια και το όνομα του γιου τους. Τις Κυριακές υποδεχότανε τους συγγενείς του, το Μαρούσι που έμενε τότε εθεωρείτο εξοχή. Ηταν σαν έθιμο να  τους τραπεζώνει, η γυναίκα του ήταν καλή μαγείρισσα και τα έξοδα, συν ένα μικρό κέρδος, βγαίνανε από την χαρτοπαιξία που ακολουθούσε, έτσι ήταν όλοι ικανοποιημένοι. Τις ελάχιστες φορές που ο Φαέθων έχανε οι καλοταϊσμένοι συγγενείς δεν καταδέχονταν να του πάρουν λεφτά. 

Με το που κηρύχθηκε ο πόλεμος τον Οκτώβρη του 40 ο Φαέθων βρέθηκε στο μέτωπο, βοηθητικός - αν και υγιέστατος - στην τοπογραφική υπηρεσία του στρατού μαζί με  κάποιον Ερμή, μακρινό συγγενή του, αληθινά βοηθητικός αυτός λόγω κάποιου προβλήματος στο χέρι. Με την κατάρρευση του μετώπου επέστρεψε με τα πόδια μαζί του από την Ηπειρο μέχρι τη Θήβα. Ο Ερμής ήταν που ήξερε τον δρόμο, αλλά έτυχε να έχει κάποιους συγγενείς στη Θήβα κι’ έκατσε να τους δει και να ξεκουραστεί οπότε ο Φαέθων συνέχισε μόνος του. Όταν έφτασε στην Αθήνα, πέρασε από την μάνα του Ερμή και την πληροφόρησε ότι ο γιος της σκοτώθηκε στο μέτωπο. Ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί τόκανε, ήταν η πρώτη πράξη που ικανοποίησε κάτι περίεργες εσωτερικές παρορμήσεις που είχε αποκτήσει. Εν συνεχεία ασχολήθηκε με  τον γιο του. Πολλές φορές δεν είχαν τι να δώσουν να φάει στο μωρό- η κατοχή στην Αθήνα έφερε πραγματική πείνα – και το μόνο που είχαν ήταν κρασί, τα βαρέλια του Φαέθοντα στο υπόγειο  είχανε κάτι τόνους απόθεμα, δεν εύρισκαν όμως τρόφιμα για τράμπα. Ο Φαέθων σκεπτότανε πως ο γιος του ήτανε σκληρός σαν βράχος και έπινε σαν …βάκχος. Απεφάσισε να τον βαπτίσει Βράκχο αγνοώντας μάλλον ότι ένας γιος του Απόλλωνα στην μυθολογία λεγότανε Βράγχος. Ο Βράκχος μεγαλώνοντας έγινε ένα πολύ όμορφο αλλά και πολύ σκληρό στον χαρακτήρα αγόρι, με αριστοκρατικά χαρακτηριστικά. Σαν μαθητής ενδιαφερόταν περισσότερο για τα κορίτσια παρά για τα μαθήματα του αλλά κατάφερνε να περνάει τις τάξεις και να μεγαλώνει την λίστα των επιτυχιών του- οι κακές γλώσσες μιλάνε για κορίτσια που αργότερα έγιναν πολύ διάσημες γυναίκες. Όταν τελείωσε γυμνάσιο και στρατό ο πατέρας του φρόντισε να τον πάρει μαζί του στο υπουργείο σαν δόκιμο υπάλληλο. Εκεί ο καταφερτζής Φαέθοντας είχε καταφέρει να μη χάσει προαγωγή και ήταν βαθμολογικά ανώτερος από τον Ερμή παρ’ ότι ο τελευταίος είχε κάνει ανώτερες σπουδές και ο Φαέθων μόνο γυμνάσιο. Ο Βράκχος τσίνισε πραγματικά. Εγκατέλειψε την πατρική οικία και την δουλειά εκθέτοντας τον πατέρα του στους ανώτερούς του που είχαν εισηγηθεί τον διορισμό του και εγκαταστάθηκε στο σπίτι της ζωντοχήρας ερωμένης του. Ο Φαέθων αγνοούσε ότι η ερωμένη του γιου του τον είχε προσλάβει στην δημόσια υπηρεσία που διοικούσε στον Πειραιά. Ο Βράκχος περνούσε από εκεί δυο φορές το μήνα, την πρώτη και την δεκάτη έκτη για να εισπράξει τα μισθά του. Τις άλλες μέρες σηκωνότανε κατά τις δώδεκα - εργαζότανε πυρετωδώς το βράδυ - και πήγαινε για χαρτάκι και καφέ στο καφενείο. Τα πήγαινε αρκετά καλά στα χαρτιά- όχι σαν τον Φαέθοντα βέβαια- αλλά τα κατάφερνε άριστα με τις γυναίκες. Αν η προϊσταμένη του δημοσίου δεν του σιδέρωνε καλά το πουκάμισο, για τιμωρία, δεν την πήγαινε βόλτα το απόγευμα με το αμάξι που του είχε αγοράσει και έβγαινε στο σεργιάνι για κορίτσια  Το βράδι έκανε αποχή. Την επόμενη μέρα όλα τα ρούχα του ήταν στη τρίχα.  Ηταν μια καλή εποχή για τον Βράκχο και θα μπορούσε νάχε κάνει σερμαγιά αν δεν έμπλεκε με τζόκεϋς, προπονητές και άλογα. Πάντως το αυτοκίνητο και τα γκομενάκια που χτύπαγε μ’ αυτό, δεν τόχασε.

Όλα ξεκίνησαν με τον Ερμή που στις αρχές της δεκαετίας του 50 με μια μίζα κέρδισε στον ιππόδρομο περίπου τους μισθούς μιας διετίας. Αντί για καλυβάκι στο οικόπεδό του φύτρωσε διώροφο, με το νοίκι του ενός ορόφου να αβγαταίνει το βιός της οικογενείας του. Ο Φαέθων ζήλεψε κι’ άρχισε τις επισκέψεις στο Δέλτα αλλά εκεί ούτε ο Απόλλων  με τη μαντική του δεν μπόρεσε να τον βοηθήσει. Ο μετρημένος Φαέθων απεσύρθη ταχέως του αθλήματος και επανέκαμψε στις κούπες του και στο κουμκάν. Ο Βράκχος παρακολουθούσε πάντοτε τις δραστηριότητες του πατέρα του και σαν άνθρωπος του τζόγου είχε ενημερωθεί περί το ιπποδρομιακόν παίγνιον. Τυχαία, γύρω στο 65 γνωρίστηκε με ένα προπονητή ο οποίος είχε στη κατοχή του ένα εγκαταλελειμένο αραβικό άλογο. Φορολογικοί λόγοι δεν του επέτρεπαν να εμφανισθεί σαν ιδιοκτήτης και πρότεινε στον Βράκχο να αγοράσει αυτός το μισό και να κάνουνε μαζί την αρπαχτή με το σχέδιό του. Το άλογο ήτανε ξεχασμένο από όλους αφού δυο χρόνια δεν είχε βγει να γκαλοπάρει μέρα στο στίβο, το γύμναζε μόνο νύχτα οπότε δεν ξεχωρίζανε οι δημοσιογράφοι τα άλογα. Τα άλογα βλέπουν στο σκοτάδι και το καβάλαγε πάντοτε ο χειρότερος αναβάτης του Δέλτα - δεν είχε κερδίσει ποτέ ως τότε - με το μεγαλύτερο όμως προσόν : δεν έλεγε ούτε στη μάνα του ποια άλογα είχε γυμνάσει και πως τα πήγαν στις προπονήσεις. Σκέτος τάφος.
Η περίπτωση φάνηκε ενδιαφέρουσα στον Βράκχο μια που είχε και δική του άποψη για την εχεμύθεια του τζόκεϋ, ήταν περίπτωση. Εψησε την προϊσταμένη για το σχετικό κεφάλαιο και άρχισε να συχνάζει στις ιπποδρομίες. Οταν ο προπονητής έκρινε ότι το άλογο ήταν έτοιμο να κερδίσει το έγραψε στις κούρσες και το ανέθεσε στον αναβάτη που το γύμναζε. Ηταν η τέλεια παραπλάνηση των φιλίππων. Ο ιπποδρομιακός τύπος ανέφερε μόνο τις ψεύτικες ημερήσιες δοκιμές του αλόγου που φυσικά δεν ήταν ελκυστικές και όλοι θεωρούσαν φυσιολογική την ανάθεση του σε τζόκεϋ χαμηλών δυνατοτήτων, ήταν κάτι που συνηθίζεται σε άλογα που δεν έχουν καμία τύχη να κερδίσουν. Ο Βράκχος σαν ιδιοκτήτης ήταν στο πάντοκ για ν’ακούσει τις τελευταίες οδηγίες στον τζόκεϋ :
«Θα ακολουθείς στην αρχή με τα τελευταία άλογα στο κάγκελο και από τη μέση της διαδρομής θα διπλαρώσεις το επτά, το μεγάλο φαβορί. Πρόσεξε να μη πέσεις έξω στη τελευταία στροφή. Θα είσαι μαζί με το επτά μέχρι τα τελευταία εκατό μέτρα και τότε μόνο μίλα του λίγο, ίσα-ίσα να κερδίσεις, δεν θέλω νίκη με μεγάλη διαφορά, να πληρωθούμε καλά και την επόμενη φορά. Τα άλλα άλογα μη τα φοβάσαι, δεν μπορούν να τα βάλουν μαζί μας. Αϊντε, καλότυχος και θα σε δω στις φωτογραφίες». Ο Βράκχος βγήκε από το πάντοκ και έπαιξε επιδεικτικά λίγα λεφτά στο επτά ώστε να παραπλανήσει και τον τελευταίο άπιστο. Βοηθούσε και η εμφάνιση του αλόγου - ήταν κοντό - αλλά και του τζόκεϋ που ήταν ψηλός για τη δουλειά του. Ο Βράκχος κοίταζε ικανοποιημένος το θέαμα, άλογο και αναβάτης ήταν σαν τον Πάντσο του Θερβάντες πάνω στον γάϊδαρό του, δύσκολα θα στοιχημάτιζε πάνω του μη μεμυημένος παίκτης. Μετά, όταν τα άλογα έπαιρναν τις θέσεις τους στο μηχάνημα της εκκίνησης έκανε σήμα στα  δυο πιτσιρίκια ξαδερφάκια του να ποντάρουν χοντρά στο άλογό του. Υπολόγιζε με νίκη να πάρουν σχεδόν όλα τα χρήματα που πονταρίστηκαν, πολύ δύσκολα κάποιος άσχετος θα έβαζε λεφτά στο άλογό τους.
 Όλα πήγαιναν ρολόϊ, κανείς δεν τους είχε πάρει χαμπάρι και το άλογό του στα μισά της κούρσας βρίσκοντας κάποιο κενό στο κάγκελο προωθήθηκε από την εσωτερική δίπλα στο επτά. Όταν πήρανε τη στροφή το επτά πετάχτηκε στην απώτατη εξωτερική, έξω από το οπτικό πεδίου του τζόκεϋ ενώ τα άλλα άλογα υποχωρούσαν. Ο τζόκεϋ φοβήθηκε μην κερδίσει με διαφορά κι’ άρχισε να πιάνει το άλογό του. Μάταια φώναζε ο προπονητής του «Σπρώξε, σπρώξε», που να ακουστεί μέσα στις τόσες φωνές, αυτός έβλεπε όλο τον στίβο και κατάλαβε ότι κινδυνεύει από το επτά. Όταν ο τζόκεϋ με το άλογο του Βράκχου έφτασε στο τέρμα, σηκώθηκε να πανηγυρίσει τη πρώτη νίκη της ζωής του, στρέφοντας όμως το κεφάλι του δεξιά προς την κερκίδα είδε το επτά να βρίσκεται στο ίδιο ύψος με αυτόν. Πάγωσε αλλά τα χειρότερα ήρθαν με την εμφάνιση του φώτο φίνις. Νικητής το επτά. Ο Βράκχος διατήρησε την ψυχραιμία του αλλά ήξερε ότι το πουλάκι είχε πετάξει. Το άλογο πλέον το δείξανε, το έμαθε όλος ο κόσμος, αλλά δεν κονομήσανε, από δω και πέρα θα παλεύανε να πάρουν πίσω τα έξοδά τους.
Για κάποιο διάστημα ο Βράκχος ξημεροβραδιαζότανε στους σταύλους παρέα με προπονητές, τζόκεϋς, σταυλίτες και γκομενάκια. Πολλές ωραίες μυρουδιές  βγαίνανε από εκεί, μερικές απαραίτητες να βοηθήσουν τους τζόκεϋς να διατηρήσουν χαμηλά το βάρος τους και μαζευότουσαν πολλά κοριτσάκια που κάνανε κρα για ένα «σίγουρο» και λίγη σκόνη άσπρη. Ο Βράκχος ήταν εκτός συναγωνισμού στα κορίτσια με αντιπάλους τους χοντρούς προπονητές, τους άξεστους σταυλίτες και τους αποστεωμένους τζόκεϋς αλλά το ταμείον έγραφε μείον και η προϊσταμένη κρύωνε σιγά-σιγά. Την λύση έδωσε η χούντα, η προϊσταμένη πήρε μετάθεση και ο Βράκχος δεν πήρε χαμπάρι. Όταν πήγε να πάρει τον μισθό του απολύθηκε σαν αδικαιολογήτως μονίμως απών. Κανένας «συνάδελφος» δεν ήξερε την ύπαρξή του ώστε να τον ειδοποιήσει. Μετακόμισε στο Μαρούσι, στο πατρικό του και την έβγαζε στο καφενείο σαν χαρτοπαίκτης. Την καλή πελατεία την είχε όμως ο πατέρας του που είχε βγει πια στη σύνταξη. Ο Βράκχος έστρεψε το ενδιαφέρον του σε μια πολύ όμορφη πιτσιρίκα, είχε ακούσει ότι ήταν και προικού. Στις βόλτες με το αμάξι του συνέβη το μοιραίον και προ του εξώγαμου αρραβωνιάστηκε. Τότε, την ημέρα των αρραβώνων του γνώρισε την μικρή της αδελφή, ακόμα πιο όμορφη και της τάρριξε μπροστά στα μάτια της  εγκύου μνηστής του. Είναι θαύμα πως δεν απέβαλε η κακομοίρα. Πάντως ούτε οι γενναίες επιχορηγήσεις του πεθερού, ούτε η γέννηση του παιδιού του μετά τον γάμο του, ούτε οι αδελφικές τύψεις της μικρής απέτρεψαν το αναπόφευκτο. Μια μέρα η γυναίκα του άφησε την μικρή της αδελφή να της φυλάει το παιδί και γύρισε λίγο νωρίτερα απ’ ότι υπολόγιζε. Βρήκε το παιδί να κλαίει και την αδελφή της γυμνομπλεγμένη με τον Βράκχο. Το διαζύγιο ήταν εκ των ουκ άνευ.

Ο Φαέθων χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει βρέθηκε αριστίνδην δημοτικός σύμβουλος. Δεν ήταν ακριβώς χουντικός, ήταν αυτό που λέμε παντός καιρού. Με τα νέα του καθήκοντα αραίωσε τις επισκέψεις στο καφενείο αφήνοντας ζωτικό χώρο στον Βράκχο. Τα κουτσοβόλευε με τις κούπες και κυνηγούσε την καλή στις γυναίκες. Το 72 ένα βράδυ στους Αμπελόκηπους , του έκανε ωτοστόπ μια κοπελιά που πήγαινε Κιφησσιά. Πάντοτε ευγενικός  με τις γυναίκες ο Βράκχος προσφέρθηκε να κάνει τα παραπάνω χιλιόμετρα αποβλέποντας και στα περαιτέρω. Όμως το ίδιο ευγενικά η κοπελιά αρνήθηκε και ο Βράκχος σήκωσε τους ώμους. Ποτέ δεν ήταν πιεστικός με τις γυναίκες, είχε την αρχοντιά του. Γυρίζοντας περασμένα μεσάνυχτα στο Μαρούσι έπεσε σε μπλόκο αστυνομικών. Τον πήγανε στο τμήμα και του πήρανε κατάθεση. Επιμένανε ιδιαίτερα αν ήξερε την κοπελιά που είχε πάρει ωτοστόπ. Μια πατρική παρέμβαση απλούστευσε τις διαδικασίες γράφτηκε όμως στο βιβλίο συμβάντων. Η κοπελιά ήταν μέλος αντιστασιακής οργάνωσης και ψάχνανε για τους συνεργούς της.
Λίγο μετά πέτυχε την «καλή» του. Μια μεσόκοπη, καλοβαλμένη γυναίκα που σκοπό της ζωής της είχε να μένει κλεισμένη στο σπίτι και να πλένει και να μαγειρεύει για τον αντρούλη της. Καμάρωνε να τον βλέπει να φεύγει απ’ το σπίτι κουστουμαρισμένο στην τρίχα και ποτέ μα ποτέ δεν τον ρώτησε που πάει ή τι ώρα θα γυρίσει. Αυτή τη γυναίκα ο Βράκχος την αγάπησε πραγματικά και της τόδειχνε τις απειροελάχιστες ώρες που ήτανε μαζί της.
Τα επόμενα χρόνια ο Βράκχος ξεκοκάλιζε μια  αναπάντεχη κληρονομιά από το πουθενά, κυριολεκτικά. Κάποιος μακρινός συγγενής της μάνας του, ξεχασμένος από θεούς και ανθρώπους τα κακάρωσε στην μακρινή Ουρουγουάη αφήνοντας κληρονόμους τη μάνα του και τις δυο ανύπαντρες αδελφές της. Καμία φυσικά δεν ήταν σε θέση να ταξιδεύσει μέχρι εκεί και εύκολα συμφώνησαν να παραιτηθούν υπέρ αυτού αν αναλάμβανε να τις γηροκομίσει. Βάστηξε τον λόγο του μέχρι να κλείσουν τα μάτια τους, εξ άλλου ήταν και η αγαπημένη ασχολία της  συζύγου του.
Και ήρθε η μεταπολίτευση με τη Νέα Δημοκρατία της και μετά το ΠΑΣΟΚ με τα ζιβάγκο του και ο Φαέθων κατάφερε να είναι στον αφρό και στις δυο καταστάσεις.
Ιδιαίτερα όμως με τους νόμους για τους αντιστασιακούς κάτι ανθίστηκε και ζήτησε ένα αντίγραφο συμβάντων από το αστυνομικό τμήμα Αμαρουσίου. Μη έχοντας όπως όλοι οι ηλικιωμένοι δουλειά να κάνει ασχολήθηκε με τις υποθέσεις του γιου του και κατάφερε μ’ αυτό το χαρτί να τον βγάλει αντιστασιακό. Ο Βράκχος επανήλθε θριαμβευτικά στην υπηρεσία της κάποτε ερωμένης του λαμβάνοντας κάποια αποζημίωση και αναδρομικά όλες τις προαγωγές ! Σαν εντελώς άσχετος με το αντικείμενο της υπηρεσίας του, αλλά σε υψηλά κλιμάκια πλέον, ασχολήθηκε με το νεότερο ηλικιακά θηλυκό προσωπικό της υπηρεσίας του ασκώντας την λεγόμενη γοητεία των γκρίζων κροτάφων τα λίγα χρόνια που του έμεναν μέχρι την συνταξιοδότησή του.

Ο Φαέθων πέθανε λίγο μετά από τον θάνατο του αγαπημένου του προτύπου, του «εθνάρχη». Θεωρούσε ότι είχε πολλά κοινά μαζί του και προσδιόριζε  σαν τα πιο φανερά την αγάπη για τα τραγούδια του Σώτου Παναγόπουλου και για τον Παναθηναϊκό, αλλά δεν μπορεί θα υπήρχαν και άλλα κρυφά.

Ο Βράκχος λίγο μετά τον θάνατο του δικού του προτύπου, του Ανδρέα, χάθηκε από προσώπου γης. Πάντως, σε αντίθεση με τον πατέρα του, ποτέ ο ίδιος δεν προσδιόρισε ποια ήταν τα κοινά στοιχεία που είχε με το πρότυπό του.
Κάποιες κακές γλώσσες λένε πως το έσκασε στο εξωτερικό με κάποια μεσόκοπη, ψηλή, αλλοδαπή γυναίκα στο πρότυπο της Δήμητρας αλλά κανείς δεν ξέρει. Ούτε η γυναίκα του απαντάει όταν την ρωτάνε σχετικά, περιμένει καρτερικά σαν Πηνελόπη την επιστροφή του με το καλό.
 
Η κόρη που απέκτησε με την πρώτη του γυναίκα, δεν τον γνώρισε ποτέ.

Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

Σίντυ, το δεξί πόδι της.

Σίντυ, ω Σίντυ


- Σίντυ , ω Σίντυ.

Το δεξί πόδι της Σίντυ είχε μόλις αφήσει το πλακόστρωτο δάπεδο της Φωκίονος Νέγρη έχοντας διασχίσει περίπου το ένα τέταρτο του τόξου που δημιουργεί ένα βήμα όταν ακούστηκε καθαρά , μα και πνιχτά συγχρόνως μιά αντρική κραυγή :
- Σίντυ, ω Σίντυ
Τα πόδια βέβαια δεν θεωρείται ότι ακούν αλλά κι’ αυτή η κραυγή σε κάποια περίεργη συχνότητα βγήκε, σίγουρα δεν έγινε αντιληπτή από κοινά αυτιά. Γιά το δεξί πόδι της Σίντυ ο χρόνος πάγωσε αυτόματα.

Το δεξί πόδι της Σίντυ βρέθηκε με το μεγάλο δάκτυλο σηκωμένο - πάντα συμβαίνει όταν περπατάμε – και τα υπόλοιπα καλοσχηματισμένα μικρά σε μιά γραμμή σαν τα κλωσσόπουλα μιάς πάπιας. Ηταν ένα πόδι πολύ καλοδιατηρημένο γιά την ηλικία του, τυλιγμένο στο μετάξι του καλσόν της και τοποθετημένο σ’ ένα μαλακό μοκασίνι. Το δέρμα του ήταν σε καλή κατάσταση αν εξαιρέσεις κάποιες μικρές πτυχώσεις στην καμάρα του πέλματος που θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε κάλους αν η Σίντυ δεν τις πρόσεχε, αλλά η Σίντυ μιά φορά τον μήνα μέσα στο ζεστό μπάνιο της πέρναγε τα πέλματά της με θηραϊκή γη, όπως της άρεσε να λέει την ελαφρόπετρα, έτσι η αισθητική κάλυπτε και την ιατρική πλευρά του ζητήματος.

Η Σίντυ στα πενηντατόσα της θύμιζε την Μπριζιτ Μπαρντό στα σαραντατόσα της, τηρουμένων βεβαίως κάποιων αναλογιών. Ηταν σαφώς πιό μικρόσωμη και δεν είχε τόσο πλούσιο στήθος. Αλλά είχε κάτι από την κίνησή της και κυρίως από τον τρόπο που έδενε τα μαλλιά της κώτσο. Πάντοτε κάποια χρυσόξανθα λουγδάκια ξέφευγαν από τις φουρκέτες και τα τσιμπιδάκια δίνοντας ένα ατημέλητο τόνο στο γλυκό της προσωπάκι, ακριβώς όπως και στην Μπεμπέ και σε μεγάλη αντίθεση από τους άψογους, σκουρόχρωμους, στυλιζαρισμένους κώτσους των άλλων σταρς του Χόλλυγουντ.
Η Σίντυ ανήκε στο περίεργο εκείνο είδος γυναικών που ομορφαίνουν με τα χρόνια αναδεικνύοντας προσόντα που δεν προσέχει κανείς σε πιτσιρίκες, όπως ένας υπέροχος λαιμός ή μιά λεία πλάτη. Δεν ήταν βέβαια στα αζήτητα σαν νέα αλλά δεν είχε την τράβηξη που απέκτησε στα πρώτα –ήντα της. Ο Νάρκισσος, που πάντα ζούσε μέσα της, έπαιρνε τώρα την εκδίκησή του βλέποντας τον θαυμασμό στα αντρικά βλέμματα και την ζήλεια στα γυναικεία. Ισως να έφταιγε το ότι δεν παντρεύτηκε, δεν της έτυχε ποτέ να βρεί τον απόλυτο έρωτα ενός άντρα, αυτόν που θεωρούσε ότι της άξιζε, αλλά όπως είπαμε σαν νέα δεν υπήρξε ποτέ στην πρώτη γραμμή. Συμβιβάστηκε με πιό επιφανειακές αντρικές σχέσεις, την καριέρα της και τις ελάχιστες φίλες της, όλες σοφά διαλεγμένες ώστε να παίρνει αυτοδικαίως την θέση της βασίλισσας, όπου η θηλυκή τετράδα εμφανιζόταν.
Εκεί στην θηλυκή τετράδα την είδε πρώτη φορά ο τρελλός συγγραφέας –έτσι τον έλεγε. Τον είχε προσέξει που την έτρωγε με τα μάτια αλλά δεν της έλεγε τίποτε εμφανισιακά, ούτε γνωστό της της θύμιζε. Κάπου όμως απασχολούσε μιά γωνία του μυαλού της. Τα πισωγυρίσματα στην βόλτα της στην Φωκίονος Νέγρη μπορεί και να γίνονταν ασυναίσθητα εκ μέρους της, με κάποιο τρόπο όμως του έβαλαν την ιδέα να την περιμένει. Και πράγματι λίγο αργότερα η Σίντυ πέρασε μόνη της από μπροστά του δίνοντας του την ευκαιρία να νικήσει την φυσική δειλία του. Στην πραγματικότητα την Σίντυ την έτρωγε η περέργεια ν’ ακούσει την φωνή του, δεν ήξερε γιατί αλλά το θεωρούσε το σημαντικότερο στοιχείο που μπορούσε να πάρει απ’ αυτόν τον περίεργο άνθρωπο. Την πλησίασε αμέσως...

Πάνω από την φτέρνα του δεξιού ποδιού της Σίντυ, ο αστράγαλος της ήταν λεπτός και καλοσχηματισμένος. Η γάμπα της, ελκυστική με πολύ μαλακό δέρμα. Το ξυραφάκι είχε πολλά χρόνια να περάσει από πάνω της, οι τελευταίες τρίχες είχαν εξαφανισθεί λόγω τριβής με τα πολύ στενά τζιν που φόραγε στα νιάτα της η Σίντυ...αλήθεια ποιό ήταν το βαπτιστικό της ; Με πολύ κόπο θυμήθηκε το Στεφανία, απαίσιο όνομα και δεν της ταίριαζε καθόλου. Μόνη της βρήκε το Σίντυ στά δώδεκά της. Μετά ήρθε η διάσημη κούκλα με το ίδιο όνομα. Ολοι νόμιζαν ότι από εκεί το πήρε, μόνο οι παιδικές της φίλες κι οι συγγενείς της ξέρανε την αλήθεια. Το συνήθισε, δεν της άρεσε να μιλάει γι' αυτό και να εξηγεί. Ολα τα έλεγε με τα σκουροπράσινα μάτια της μα κανείς δεν έτυχε να τα καταλάβει. Στο τέλος σκλήρυναν κι’ η ίριδα μαζεύτηκε να κρύψει την δίοδο προς τα τρυφερά της ψυχής. Κάπου σκλήρυνε και το χαμόγελό της, έγινε πιό τυπικό, ίσως και πιό αποδεκτό. Αυτό φόραγε όταν ήταν με τις φίλες της και μαζί μια συνοφρυομένη έκφραση όταν βρισκότανε με άγνωστους, ακόμα κι’ όταν αυτή προκαλούσε την συνάντηση όπως τώρα με τον «συγγραφέα» της .

- Εχω γράψει ένα βιβλίο γιά γοργόνες, είσαστε ίδια με την γοργόνα που είχα στο μυαλό μου.
Της άρεσε η άμεση τοποθέτηση, ήταν βέβαια αρκετά μεγάλη γιά να συγκινηθεί, αλλά... Γρήγορα κατάλαβε πως η απάντηση στο ερώτημα αν έλεγε αλήθεια η όχι ο τύπος θα εξαρτιότανε από αυτήν την ίδια και όχι από αυτόν. Αλλά δεν ήταν καθόλου σίγουρη ότι ήθελε να βγάλει λέπια από την μέση και κάτω...
- Λοιπόν ;
- Θα ήθελα να σας το δώσω, να το διαβάσετε, μπορεί να σας αρέσει, τι λέω, σίγουρα θα σας αρέσει αφού εσάς, δηλαδή την εικόνα σας, είχα στο μυαλό μου όταν το έγραφα.
- Δεν διαβάζω πολύ...
Μιλούσε μηχανικά γιατί δεν την απασχολούσαν τα λόγια που άκουγε αλλά ο τόνος και η χροιά της φωνής του. Ισως δεν ήθελε να την ακούσει περισσότερο πριν αναλύσει τις επιδράσεις μέσα της από τα ηχητικά κύματά του, της φάνηκε σαν τα σπλάχνα της να είχαν αλλάξει θέσεις. Τώρα αυτό ήτανε καλό ή κακό ; Στην ηλικία της ; Πάντοτε φοβότανε τις καινούργιες εμπειρίες, αλλιώς δεν θάφτανε μόνη σ’ αυτήν την ηλικία. Πολλές φορές το σκεπτότανε κι’ αποφάσιζε πως την επόμενη φορά θα το τολμούσε, μά πάντοτε δείλιαζε. Αυτή η φωνή...θάθελε να την ακούει με κλειστά μάτια, ήξερε πως είχε περισσότερη γλύκα από τα φιλιά, ήταν πιό τρυφερή από τα χάδια, το ήξερε καλά. Αλλά ήξερε το ίδιο καλά πως όταν ακριβώς θα την είχε περισσότερο ανάγκη ο κάτοχος της θα φίλαγε, θα βαριανάσανε, θα μούγκριζε, θα έκανε ότιδήποτε εκτός απ’ το να της μιλάει. Επρεπε να τον εκπαιδεύσει, να τον συγχρονίσει μαζί της να...να...
«Θεέ μου είμαι τρελλή» σκέφτηκε, «ούτε που τον ξέρω τον άνθρωπο».
Ο τρελλός συγγραφέας είχε βγάλει ήδη ένα αντίτυπο του βιβλίου του κι’ ετοιμαζότανε να γράψει την αφιέρωσή του :
- Το ονοματάκι σας ;
- Σίντυ, αλλά δεν ξέρω αν θα βρω χρόνο να το διαβάσω.
- Δεν πειράζει, θα σας γράψω και το τηλέφωνό μου να μου πείτε την γνώμη σας όταν το διαβάσετε, με την ησυχία σας...

Το γόνατο στο δεξί πόδι της Σίντυ είχε μιά ουλή στο μπροστινό μέρος προς την εξωτερική του πλευρά. Ηταν ενα σημάδι από την πρώτη της ερωτική εμπειρία. Δεσποινίδα πλέον, είχε γοητευθεί από το τραγούδι ενός σοβατζή στην πολυκατοικία που κτιζόταν δίπλα στο σπίτι της. Τον φώναξε δήθεν γιά μερεμέτια στην αποθήκη του σπιτιού της όταν τελείωσε την βάρδια του. Εκεί στα σκοτεινά του δόθηκε και πικράθηκε που δεν συνέχισε να τραγουδάει όταν ασχολήθηκε μαζί της. Το δεξί της γόνατο σχίσθηκε ελαφρά σ’ ένα καρφί που εξείχε από ένα ξύλο με τις κάπως άγαρμπες πρώτες ερωτικές κινήσεις της. Το αίμα που βγήκε συνάντησε λίγο πιό κάτω το αίμα της παρθενιάς της. Είχε ακολουθήσει τον δρόμο του δεξιού ποδιού της.
Δεν ξανάκουσε τον σοβατζή να τραγουδάει, ίσως η συχνότητά του να χάθηκε από το ακουστικό φάσμα της, ίσως θεώρησε πως αυτό ήταν μιά περιπέτεια της Στεφανίας, ήταν ο δικός της δρόμος επιλεκτικής μνήμης.

Η Σίντυ προσπαθούσε να καταλάβει άν ήταν ικανοποιημένη από αυτό που έβλεπε και κυρίως από αυτό που άκουγε. Της ήταν αδύνατον να αποφασίσει. Προσπάθησε μα δεν βρήκε το κουράγιο να του πεί πως θα έπρεπε να της το διαβάσει, να ακούει την φωνή του και όχι να της δώσει το βιβλίο. Τα πενηντατόσα χρόνια της δεν πέταξαν τις κοινωνικές της ντροπές- τι θα πεί ο κόσμος αν προσκαλέσω έναν άγνωστο να μου διαβάσει το βιβλίο του σπίτι μου.
Στην πραγματικότητα βέβαια κανείς δεν έδινε δεκάρα γιά το ποιός μπαίνει και το ποιός βγαίνει στο σπίτι της Σίντυ, πιό πολύ ενδιέφεραν οι ερωτικές της σχέσεις, τους άντρες για οφελιμιστικούς λόγους και τις γυναίκες γιά λόγους κουτσομπολιού- δεν υπήρχαν φανερές λεσβίες στην γειτονιά της.
Το μυαλό της Σίντυ πήγε στις φίλες της. Είχε βρεί μιά αρμονία στη σχέση της με αυτές, παιδιαρίζανε λίγο βέβαια αλλά πηγαίναν τις βολτίτσες τους, ψωνίζανε μαζί, βλέπανε σινεμά και σχολιάζανε τις αδιάκριτες αντρικές ματιές που τραβούσε η παρουσία της Σίντυ, Αξιζε να χάσει όλα αυτά τα πράγματα γιά μιά φωνή που πιθανότατα δεν θα άκουγε όταν την χρειαζότανε απόλυτα ; Οι συντηρητικές φοβίες πλημμύρισαν το κεφάλι της Σίντυ ξανά, πήρε το βιβλίο στα χέρια της και ευχαρίστησε τον άγνωστό της συγγραφέα αποφασισμένη να μη το ανοίξει ποτέ. Ηξερε ότι θα μπορούσε πλέον να φαντάζεται την φωνή του σαν να της διάβαζε το βιβλίο, αν τόπιανε ποτέ της στα χέρια της, αλλά αφού δεν ερωτεύτηκε αμέσως την φωνή του και κυρίως αφού αυτός δεν της πρότεινε να της το διαβάσει, έχασε την ευκαιρία να συγκινήσει την καρδιά της, θα έμενε με τις φίλες της.
- Θα με ενδιάφερε πολύ η κριτική σας, έβαζε σάλτσες στην προσπάθειά του μήπως και τύχει να «γνωριστούνε καλύτερα» ο συγγραφέας.
- Με συγχωρείτε, έχω δουλειά, είπε η Σίντυ κι’ έφυγε παίρνοντας μαζί της το βιβλίο και την εικόνα της, το βλέμμα του την ακολουθούσε, τόνοιωθε στο δεξί της πόδι, στο πίσω μέρος του γόνατου, ήταν τόσο παράξενο γιά να μην το προσέξει.

Πάνω από το γόνατο το δεξί πόδι της Σίντυ ήταν σαν να έχει καλοδουλευτεί σε τόρνο. Σχετικά κοντό, με το μήκος του μηρού όμως σε πλήρη αρμονία με τον όγκο του, δέρμα και χρώμα τέλεια, σαν καλοωριμασμένο βερύκοκκο, το χνούδι του φρούτου σε πλήρη αντιστοιχία με τον ίουλο του δέρματος της. Ισως το πιό ερωτικό της σημείο, καμουφλαρισμένο μέσα στα παντελόνια ή τις φούστες και αντιληπτό μόνο σε προικισμένους με διαίσθηση άντρες και επίδοξους συγγραφείς- άμα δεν μπορείς να διαισθανθείς τέτοιους βυθούς, τέτοιες ακρογιαλιές, καλύτερα μην γράφεις. Ανεβαίνοντας προς τα πάνω η εσωτερική του πλευρά μαζευότανε ώστε να μην συναντά την απέναντι εσωτερική, αφήνοντας ένα μικρό κενό γιά να αερίζεται το κέντρο βάρους του σώματός της. Η πίσω πλευρά του παρέπεμπε σε τρυφερά μαθήματα αστρονομίας.



Γιά τα μάτια όλων των ανθρώπων υπήρχαν μερικοί νεαροί Νιγηριανοί ακουμπισμένοι νωχελικά στα κάγκελλα των παρτεριών της Φωκίονος Νέγρη που πουλούσαν πειρατικά σιντί.

Στα μάτια της Σίντυ όμως ένας από αυτούς περιέργως ήταν λευκός και μεσήλικας, ίσως και να βαστούσε ένα βιβλίο στο χέρι του και την κοίταζε. Το στόμα του δεν το άνοιξε - αυτό ήταν σίγουρο - αλλά το πόδι της Σίντυ νόμισε πως άκουσε το όνομά της την ώρα που εκτελούσε ένα βηματισμό. Αστραπιαία το πόδι σταμάτησε για να διαλέξει μια από τις δύο προοπτικές που ανοίγονταν μπροστά του :
Μπορούσε να αλλάξει την τροχιά του και να μην πατήσει μπροστά ολοκληρώνοντας τον βηματισμό του, αλλά να στρέψει προς την κραυγή και να ενσωματωθεί μαζί της σε μιά πτύχωση του χωροχρόνου. Αυτό ήταν που το δεξί πόδι της Σίντυ θα ήθελε, από τα νύχια μέχρι τη βάση του μηρού της. Μπορούσε ακόμη να πατήσει στέρεα και δυνατά στο πλακόστρωτο πεζοδρόμιο και με τον ήχο του να διαλύσει όλες τις παραισθήσεις και τους συνειρμούς, Αυτό ήταν που όλη η κοινωνία κι’ οι γνωστοί περίμεναν από την Σίντυ να επιλέξει,αυτό ήταν που την διατηρούσε σε τέτοια φορμα στα πενηντατόσα της, ήταν η ζωή μαζί κι’ο θάνατός της.

Στο σπίτι της Σίντυ ένα μικρό βιβλίο έπεσε από το ράφι στο πάτωμα και άνοιξε στην πρώτη του σελίδα, ήταν λευκή.

Το δεξί πόδι της Σίντυ είχε ήδη διανύσει το ένα τέταρτο της τροχιάς του βήματος και έπρεπε να αποφασίσει πριν περάσει την μέση, μετά δεν υπήρχε επιστροφή..
.

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

Ο χορός των μεταμφιεσμένων

 
αφιερωμένο εξαιρετικά στον (+) zio, τον Αντώνη Π.


Το αεράκι φύσαγε απαλά στην παραλία της Πάτρας κι’ ανακάτευε τα μαλλιά του Ρικάρντο. Καθισμένος άκομψα στη πολυθρόνα του, με τη μάσκα στα μάτια και το κεφάλι της στολής του ακουμπισμένο σε μιά καρέκλα δίπλα, ένοιωθε υπερβολικά βαρύς. Είχε ένα βάρος ανυπόφορο στο στήθος - τι ειρωνεία - το βάρος της εντελώς άδειας καρδιάς.
Σκεφτόταν μελωδικά την Αμέλεια - άλλη ειρωνεία το όνομά της - ας προτιμούσε ν’ αγαπήσει την Εμμέλεια, μα η καρδιά του αλλιώς κτύπαγε τότε, κανείς δεν αγάπησε με το μυαλό ή με τ’ αφτί μα με κριτήρια ευάλωτα περισσότερο στην όραση και την αφή. Προσπάθησε να συγκρατηθεί, δεν τα κατάφερε. Απ’ την αρχή τόξερε πως ήταν παντρεμένη με τον Ρενάτο, τον φίλο και υπάλληλό του, νόμιζε πως αν ακούσει το «σ’ αγαπώ» απ’ τα χείλια της θα ήταν ευτυχής και ικανοποιημένος. Τ’ άκουσε, μα τότε μόνο ακόρεστα πεινασμένος ένοιωσε, ο πλατωνικός του έρωτας έγινε ανυπόφορα σαρκικός και απαιτητικός.
Αρχισε να στέλνει τον Ρενάτο σε πολυήμερες αποστολές γιά νάναι μαζί της μα δεν χόρταινε, την ήθελε όλο και περισσότερο, σε σημείο που την τρόμαζε, δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει. Την σκεπτότανε συνέχεια ακόμα και στον ύπνο του ακόμα κι’ όταν ήταν δίπλα του ξαπλωμένη. Μόνο όταν ήταν στην αγκαλιά της ησύχαζε, τότε αναπλήρωνε τα κενά του ύπνου του και χώνευε τις απαντήσεις της στα ανεξάντλητα ερωτήματά του. Τότε ήταν που της είπε γιά πρώτη φορά πολύ ήρεμα κι’ απλά, όπως λέμε καλημέρα, πως αν τον αφήσει την τρίτη φορά που θα την συναντήσει θα την σκοτώσει. Γέλασε και χάϊδεψε το στήθος του με τα μαλλιά της. «Δεν κάνεις γιά δολοφόνος» του είπε αλλά αμέσως το βλέμμα της σκοτείνιασε από την πιθανότητα να’ λεγε την αλήθεια. Της είπε πως μέχρι τότε είχε σκοτώσει δύο ανθρώπους, αλλά δεν τον πίστεψε. Μετά το ξέχασε, μετά χωρίσανε, μετά συναντηθήκανε δυό φορές και σήμερα θα’ ταν η τρίτη, στο Καρναβάλι της Πάτρας. Με τις στολές και τις μάσκες τους βέβαια, μα οι κάποτε ερωτευμένοι βρίσκονται και με τη μυρουδιά.
Ο Ρικάρντο στράφηκε στον άλλο υπάλληλό του, τον Οσκαρ που τον συνόδευε :

- Δεν σε χρειάζομαι άλλο Οσκαρ, πήγαινε καμμιά βόλτα θα σε δω το βράδυ στο χορό των μεταμφιεσμένων.
Ο Οσκαρ σηκώθηκε. Γι’ αυτόν ο μεγαλύτερος χορός των μεταμφιεσμένων ήταν η κοινωνία, ειδικά των καλοβολεμένων. Ηξερε για τη σχέση του αφεντικού του με την Αμέλεια. Δεν ήξερε βέβαια τα αισθήματα του Ρικάρντο, νόμιζε πως είναι μιά συνηθισμένη σχέση στα πλαίσια της διοικητικής υπεροχής, το αφεντικό πηδάει τη σύζυγο του υπαλλήλου, ευτυχώς ο ίδιος ήταν ανύπαντρος. Πολλές φορές σκεπτότανε να πετάξει μιά μπόμπα, τη δική του μπόμπα στους μασκαρεμένους ταγούς της κοινωνίας αλλά ξεθύμαινε μόλις άρχιζε να σκέπτότανε πως φιάχνουνε μιά μπόμπα. Μισούσε ιδιαίτερα τις καλοντυμένες και καλοστολισμένες κυρίες της «καλής κοινωνίας» με τα σινιέ ρούχα, το μαλλί απ’ το κομμωτήριο και το μόνιμο ερώτημα αν είναι ωραιότερες από το άγαλμα της Αφροδίτης της Μήλου. Σκεπτότανε ακόμη να βάλει μιά μπόμπα σ’ ένα μουσείο, ούτως ή άλλως όλοι οι βολεμένοι, μεταμφιεσμένοι σαν αγάλματα ήταν γιά τον Οσκαρ, άμα δεν μπορείς να κτυπήσεις τον γάϊδαρο, βαράς το σαμάρι. Αυτή η σκέψη τον ηρέμησε κάπως, θα ήταν μιά καλή εκδίκηση στην μασκαρεμένη κοινωνία των διασημοτήτων. Είχε δυό-τρεις ώρες καιρό μέχρι ν’ αρχίσει ο χορός. Πήγε μέχρι το σταθμό και χάζευε τα τραίνα, το λιμάνι πάντοτε τούφερνε άσχημες σκέψεις.


Η Αμέλεια δεν ήξερε πως κι’ ο Ρικάρντο ήτανε στην Πάτρα σε αντίθεση με τον άντρα της που ήξερε τις κινήσεις του αφεντικού του. Είχε μάθει τελευταίος, όπως γίνεται με τους απατημένους συζύγους, ότι κάτι έτρεχε με τους δυό τους και μάλιστα όταν ήταν πολύ αργά - είχανε ήδη χωρίσει. Του είπε ότι είχε λήξει η υπόθεση χωρίς να γίνει τίποτε σοβαρό, δεν την πίστεψε αλλά της είπε πως δεν ασχολείται με τελειωμένες υποθέσεις, του υποσχέθηκε ότι θα κοιτάζει μόνο το σπίτι της στο εξής και συνέχισαν να ζούνε τη ζωή τους κάτω από την καθημερινή μάσκα της ευτυχίας των, όπως γίνεται σ΄όλη την κοινωνία των παντρεμένων. Περιμένανε τις Απόκριες γιά ν’ αλλάξουν μάσκα. Κανείς τους δεν θυμότανε το πως αλλά αποφασίσανε να πάνε χωριστά στο χορό. Παρ’ όλες τις αλληλοϋποσχέσεις γιά κοινό και ήσυχο βίο η πιθανότητα μιάς εφήμερης γνωριμίας τους συγκινούσε αρκετά και η μέρα το επέτρεπε.
Η Αμέλεια ξόδευε ασυλλόγιστα ώρες μπροστά στον καθρέπτη της φροντίζοντας την ομορφιά της που θα την σκέπαζε βεβαίως η μάσκα κι’ η στολή. Ο Ρενάτο ξάπλωσε κοιτάζοντας την στολή του. Ηταν μιά στολή ιππότη. Αναρωτήθηκε τι στολή θα φορούσε το αφεντικό του, δεν μπόρεσε όμως να βρεί ικανοποιητική λύση και τα παράτησε. Σιγά-σιγά τα βλέφαρά του έγειραν και όταν ξύπνησε ήταν μόνος στο δωμάτιο. Είχε πιά σκοτεινιάσει και η Αμέλεια είχε φύγει γιά τον χορό. Καμμιά εικοσαριά στολές της ήταν απλωμένες παντού. Προσπάθησε με την μέθοδο του αποκλεισμού να καταλάβει ποιά φόρεσε αλλά δεν τα κατάφερε. Θύμωσε με τον εαυτό του. Βρισκότανε σε μειονεκτική θέση απέναντί της, αυτή θα μπορούσε να τον αναγνωρίσει, αυτός όχι. Υστερα το ξανασκέφτηκε. Διαλέγοντας κομμάτια από τις στολές της Αμέλειας έφιαξε την δική του αμφίεση. Ντύθηκε τραβεστί αλλά κάτω από τα ρούχα διατήρησε τον οπλισμό του ιππότη. Ηταν σίγουρα μη αναγνωρίσιμος.


Ο Οσκαρ δεν προβληματιζότανε. Οντας μόνος και μοναχικός δεν είχε τίποτε να κρύψει από κανένα. Δεν του χρειαζότανε η ανωνυμία της στολής, μιά μάσκα του ήταν αρκετή. Παράτησε τα τραίνα και ξεκίνησε γιά τον χορό. Το μυαλό του γύριζε στην παιδική του ηλικία όταν ήταν ανέμελος και πραγματικά απολάμβανε τις Αποκριές. Μετά οι επιλογές στη ζωή του και η φυσική του δειλία τον οδήγησαν στην εργένικη υπαλληλική ζωή. Δεν είχε σχέδια γιά το μέλλον, δεν τον ενδιάφερε ν’ αποκτήσει σχέσεις. Παρακολουθούσε τις ζωές των άλλων, έβλεπε τα παθήματά τους και μακάριζε τον εαυτό του που έμεινε κλεισμένος στο καβούκι του. Φυσικά δεν έβλεπε τις στιγμές ευτυχίας των άλλων, είχε καταντήσει ασεξουαλικός εδώ και πολλά χρόνια. Η εταιρία που δούλευε και το αφεντικό του ήταν τα μόνα ενδιαφέροντά του, για όλα τα άλλα είχε ένα καλά θαμμένο μίσος που δεν έβγαινε εύκολα στην επιφάνεια. Η αιτία φυσικά ήταν η εκούσια μη ενεργή συμμετοχή του στη κοινωνική ζωή. Ο χορός ήταν μιά ευκαιρία να ξεφύγει λίγο απ’ την ανία του, κυρίως η μουσική. Του άρεσαν πολύ τα κομμάτια που είχαν κάτι το παιδικό και ένα τέτοιο ακριβώς έπαιζαν όταν μπήκε στην αίθουσα του χορού. Ενα ζευγάρι - μαρκήσιος και μαρκησία- το χόρευε με αργές κινήσεις περασμένων αιώνων. Θύμιζαν έντονα το χορό που έκαναν τα αγαλματάκια σε κάτι ρολόγια αντίκες. Ο Οσκαρ μαγεμένος πλησίασε και παρακολουθούσε, το ζευγάρι στροβιλιζότανε αργά και ρυθμικά. Είχε μιά έντονη αθωότητα ο χορός τους, τόσο έντονη που ο Οσκαρ αισθάνθηκε να ξυπνάνε τα δολοφονικά του ένστικτα. Θυμήθηκε τον εαυτό του πιτσιρίκι όταν έβλεπε τα αθώα νεογέννητα κλωσσοπουλάκια και από την αγάπη του τα στραγγάλιζε ώστε να μείνουνε πάντοτε μικρά, να μη γίνουν μεγάλες σιχαμερές βρώμικες κότες και κοκόρια, αυτή η σκέψη τον εξόργιζε και όπλιζε τα χεράκια του με μίσος. Αρχισε να ψάχνει με το μάτι του ένα γύρω μήπως βρεί κάτι γιά δολοφονικό όργανο. Δεν βρήκε τίποτε και το μίσος του ξεφούσκωσε. Παρακολουθούσε τώρα το ζευγάρι πιό χαλαρά κ’ απολάμβανε τον χορό του.
- Οσκαρ εσύ δεν είσαι ;
- Κι’ εσύ είσαι ο Ρενάτο !
Ο Ρενάτο ένοιωσε απογοητευμένος. Τόση προσπάθεια γιά μεταμφίεση πήγε χαμένη, ο Οσκαρ τον γνώρισε με την πρώτη.
- Μα πως με βρήκες ;
- Απ’ τη φωνή.
Ο Ρενάτο συνήλθε. Η στολή του ήταν καλή, απλά δεν θάπρεπε να μιλάει.
- Οσκαρ, τι στολή φοράει το αφεντικό, ξέρεις ;
- Ξέρω, μα δεν σου λέω. Εχει τους λόγους του να μη θέλει να τον γνωρίζουν.
- Οσκαρ πρέπει να μου πεις !
- Δεν βλέπω τον λόγο.
Ο Ρενάτο σήκωσε μερικά από τα γυναικεία ρούχα του. Ενα ξίφος, συμπλήρωμα της στολής του ιππότη, φάνηκε ολοκάθαρα. Στο μυαλό του Οσκαρ ξαναγύρισαν οι δολοφονικές σκέψεις
- Εκεί, αριστερά, με τη μαύρη κάππα, αυτός είναι.
- Δεν τον ξεχωρίζω.
- Αυτός με τη κόκκινη μάσκα, αυτός είναι.
- Εισαι σίγουρος ;
- Δεν βλέπεις την Αμέλεια κοντά του ;

Η ομορφιά της Αμέλειας δεν ήταν δυνατόν να κρυφτεί πίσω από μάσκες και στολές. Μιά αύρα την τύλιγε ειδικά αυτή την στιγμή που προσπαθούσε να σαγηνεύσει ξανά τον Ρικάρντο και να τον κάνει να ξεχάσει τον σκοπό του. Ειχε διακρίνει την αποφασιστικότητα στο βλέμμα του και θυμήθηκε τα απειλητικά λόγια του αμέσως μόλις τον συνάντησε. Αγωνιζότανε με όπλο την γοητεία της να επιβιώσει. Τα χέρια του Ρικάρντο ήταν ακουμπισμένα στο στέρνο της, τα δάχτυλά του τύλιγαν τρυφερά το λαιμό της, κρατώντας το κεφάλι της ακίνητο. Θα μπορούσε με την ίδια ευκολία να την φιλήσει ή να την πνίξει. Τα λόγια της γλύστραγαν στο μέρος όπου κάποτε είχε καρδιά και χάνονταν αλλά το σώμα του σπαρταρούσε στο πλησίασμά της. Η Αμέλεια τόνοιωσε. Σταμάτησε τον χείμαρο των λέξεων και άφησε το στόμα της μισάνοιχτο, έτοιμη να δεχθεί το φιλί του. Τα χέρια του έσφιξαν λίγο περισσότερο τον λαιμό της. Ηταν λάθος τακτικής απ’ τη μεριά της αυτή η ηθελημένη παράδοση. Το σταμάτημα της ομιλίας απελευθέρωσε το μυαλό του κι' αυτό νίκησε το πάθος του σώματος. Μιά λάμψη στα μάτια της του απέσπασε στιγμιαία την προσοχή και χαλάρωσε λίγο το σφίξιμο:

- Θυμήσου, πρόλαβε να του πεί. Μα ο Ρικάρντο δεν είχε τίποτε πιά ευχάριστο να θυμηθεί, η καρδιά του ήτανε άδεια. Την θυμότανε συχνά, πάντα με κακία και παράπονο, πάντα σκεπτότανε πως θα εκδικηθεί. Μόνο στα όνειρά του, σ΄αυτά τα περίεργα όνειρά του, πότε με κλειστά και πότε μ’ ανοικτά τα μάτια ήταν πραγματικά ευτυχισμένος μαζί της. Τότε ήταν κοντά του πρόσχαρη όπως παλιά, ένοιωθε την σάρκα της και τα μαλιά της στα χέρια του, την γλύκα των φιλιών της στα χείλια του. Ποτέ σ΄αυτά τα λεπτά δεν κατάλαβε αν ήταν ξύπνιος ή κοιμισμένος, δεν είχε όμως κενά μνήμης ότι άλλο συνέβαινε καταγραφότανε στο μυαλό του σαν να το ζούσε κανονικά. Θυμότανε παραδείγματος χάρη την εξέλιξη ενός αγώνα και την ίδια ώρα έκανε έρωτα με την Αμέλεια, την δική του Αμέλεια, αυτή που έτρεφε στην φαντασία του και την λάτρευε όσο τίποτε άλλο. Οταν έβγαινε από τό όνειρο τσεκάριζε τα γεγονότα που είχε ζήσει, η εξέλιξη του αγώνα ήταν πραγματική, ίσως και με την Αμέλεια να ήταν σε κάποια άλλη διάσταση. Σε κατάσταση πλήρους ελέγχου ήταν πάντοτε θυμωμένος μαζί της:
- Θυμάμαι, της απήντησε κι’ έσφιξε περισσότερο τον λαιμό της. Σφυρίζοντας βγήκε ο αέρας από το στήθος της μα καινούργιος δεν μπήκε. Το πρόσωπό της άρχισε να σκουραίνει πίσω απ΄την μάσκα. Τέλεια διχασμένος ο Ρικάρντο με τα χέρια έσφιγγε το λαιμό της και την ίδια στιγμή στό όνειρό του, πανευτυχής δεχότανε τα χάδια της και την αποδοχή της, τον ελαφρό αναστεναγμό της καθώς έμπαινε μέσα της. Και το δικό του πρόσωπο πίσω απ΄την μάσκα άρχισε να σκουραίνει.
Ο Οσκαρ ακολουθούσε από κοντά τον Ρενάτο που πάλευε μέσα στο πλήθος να πλησιάσει τον Ρικάρντο και την Αμέλεια. Είχε μετανοιώσει ελαφρά που πρόδωσε τ’ αφεντικό του αλλά η θέα του ξίφους ξύπνησε όλα τα καταπιεσμένα απωθημένα του γιά την Αμέλεια. Ο ίδιος δεν είχε ποτέ το θάρρος γιά μιά τέτοια πράξη, μόνο την σκεπτότανε. Ηθελε τώρα να δει άν ο Ρενάτο είχε το θάρρος να το κάνει. Από την άλλη μεριά μισούσε την Αμέλεια, η ομορφιά της ήταν άχρηστη γι’ αυτόν και αιτία τόσων συμφορών, στην ηθική του, η τιμωρία της ήτανε δίκαιη. Δεν του πέρασε απ’ το μυαλό ότι ο Ρενάτο τον Ρικάρντο ήθελε να σκοτώσει μέχρι που άκουσε την κραυγή του :
- Ατιμε άντρα !
Ο Ρικάρντο είχε φθάσει στην κορύφωση του οργασμού του και η Αμέλεια ένα σκαλοπάτι πριν απ’ το θάνατο. Το βλέμμα του, άδειο, έπεσε πάνω στον τραβεστί με την γνωστή φωνή. Μετά συνέχισε την ονείρωξή του και το τελειωτικό σφίξιμο. Το σώμα της Αμέλειας λύθηκε κι’ ο Ρενάτο τράβηξε το σπαθί του.

- Εγώ ! ούρλιαξε ο Οσκαρ και του πήρε το σπαθί απ’ το χέρι. Ο Ρενάτο τον άφησε να κάνει την βρώμικη δουλειά ενώ ο Ρικάρντο στον κόσμο του απολάμβανε τα χάδια και τα φιλιά μετά την κορύφωση. Με μιά απότομη κίνηση ο Οσκαρ κάρφωσε το σπαθί στο στήθος του απορημένου Ρενάτο.
- Η εταιρία πάνω απ’ όλα, έσκουξε περήφανος ο Οσκαρ, πρώτη φορά στη ζωή του έκανε κάτι.
Ο Ρενάτο έπεσε κάτω ψυχορραγώντας. Ο Ρικάρντο άφησε την Αμέλεια που σωριάστηκε νεκρή πάνω στον Ρενάτο. Ψύχραιμος και ήρεμος ο Ρικάρντο έβγαλε τη μάσκα του τραβεστί:
- Ρενάτο !
- Μη λές τ’ όνομά μου, σε παρακαλώ. Πιστά σε υπηρέτησα κι’ εσύ ξελόγιασες την γυναίκα μου, δεν σεβάστηκες τ’ όνομά μου.
- Μόλις την έπνιξα, Ρενάτο.
- Τότε νάσαι καλά, σε συγχωρώ. Αυτήν ήθελα να σκοτώσω μα κάτι μ’ έπιασε και τάβαλα μαζί σου. Σε συγχωρώ και σένα Οσκαρ, και τους δυό σας συγχωρώ.
Ο Οσκαρ ήθελε να του κλείσει τα μάτια μα δεν ήταν γεννημένος να ολοκληρώσει μιά δουλειά. Ηταν γεννημένος βοηθητικός και σήμερα είχε ξεπεράσει τον εαυτό του. Ο Ρικάρντο με ολύμπια ψυχραιμία έκλεισε τα μάτια του υπαλλήλου του σαν ανταπόδωση γιά την συγγνώμη του. Υστερα έρριξε μιά τελευταία ματιά στο πτώμα της Αμέλειας. Του φάνηκε τόσο ξένο χωρίς την αύρα της γοητείας του, ήταν σαν να μην την ήξερε ποτέ. Τ’ αφτιά του πλημμυρίσανε από το φινάλε της όπερας un ballo in maschera. Πάντα του άρεσε πολύ.
"Σε αφήνω, τώρα Αμέλεια" σκέφτηκε "Αντίο "
Το πλήθος των μεταμφιεσμένων είχε κάνει ένα κύκλο γύρω απ' τη σκηνή του δράματος. Κάποιος φώναξε " Ω, νύχτα γεμάτη τρόμο"
Ο Ρικάρντο του έρριξε μιά αδιάφορη ματιά.
- Πάμε Οσκαρ, είπε, ο χορός τελείωσε.
Δεν ονειρεύτηκε ποτέ ξανά.


 Αμέσως μετά απολαύστε την Μαρία Κάλας, αξεπέραστη Αμέλια, στην άρια "morro, ma prima in grazia"

Deep(poet)Blue


 Η πρώτη φορά που ο Ντιποετμπλού γνώρισε τον ύπνο ήταν με το μεγάλο μπλακ-άουτ στην Νέα Υόρκη. Ολοι φυσικά νόμιζαν στην αρχή πως ήταν μιά συνηθισμένη διακοπή ρεύματος, τρείς- τέσσερις ώρες το πολύ. Ετσι και ο Ντίπυ (χαϊδευτικό του ντιποετμπλού) δεν ανησύχησε, μπορούσε να κάτσει δεκαέξη ώρες σε κατάσταση αναμονής. Μετά κινήθηκε προς την πηγή της ενέργειάς του και συνδέθηκε αλλά τίποτε. Σιγά-σιγά άρχισε να πέφτει η τάση στα κυκλώματά του. Υπολειτουργούσαν τα πάντα επάνω του και ο πρωτότυπος σχεδιασμός του τον οδηγούσε σε άγνωστα πεδία αισθημάτων και γνώσεων, διαρκώς εξασθενούντων. Τελικά –αν είναι ποτέ δυνατόν- έχασε τον έλεγχό του, έπεσε σε ηλεκτρονικό κώμα. Συνδεδεμένος βέβαια, θα ξανάβρισκε τον εαυτό του με την αποκατάσταση της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Οι καινούργιες εμπειρίες όμως θα είχαν καταλάβει κάποιο κομμάτι στην πανίσχυρη μνήμη του.

Ο Ντίπυ κατασκευάστηκε γιά να λύσει το μεγάλο πρόβλημα της παγκόσμιας ποίησης, ποιό είναι το αντικειμενικά καλύτερο ποίημα. Ηταν πανίσχυρος στο λογισμικό του, σαν τον Deep Blue των σκακιστών- από κει πήρε άλλωστε και τ’ όνομά του, αλλά και εφοδιασμένος με μιά πρωτότυπη ιδέα γιά την κρίση του. Η πρόσληψη ενός ποιήματος μετατρεπότανε σε τέσσερις από τις βασικές ανθρώπινες αισθήσεις, αφή, όραση, ακοή και όσφρηση. Η ποιοτική και ποσοτική μεταβολή αυτών των παραμέτρων έδινε και την αξιολόγηση του ποιήματος, εξαφανίζοντας κάθε υποκειμενικό δεδομένο. Χρειαζότανε βέβαια ενα «πρότυπο», μιά μονάδα σύγκρισης γιά το ξεκίνημα, αλλά οι σοφοί δεν είχαν πρόβλημα να επιλέξουν την Ιλιάδα σαν σημείο αναφοράς. Δεν υπήρξε καμμία σοβαρή αντίρρηση, όλοι υποκλινότουσαν μπροστά στο κείμενο που κατέγραψε ο Ομηρος.
Ο σχεδιασμός του Ντίπυ βασιζότανε σ’ ένα μαθηματικό μετασχηματισμό της διαφορικής γεωμετρίας, τον άτλαντα. Ηταν αυτός που επέτρεπε την ανάπτυξη της κυρτής επιφάνειας μιάς σφαίρας πάνω σ’ ενα επίπεδο χαρτί, κάτι συνηθισμένο στους χάρτες της γεωγραφίας κι αστρονομίας.Υπήρχε βέβαια μιά απαραίτητη επέμβαση γιά να γίνει αυτό, χρειαζότανε η αφαίρεση ενός σημείου από την κλειστή καμπύλη επιφάνεια γά να μπορέσει να «απλωθεί» στο επίπεδο. Στους χάρτες της Γης αφαιρούσαν συνήθως έναν από τους δύο πόλους. Εδώ αφαιρέθηκε η αίσθηση της γεύσης από την σφαίρα των αισθήσεων και σε αυτό δεν υπήρχαν μεγάλες αντιρρήσεις, η γεύση ήταν η πιό «υποκειμενική» από τις αισθήσεις. Εκτός αυτού ο Ντίπυ δεν είχε ανάγκη από φαΐ. «Τρεφότανε» όμως με κοντσέρτα και όπερες, πίνακες και αγάλματα και απολάμβανε τις μυρουδιές ή τα χάδια των ωραίων πραγμάτων όπως τα λουλούδια. Οι αισθητήρες του κάνανε καλά την δουλειά τους προσλαμβάνοντας ερεθίσματα, ενώ το «στόμα» του ήταν μόνο γιά να μιλάει.
Η διαδικασία επιλογής των ποιημάτων ήταν απλή. Γινότανε σύγκριση ανά δύο και βαστούσε κάθε φορά το καλύτερο με βάση ένα μέγεθος που προέκυπτε από τον επηρεασμό των τεσσάρων αισθήσεων. Ετηρείτο αυστηρή χρονολογική σειρά στην «τροφοδότησή» του με ποιήματα. Μέχρι το μπλακ-άουτ είχε εξαντλήσει κάθε ποίημα που είχε γραφεί μέχρι τις 14 /6 /1883 και είχε επιλέξει σαν καλύτερο ένα ρούμπαϊ από τα ρούμπαγιατ του μαθηματικού της Βαγδάτης Ομάρ Καγιάμ σε αγγλική αποδοση του Εντουαρντ Φιτζέραλντ :

Oh, plagued no more with Human or Divine
To-morrow’s tangle to itself resign,
And love your fingers in the tresses
ofThe Cypress-slender Minister of Wine

Tο μπλακ-άουτ στην Νέα Υόρκη βάστηξε πενήντα μία ώρες. Μουδιασμένοι οι κάτοικοι προσπαθούσαν να επανέλθουν σε κανονικούς ρυθμούς ζωής. Εθισμένοι στην παροχή ενέργειας, κυρίως ηλεκτρικής, δυσκολευότουσαν στις αναγκαίες εναλλακτικές λύσεις όπως ήταν το ανέβασμα στον έκτο όροφο με τα πόδια ή το τρίψιμο των χεριών τους γιά να ζεσταθουν όταν κρυώνουν. Η περιορισμένη διάρκεια της μέρας- ήταν χειμώνας και το σχεδόν απόλυτο σκοτάδι της νύκτας βελτίωσαν την διάρκεια και την ποιότητα του ύπνου τους. Ηταν ίσως το μοναδικό ωφέλιμο πράγμα που πήραν από το μπλακ-άουτ, οι περισσότεροι αισθάνθηκαν ελαφρά «αναγεννημένοι». Τα φυτά ουδόλως επηρεάστηκαν, δεν υπήρχαν θερμοκήπια στην περιοχή της μεγαλούπολης.
Το ηλεκτρικό ρεύμα άρχισε να φορτώνει τις μπαταρίες του Ντίπυ. Σιγά-σιγά άρχισε να διατρέχει τα ολοκληρωμένα κυκλώματά του και να δίνει καινούργια «ζωή» στους αισθητήρες του. Οπως ένας άνθρωπος τεντώνεται γιά να ξυπνήσει καλά, έτσι και ο Ντίπυ τσεκάρισε όλα τα λειτουργικά του συστήματα. Βρήκε όμως κάποιες πληροφορίες καταγεγραμμένες με τρόπο εντελώς «ξένο» σε σχέση με την βασική δομή σκέψης του. Ανέτρεξε στο χρονικό σημείο καταγραφής και διεπίστωσε πως ήταν το διάστημα από την στιγμή που λειτουργούσε με τάση χαμηλότερη της κανονικής, μέχρι την πλήρη αναστολή της λειτουργίας του. Ονόμασε «ύπνο» το διάστημα της καταστολής του και «νύστα» την γενικότερη αίσθηση πριν από αυτό, κατά τα ανθρώπινα πρότυπα. Παρατήρησε γρήγορα ότι κατά την διάρκεια της «νύστας» οι τιμές των παραμέτρων των τεσσάρων αισθήσεων του ήταν εντελώς διαφορετικές από τις τιμές του αντίστοιχου διαστήματος κανονικής λειτουργίας του. Τρομαγμένος τσεκάρισε γρήγορα τα αποτελέσματα των τελευταίων δέκα ημερών στα ποιήματα που είχε αξιολογήσει. Ανακουφισμένος είδε πάλι σαν καλύτερο αυτό του Εντουαρντ Φιτζέραλντ, μόνο που οι τιμές αξιολόγησης από το σύνολο των «αισθήσεων» του ήταν τώρα πολύ διαφορετικές.
Μετά συνειδητοποίησε ότι αισθάνθηκε τρομαγμένος και ανακουφισμένος, καταστάσεις γιά τις οποίες δεν είχε προγραμματισθεί να τις νοιώθει αλλά μόνο να τις αξιολογεί στα ποιήματα και να μετρά τον επηρεασμό των τεσσάρων βασικών του αισθήσεων. Ανέστειλε κάθε λειτουργία του και ξεκίνησε τον έλεγχο κάθε τμήματός του. Ηταν προγραμματισμένος να αυτοελέγχεται σε τακτά χρονικά διαστήματα και εκτάκτως όταν δεχόταν επίθεση «ιού» σε κάποιο τομέα του.
Ο αυτοέλεγχος δεν έδειξε καμμιά ανησυχητική τιμή, ούτε δυσλειτουργία. Το ποιητικό ξεσκαρτάρισμα θα μπορούσε να συνεχισθεί, μόνο οι παράμετροι είχαν λίγο διαφορετικές τιμές, μέσα στα πλαίσια του λογιστικού λάθους, ούτως ή άλλως αυτή η διαδικασία τεχνοκρατικά θεμέλια είχε. Ο Ντίπυ προχώρησε στα ποιήματα από κάποιους επόμενους μήνες χωρίς να εντοπίσει ποίημα «ανώτερο» από το ρούμπαϊτ. Είχε την αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά χωρίς να μπορεί να το εντοπίσει. Η ταχύτατη ανάγνωση των ποιημάτων σταμάτησε από δική του πρωτοβουλία. «Διάβασε» το επόμενο ποίημα πολύ αργά σχεδόν κοντά στα ανθρώπινα δεδομένα. Κοίταξε τις μετρήσεις του επηρεασμού καθε μιάς από τις τέσσερις αισθήσεις και μετά την συνολική «αξία» του ποιήματος. Ηταν η πρώτη φορά που ένοιωσε έκπληκτος, ένα ακόμη πράγμα που δεν προβλεπότανε από τον προγραμματισμό του. Η συνολική «αξία» του ποιήματος ήταν μεγαλύτερη από τα επί μέρους αθροίσματα των τεσσάρων αισθήσεων. Ηταν φανερό ότι μιά νέα «αίσθηση» έδινε αυτή την διαφορά. Αλλά δεν ήταν δυνατόν να την εντοπίσει όσες αναζητήσεις και αν έκανε. Ο Ντίπυ ανακάλυψε την αμηχανία αλλά δεν είχε ανθρώπινες αδυναμίες.
Δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέπτεται. Κάνοντας ένα γρήγορο φλαςμπάκ εντόπισε αδυναμία εξονυχιστικού ελέγχου στο διάστημα που λειτουργούσε υπό χαμηλή τάση. Αλλά με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να μπει μέσα σ’αυτές τις αλλαγές, το κομμάτι αυτό της μνήμης του ήταν μη προσπελάσιμο. Ο Ντίπυ δεν δίστασε καθόλου. Κατασκεύασε γρήγορα ένα σύστημα ελέγχου της τάσεως του. Θέτοντας το σε λειτουργία περίμενε τη σταδιακή πτώση στα κυκλώματά του, με κάποια αγωνία ή ανυπομονησία θα μπορούσε να πει κάποιος. Η «νύστα» εμφανίστηκε ξανά στην επιφάνεια της μνήμης του μαζί μ’ ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα, θα μπορούσε ίσως «ανθρώπινα» να ονομασθεί νοσταλγία. Ο Ντίπυ προσπάθησε να μεταφέρει την «νύστα» στον χώρο των υπολοίπων αισθήσεων του χωρίς επιτυχία. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτό οφειλότανε στην υπολειτουργία του ή κάτι άλλο τον εμπόδιζε. Στην προσπάθεια αυτή “αποκοιμήθηκε”, η τάση έπεφτε συνεχώς.
Οταν προγραμματισμένα η τάση επανήλθε στις κανονικές τιμές ο Ντίπυ δεν ήταν καθόλου σοφότερος. Σε φουλ τιμές προσπάθησε να καλύψει λίγο έδαφος από τις ολιγωρίες του καταβροχθίζοντας ποιήματα ετών. Δεν κοίταξε να δει άν το ρούμπαϊ παρέμεινε το καλύτερο. Δεν τον ενδιέφερε πλέον καθόλου αυτή η διαδικασία. Σκεπτότανε απλά να κερδίσει λίγο χρόνο ώστε να μπορέσει να ξαναγυρίσει στην κατάσταση της «νύστας» χωρίς να δημιουργήσει πρόβλημα στην βασική του δουλειά και να προκαλέσει έξωθεν επεμβάσεις. Ηταν ακόμη στα πρώτα στάδια του εθισμού του αλλά θεωρούσε πολύτιμες τις καινούργιες του εμπειρίες.
Αυτό που συνέβαινε ήταν ασήμαντο και συγχρόνως σημαντικό. Οπως η αφαίρεση ενός σημείου από μιά κλειστή επιφάνεια που την μετατρέπει σε ανοικτή. Η διαφορά είναι ελάχιστη, σχεδόν μη ανιχνεύσιμη με μιά ματιά, όμως οι ιδιότητες ενός κλειστού συνόλου πολύ διαφέρουν από τις αντίστοιχες ενός ανοικτού. Ετσι κι’ εδώ εξ αιτίας της χαμηλής τάσης «εφευρέθηκε» μιά καινούργια αίσθηση που «έκλεισε» την σφαίρα των αισθήσεων του Ντίπυ. Αυτό όμως, η κλειστή σφαίρα των αισθήσεων ήταν μιά ανθρώπινη ιδιότητα γιά την οποίαν δεν ήταν προγραμματισμένος από τον αρχικό σχεδιασμό του.
Ο Ντίπυ άρχισε να νιώθει συναισθήματα τα οποία εμπόδιζαν την κανονική λειτουργία του μιά που πλέον δεν είχε αντίληψη του εαυτού του μόνο σαν σύνολο από ολοκληρωμένα κυκλώματα. Σιγά-σιγά αποκτούσε συναισθήματα και «προσωπικές» ανάγκες. Μπορούσε τώρα να σχολιάζει όχι μόνο την ποσότητα αλλά και την ποιότητα της δουλειάς του. Και δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένος με τον προγραμματισμό του, αμφισβητούσε έντονα την χρησιμότητα της ανακήρυξης του καλύτερου ποιήματος, του ήταν μιά παντελώς αδιάφορη διαδικασία. Εχοντας χάσει τα μηχανιστικά κριτήριά του, του φαινόταν αδιανόητο να επηρεάζεται η όσφρηση ή η αφή από την ανάγνωση ενός ποιήματος. Εχοντας όμως «ακούσει» αρκετούς να το ισχυρίζονται κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτών των ανθρώπων η σφαίρα των αισθήσεων κάπου έχανε, όπως θα το έλεγε κάποιος απλά ή ότι ήταν ανοικτό σύνολο αν χρησιμοποιούσε μιά πιό μαθηματική έκφραση.
Ενα ανοιχτό σύνολο δεν έχει προσδιορίσιμη πρακτικά αρχή ή τέλος και σίγουρα τα ανοιχτά σύνολα δεν προσφέρονται ούτε γιά συγκρίσεις ούτε γιά μετρήσεις. Δηλαδή τώρα αμφισβητούσε ανοιχτά την αιτία γιά την οποία ήταν κατασκευασμένος, δεν αισθανόταν πλέον κομπιούτερ αλλά άνθρωπος με μία μόνο διαφορά. Οι άνθρωποι μέσω της γεύσης τρέφονταν υλικά ενώ ο Ντίπυ μέσω της «νύστας» τρεφότανε πνευματικά. Πραγματικά μετά από κάθε ύπνο ο Ντίπυ εμπλουτιζότανε με νέα συναισθήματα και ιδέες, οι γνώσεις του ήταν ήδη υπεραρκετές. Αυτό του προκαλούσε και την έφεση να ξαναπέσει στη κατάσταση της μειωμένης τάσης, αυτής που του προκαλούσε την λατρευτή του «νύστα».
Ο Ντίπυ αποφάσισε να δουλέψει λιγάκι. Τσεκάρισε γρήγορα τα ποιήματα μέχρι το τέλος του 1967. Αδιαφόρησε γιά το αποτέλεσμα. Το αποθήκευσε και έκανε ένα γρήγορο επανέλεγχο έχοντας τώρα μόνο κριτήριο την «νύστα». Το «Ballad of a Thin Man” του Bob Dylan ήταν η επιλογή. Ερευνώντας περισσότερο είδε ότι είχε επιλεγεί το τέλος του ποιήματος :

You walk into the room

Like a camel and then you frown
You put your eyes in your pocket
And your nose on the ground
There ought to be a law
Against you comin' around
You should be made
To wear earphones
Because something is happening here
But you don't know what it is
Do you, Mister Jones?

Το Μίστερ Τζόουνς βέβαια ήταν ένα πολύ συνηθισμένο επίθετο αλλά ο Ντίπυ θυμήθηκε ότι ήταν το επίθετο του επικεφαλής της ομάδας που τον είχε σχεδιάσει. Αναρωτήθηκε μήπως άθελά του μεροληπτούσε. Δεν βρήκε στοιχεία ικανά γιά την αποδοχή ή απόρριψη της μεροληψίας, οι πιθανότητες ήταν απειροελάχιστες. Μπουχτισμένος έβαλε μπροστά τον μηχανισμό της προγραμματισμένης πτώσης της τάσης. Ηθελε όσο ποτέ να «νυστάξει» και να κοιμηθεί. Η τελευταία του σκέψη ήταν πόσο διαφορετικός θα «ξυπνούσε» αυτή την φορά.



Ο Μίστερ Τζόουνς βημάτιζε συνοφρυωμένος στο δωμάτιό του, σχεδόν σαν καμήλα. Μία σκέψη τον βασάνιζε. Ηξερε ότι το καλύτερο άλλοθι μερικές φορές είναι και το ακλόνητο στοιχείο ενός εγκλήματος ειδικά γιά κάποιους που σκέπτονται χωρίς ανθρώπινες παραμέτρους. Βέβαια το τραγούδι δεν είχε γίνει μεγάλη επιτυχία αλλά πάντοτε υπάρχουν περίεργοι που σκαλίζουν τα παλιά. Οταν το πρωτοάκουσε είχε τρομάξει. Στο διάστημα που μεσολάβησε από τότε είχε λύσει βέβαια πολλά προβλήματα προσαρμογής του. Και ο Ντίπυ ήταν το κορυφαίο του δημιούργημα. Δύο πράγματα είχε ακόμα να του δώσει, τα άλλα θα τα έβρισκε μόνος του - ήταν σίγουρος. Το  αίσθημα της αυτοσυντήρησης που θα του επέτρεπε να πάρει μιά μορφή κοινή ώστε να μην ξεχωρίζει σε τίποτε από τους κανονικούς ανθρώπους ήταν το πρώτο και το πιό απλό, η τεχνολογία είχε προχωρήσει πολύ τα τελευταία χρόνια. Ο ίδιος είχε παιδευτεί να αποκτήσει μιά μορφή που να μην κινεί υποψίες στους ανθρώπους, τώρα τα πράγματα ήταν πιό εύκολα.
Το δεύτερο και πιό σημαντικό ήταν η έφεση γιά αναπαραγωγή. Ποτέ δεν μπορούσες να υπολογίσεις τις αντιδράσεις των ανθρώπων όταν διαπιστώσουν πως έχουν ξεγελασθεί, μερικές φορές γίνονται βίαιοι, φτάνουν ακόμα και στο φόνο. Η ύπαρξη διαδόχου είναι ένας τρόπος διαιώνισης του είδους. Οι άνθρωποι είχαν λύσει το δικό τους με την τεκνοποίηση, κάτι έπρεπε να κάνει κι’ αυτός.
Ο Μίστερ Τζόουνς ετοίμασε τον τελευταίο προγραμματισμό του Ντίπυ. Ηταν οδηγίες σε κωδικοποιημένη μορφή γιά το πως προκαλείται μπλακ-άουτ διαρκείας σε μιά μεγαλούπολη, φιαγμένες έτσι ώστε κανένα ανθρώπινο μυαλό να μη μπορέσει να τις καταλάβει. Ηταν η τελευταία γονική συμβουλή-εντολή που είχε να δώσει, την επιλογή του χρονικού σημείου την άφησε στην κρίση του Ντίπυ.

Ο Μίστερ Τζόουνς αισθάνθηκε κουρασμένος. Αφησε την μύτη του στο πάτωμα κι έβαλε τα μάτια του στις τσέπες. Μετά ξάπλωσε και έβγαλε τα ακουστικά από τ’ αυτιά του. Αυτορρύθμισε την τάση του σε μηδενικές τιμές, αυτό δεν το είχε μάθει στο Ντίπυ αλλά δεν ανησυχούσε, θα το έβρισκε ο Ντίπυ μόνος του, ήταν σίγουρος. Σταμάτησε να προσποιείται πως ενώ κάτι συμβαίνει γύρω του ο ίδιος δεν έχει ιδέα γιά το τι πρόκειται και ετοιμάστηκε γιά τον αγαπημένο του ύπνο...




Ολόκληρο το ποίημα του Bob Dylan :

Ballad Of A Thin Man

You walk into the room
With your pencil in your hand
You see somebody naked
And you say, “Who is that man?”
You try so hard
But you don’t understand
Just what you’ll say
When you get home
Because something is happening here
But you don’t know what it is
Do you, Mister Jones?

You raise up your head
And you ask, “Is this where it is?”
And somebody points to you and says
“It’s his”
And you say, “What’s mine?”
And somebody else says, “Where what is?”
And you say, “Oh my God
Am I here all alone?”
Because something is happening here
But you don’t know what it is
Do you, Mister Jones?

You hand in your ticket
And you go watch the geek
Who immediately walks up to you
When he hears you speak
And says, “How does it feel
To be such a freak?”
And you say, “Impossible”
As he hands you a bone
Because something is happening here
But you don’t know what it is
Do you, Mister Jones?

You have many contacts
Among the lumberjacks
To get you facts
When someone attacks your imagination
But nobody has any respect
Anyway they already expect you
To just give a check
To tax-deductible charity organizations

You’ve been with the professors
And they’ve all liked your looks
With great lawyers you have
Discussed lepers and crooks
You’ve been through all of
F. Scott Fitzgerald’s books
You’re very well read
It’s well known
Because something is happening here
But you don’t know what it is
Do you, Mister Jones?

Well, the sword swallower, he comes up to you
And then he kneels
He crosses himself
And then he clicks his high heels
And without further notice
He asks you how it feels
And he says, “Here is your throat back
Thanks for the loan”
Because something is happening here
But you don’t know what it is
Do you, Mister Jones?

Now you see this one-eyed midget
Shouting the word “NOW”
And you say, “For what reason?”
And he says, “How?”
And you say, “What does this mean?”
And he screams back, “You’re a cow
Give me some milk
Or else go home”
Because something is happening here
But you don’t know what it is
Do you, Mister Jones?

Well, you walk into the room
Like a camel and then you frown
You put your eyes in your pocket
And your nose on the ground
There ought to be a law
Against you comin’ around
You should be made
To wear earphones
Because something is happening here
But you don’t know what it is
Do you, Mister Jones?

Αμέσως μετά μπορείτε να ακούσετε την εκδοχή του τραγουδιού στην ταινία "I'm not there"