Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Ζούμπερο



Ζούμπερο
απόσπασμα από ένα διήγημα


μια εικόνα, χίλιες λέξεις ;;;;;
 Ο Πόντιος

Ο Πόντιος έσφιγγε με τα δυο του χέρια το τιμόνι καθώς κινιότανε στην παλιά εθνική Αθηνών – Πάτρας. Αγχωμένος, μόλις πέρασε τον Ισθμό, έψαχνε τη πινακίδα για τη Πάτρα. Ηξερε βέβαια ότι θέλει καμιά εκατοστή χιλιόμετρα ακόμη, αλλά ήταν...πόντιος και έντονα συγκινημένος. Η μουσική στο ραδιόφωνο δeν μπορούσε να αποσπάσει τη προσοχή του. Σκεφτότανε την Κερατώ, το ραντεβού του στα τυφλά κι’ ένα χαμόγελο σχηματιζότανε στο πρόσωπό του. Δεν την είχε δει ποτέ του, μόνο στο διαδίκτυο και στο τηλέφωνο μιλάγανε. Εκεί η γεμάτη υποσχέσεις φωνή της τον ξετρέλλαινε. Την φανταζότανε μυστηριώδη, γλυκιά, ωραία, γοητευτική και ... περδικόστηθη. Γιατί ο Πόντιος είχε αδυναμία στο γυναικείο στήθος, νόμιζε ότι αντιπροσωπεύει στοιχεία του χαρακτήρα της και το ανάποδο. Δεν είχε βέβαια τέτοιες καταφατικές εμπειρίες στην μικρή ως τώρα ερωτική του πορεία, αλλά δεν είχε χάσει την εμπιστοσύνη του στη θεωρία. Από την άλλη υπήρχε κι’ ένας έντονος λογοτεχνικός ανταγωνισμός στα ιμέιλς με την Κερατώ, τον οποίον έβλεπε σαν προϊόν του ερωτικού τους παιχνιδιού. Δεν ήταν καθόλου βέβαιος ότι θα του άρεσε αν την γνώριζε - σ’ αυτό ήταν κάπως προσγειωμένος - αλλά τον ανέβαζε στα ουράνια η ιδέα να μαντέψει μέσα στη καφετέρια που είχαν ραντεβού ποια ήταν η Κερατώ. Και αν την έβρισκε πρώτος και ήταν μέσα στα γούστα του, θα ήταν πλήρως ευτυχής. Η περίπτωση να τον έβρισκε πρώτα αυτή δεν περνούσε απ’ το μυαλό του, είπαμε ήτανε πόντιος.
Σκεπτότανε το γεγονός ότι δεν ήθελε να βρεθούν στο Αίγιο, όπου του είχε πει πως μένει, ούτε στην Κόρινθο που θα ήτανε στη μέση, αλλά στην Πάτρα, ακόμα πιο μακριά γι' αυτόν. Το μυαλό του δουλεύοντας ποντιακά  βρήκε τη λύση : χωρίς αμφιβολία  η Κερατώ θα έπρεπε να είναι πολύ όμορφη και θα έπρεπε να ταξιδεύσει πολύ για να την βρει, όπως κάνουν οι κηφήνες με την βασίλισσα των μελισσών. Ενθουσιάστηκε με την ιδέα του, «είσαι γεννημένος συγγραφέας», σκέφτηκε, «δεν πήγε τζάμπα τόση προσπάθεια».
Η αλήθεια ήταν  πως νύχτες ολόκληρες πάλευε να βελτιώσει τα γραπτά του να την εντυπωσιάσει, να την συγκινήσει, να την γοητεύσει Και πονηρός σαν πόντιος, σκεπτότανε πως αν η Κερατώ δεν άξιζε τον κόπο, το υλικό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε άλλη περίπτωση, σε κάποια που θα ήταν αντάξια των αριστουργημάτων του και άξια να τα εκτιμήσει.
Οπότε η νέα εθνική πλησίαζε τη παλιά κοίταζε τα αυτοκίνητα που κινούνταν παράλληλα με το δικό του και προσπαθούσε να μαντέψει αν σε κάποιο από αυτά ήταν η Κερατώ, υπέθετε ότι αυτή θα είχε ακολουθήσει την νέα εθνική οδό. Αλλά κάθε τόσο οι δρόμοι απομακρύνονταν πριν προλάβει καν να διαπιστώσει αν ήταν άνδρας ή γυναίκα, ο οδηγός.
Προσπαθούσε να μαντέψει τι αυτοκίνητο να οδηγούσε η Κερατώ. Στο μυαλό του ξανάπαιζε τις τηλεφωνικές τους συνομιλίες, κανένα ορατό ίχνος. Μια ιδέα του σφηνώθηκε. Σέατ. Ητανε σίγουρος. Δεν υπήρχε άλλο ισπανικό αυτοκίνητο και το όνομά της ευθέως σε ταυρομαχίες παρέπεμπε. Χαμογέλασε θριαμβευτικά. Σαν ταυρομάχος θα δάμαζε τον ταύρο, η Κερατώ θα ήταν του χεριού του. Φαντάστηκε πως όλοι οι αντίζηλοι ήταν οι βοηθοί του που την τσίγκλιζαν γιά να υποκύψει σ’ αυτόν πιο γρήγορα, όπως στις ταυρομαχίες. Η Κερατώ μεταμορφώθηκε σε ωραιότατη αγελάδα που έτριβε τη μουσούδα της στα χέρια του. Του φάνηκε πως τα όργανά του απέκτησαν μέγεθος σαν του ταύρου.  Η αγελάδα σιγά-σιγά έγινε το πρότυπο της γυναικείας ομορφιάς του πόντιου, πλήρως υποταγμένη σ’ αυτόν, να κρέμεται από τα χείλη του. Οι μελωδίες που πλημμύριζαν τ’ αυτιά του διακόπηκαν άσχημα από ένα παρατεταμένο κορνάρισμα συνοδευόμενο από μια ανοιχτή παλάμη ;
- Να, ζώον !. Δεν ξέρεις να κάνεις δεξιά ρε μαλάκα ;
Ο πόντιος βγήκε από την ονειροπόλησή του. Η φωνή του Νταλάρα στο ράδιο επέτεινε τον εκνευρισμό του.
- Αντε γαμήσου, φώναξε στον οδηγό που απομακρυνόταν, σίγουρος ότι δεν θα τον ακούσει. Μετά έβγαλε το χέρι του σε μια κίνηση όπως κουνάμε τον φραπέ.
Είδε τα κόκκινα φώτα των φρένων να ανάβουν.
- Και τώρα, σκέφτηκε, τι κάνουμε ;
Εκλεισε γρήγορα το παράθυρο κι’ έβαλε ασφάλεια στη πόρτα. Το άλλο αυτοκίνητο έβαλε τα αλάρμ και πλασσαρίστηκε δεξιά.
Αποφάσισε να σταματήσει και αυτός.

Sha la la

Παρκάρισε καμιά εικοσαριά μέτρα πίσω απ’ τ’ άλλο αμάξι και περίμενε. «Να δούμε τι θα βγει» σκέφτηκε. Φοβότανε μήπως βγει κάνας θεόρατος, μη αντιμετωπίσιμος. Τότε μάλλον θα γκάζωνε να φύγει, ποντάροντας στα κυβικά της μηχανής του και στις κάποτε καλές οδηγικές του ικανότητες. Τώρα πια κουραζότανε να οδηγεί σε γρήγορους ρυθμούς. Ισως να ήταν και η ιδέα που του είχε υποβάλει η διαφήμηση για την ταύτιση του αυτοκινήτου με την ανδρική προεξοχή. «Τα χρόνια δεν βαραίνουν μόνο τους ώμους» διαπίστωσε. Βέβαια στα ζόρια μάλλον θα τα κατάφερνε να οδηγήσει γρήγορα, η ανάγκη θα τον έκανε, αλλά θα προτιμούσε μια πιο φυσική ανανέωση, σαν αυτή που φανταζότανε ότι θα του προσέφερε σε ανάλογα θέματα η Κερατώ, στη περίπτωση, βέβαια, που πληρούσε τις προδιαγραφές του.
Η πόρτα άνοιξε. Μια μισή μερίδα, σαρανταεπτά μισό κιλά μαθητευόμενος - όπως έλεγε κάποτε η εκφωνήτρια στο Δέλτα του Φαλήρου - ξεδιπλώθηκε από το κάθισμα του οδηγού. Απίστευτα αδύνατος, στενοί ώμοι, πρόσωπο σκαμμένο, μαλλιά εφηβικά κι’ ένα παχύ μουστάκι να σκεπάζει το στόμα.. Το χαμόγελο που πήγε να σχηματισθεί στο στόμα του πόντιου πάγωσε. Είπαμε αλλά όχι κι έτσι. Δεν σταματάει μια μισή μερίδα για τσαμπουκά στη μέση του πουθενά. Ακτινοβολούσε κίνδυνο απ’ όλες τις πάντες. Πλησίαζε. Ο πόντιος ξαναχαμογέλασε. Ανοιξε τη πόρτα του, βγήκε έξω χαρούμενος και φώναξε :
- Ρε σαλαλά, τι γυρεύεις στις ερημιές ;
Ο ακούων εις το όνομα σαλαλάς κοντοστάθηκε. Τα μάτια του έκαναν ένα φλας μπακ και μετά τούστειλε δυο φιλικές μούντζες :
- Να ρε μαλάκα πόντιε, που στο διάολο σε πέτυχα ;
Ο Σαλαλάς, καλό παιδάκι της γειτονιάς του, ήτανε της σφαλιάρας μέχρι τα δεκαοκτώ του. Λόγω σωματικής κατασκευής πήρε τη θέση που του άρμοζε στην μικρή τους κοινωνία. Φυσιολογικά ήρθε και το παρατσούκλι του, σύμφωνα με τα τραγούδια της εποχής και τις χορευτικές ικανότητες του πιτσιρικά. Μετά κατατάχτηκε στις υποβρύχιες καταδρομές. Το μικρό σώμα του τον βοηθούσε και η ατρόμητη θέλησή του να ξεφύγει από τη σφαλιάρα, τον έκαναν άσσο στις πολεμικές και άλλες τέχνες. Ηταν πια ένα άτομο που εξέπεμπε σοβαρότητα όσο και κίνδυνο, πραγματικό κίνδυνο που δεν μπορούσες να αγνοήσεις. Μόνο το παρατσούκλι τούμεινε, αλλά τον βόλευε. Μέχρι να γίνει γνωστός τον βοηθούσε στο να τον υποτιμήσουν πολλοί αντίπαλοι. Αυτό έκανε τη δουλειά του πιο εύκολη. Σύντομα ήταν ο πιο ακριβοπληρωμένος προστάτης χαρτοπαικτικών λεσχών. Τις περισσότερες φορές δεν χρειαζόταν να επέμβει. Καθόταν ήσυχος σ’ ένα δωματιάκι πίνοντας καφέ και παρακολουθώντας τηλεόραση. Μερικές φορές είχε παρέα μία ή περισσότερες εντυπωσιακές γυναίκες στη διάρκεια της βάρδιας του. Συνήθως έφτανε να εμφανισθεί για να ηρεμήσει κι’ ο πιο δύστροπος πελάτης. Στις λίγες περιπτώσεις που η μύτη του πελάτη δεν τον βοηθούσε, βρισκότανε σπασμένη σε χρόνο μηδέν. Ο Σαλαλάς ίσιωνε το σακάκι του - κυκλοφορούσε πάντοτε κοστουμαρισμένος στη τρίχα - και γύρναγε ήσυχα στο δωματιάκι του. Καμιά φορά χρειαζότανε να κρυφτεί για να αποφύγει το αυτόφωρο. Μετά τα πράγματα πέρνανε το δρόμο τους, τα φρόντιζε ο λεσχιάρχης.
Ο Σαλαλάς πήγαινε για τον Πύργο, είχε κάτι δουλειές στα κέντρα με αλλοδαπές που φύτρωναν σαν τα μανιτάρια στην ελληνική επαρχία. Με τα χρόνια άλλαξε η πιάτσα, πάντα όμως υπήρχε ανάγκη για άτομα με τα προσόντα του.
Είπανε μερικά πράγματα για τα παλιά. Μετά ο πόντιος του πρότεινε νάρθει μαζί του στη Πάτρα.
- Εχει και καρναβάλι, έλα !
- Ασε ρε ! Μιά ζωή καρναβάλι περνάω. Μπάστα!

Προς τον Πύργο

Μπήκαν στ’ αυτοκίνητά τους και ξεκίνησαν. Σύντομα ο Σαλαλάς ξεμάκρυνε. Εβλεπε απ’ το καθρεπτάκι το αυτοκίνητο του Πόντιου και θυμότανε τα παλιά.
Θυμότανε τον Πόντιο και το πόσο καλό μπιλιάρδο έπαιζε. Ο «βασιλιάς του πικέ» ήταν το παρατσούκλι του για το τρόπο που κτύπαγε τη μπάλα με κάθετη τη στέκα. Στους άλλους ο μαγαζάτορας το απαγόρευε «Θα μου σκίσετε τη τσόχα, άσχετοι» φώναζε μόλις κάποιος έπαιρνε θέση για τέτοιο κτύπημα. Μόνο στον Πόντιο είχε εμπιστοσύνη, μπορούσε να ελέγξει τα χέρια του. Κι’ όμως δεν μπορούσε να ελέγξει το παιχνίδι, τiς περισσότερες φορές έχανε ενώ ήταν φανερά καλύτερος σκέφτηκε ο Σαλαλάς. «Περίεργο. όπως τότε με το Ζούμπερο, την ωραιότερη γκομενίτσα της γειτονιάς μας». Βυθίστηκε στις αναμνήσεις. Το Ζούμπερο, μια πιτσιρίκα πραγματικό μαγκάκι. Σπίρτο μοναχό και μόνιμος στόχος πιτσιρικάδων και μεγάλων της γειτονιάς της, μόνo με τον Πόντιο έβγαινε. Ολοι οι αρσενικοί να πεθαίνουν απ’ τη ζήλεια και ο Πόντιος χαμπάρι. Περίμενε να του κάνει ερωτική εξομολόγηση για να βεβαιωθεί. Οταν μετά κάποιους μήνες βαρέθηκε να τον περιμένει και τράβηξε σ’ άλλες γειτονιές ο Πόντιος...την ερωτεύθηκε. Φυσικά έκανε κάτι προσπάθειες να διορθώσει τα πράγματα αλλά ήταν αργά πια. Το μόνο που έμαθε ήταν το βλέμμα της πρώην ερωτευμένης γυναίκας, γλυκό και θυμωμένο μαζί πίσω από τα παραπονεμένα βλέφαρα. «Τι ηλίθιος» είπε δυνατά ο Σαλαλάς, ενώ συγχρόνως θυμότανε τις μεγάλες προσπάθειες που έκανε ο Πόντιος για άλλες, ούτε τόσο όμορφες, ούτε με το χαρακτήρα της.
Πλησίαζε στην Πάτρα, είδε τα Ψηλαλώνια. Ασυναίσθητα σκέφτηκε «χέστηκαν οι φοράδες στ΄ αλώνια» φράση που χρησιμοποιούσε μαζί και με άλλου είδους «εσπεράντο», πειθώ στις αλλοδαπές «πελάτισσες» του. Μαλάκωναν αμέσως, όλες καταλάβαιναν την «εσπεράντο» του. Είχε πάει με τις πιο εντυπωσιακές δίμετρες, με «διάσημες» που εκτιμούσαν τα προσόντα του, με απίθανα όμορφες κοπέλες που τούκαναν τα κέφια για λίγη άσπρη σκόνη αλλά ποτέ του δεν κατάφερε να βγει με μία σαν το Ζούμπερο. Ηταν το ξεχασμένο απωθημένο του, ο Πόντιος του τόφερε στην επιφάνεια. Αισθάνθηκε κάπως περίεργα κοιτώντας την Πάτρα. Σαν να συμβόλιζε μια άλλη ζωή. Στη δουλειά του οι ανθρώπινες στιγμές ήτανε σπάνιες και πάντοτε στιγμές. Κοίταξε ξανά στο καθρεπτάκι του. Ο Πόντιος δεν φαινότανε, είχε μείνει πίσω. Αποφασιστικά τράβηξε το δρόμο για τον Πύργο να παίξει τον ρόλο του. Πήγαινε στο δικό του, το αιώνιο καρναβάλι με τις αλλοδαπές και τις σκόνες.

Ζούμπερο

Κι’ ο Πόντιος περιέργως το Ζούμπερο έφερε στη μνήμη του μετά τη συνάντησή του με το Σαλαλά. Βέβαια λιγάκι διαφορετικά μια που ήταν ο μόνος που ήξερε και δεν μίλησε ποτέ, αυτός που δύσκολα κράταγε μυστικό.
Το Ζούμπερο εμφανίστηκε στη γειτονιά τους σαν κομήτης στα δεκάξη του, στα δεκαεπτά του, ποιός ξέρει. Εμενε με τον αδερφό της, πιτσιρικάς κι’ αυτός ενώ αραιά και που εμφανιζότανε για λίγες ώρες κάποιος μεγάλος που πλήρωνε τους λογαριασμούς, ο πατέρας της. Το Ζούμπερο, μουτράκι όμορφο με λακάκια στα μάγουλα, ίσιο μαλλί και δαχτυλίδι μέση, έκλεβε την παράσταση από τις άλλες γκόμενες με τα στρογγυλά βυζάκια του και το πεταχτό κωλαράκι. Ολοι στη γειτονιά ήθελαν να βαλουν τα χέρια στις κωλότσεπές της όπως έκανε το Ζούμπερο όταν περπάταγε καμαρωτό-καμαρωτό πάνω στις στρατιωτικές μπότες του. Ο Πόντιος της τόπε. Γέλασε και κανόνισαν να βγουν.
Ο Πόντιος έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Το μυστηριώδες μυαλό του σχημάτισε μια εντολή : μέχρι εκεί, ίσως και να φοβότανε λίγο τη φανερή δυναμικότητά της ή την ταχύτητα με την οποία αποφάσιζε. Πήγανε παραλία για μπύρες και ψαράκι. Ο Πόντιος το έπαιζε καλός φίλος σαν μεγαλύτερος, μάλιστα προσφέρθηκε να γίνει κουμπάρος της όταν παντρευτεί χωρίς τα παρεπόμενα των παροιμιών, της το τόνισε κιόλας για να γίνει πιο πιστευτός. Το Ζούμπερο φαινότανε να διασκεδάζει την παρέα του χωρίς καμία νύξη για παρακάτω. Οταν όμως φεύγανε, σκόνταψε, ο Πόντιος την έπιασε απ’ τη μέση μη πέσει και δεν άντεξε να μην τη φιλήσει. Ηταν ένα τελείως φιλικό φιλί από τη μεριά του, σαν αμοιβή που πέρασε καλά, αλλά η ανταπόκριση της ήτανε τέτοια που το αμέσως επόμενο αμοιβαίο ερώτημα που προέκυψε  ήταν «που πάμε για τα περαιτέρω;».
Οι θεωρίες του Πόντιου περί κουμπαριάς πήγανε περίπατο, τρελλάθηκε.
Κάποιο ξενοδοχείο ήταν η λύση και ο Πόντιος βρέθηκε προ των πυλών του Παραδείσου. Και ναι μεν μπήκε αλλά δεν έκατσε, μάλλον λόγω υπερβολικής συγκίνησης. Κοίταζε τα κυπαρισσιά μάτια της κι’ έλιωνε, της εξηγούσε πως το παρατσούκλι της δεν βγαίνει από το Ζούμπερι αλλά είναι σέρβικο, σημαίνει κάποιο μεγάλο και σιχαμερό έντομο, χάϊδευε τη γύμνια της και περίμενε το εγερτήριο που εξαφανίστηκε με την πρώτη είσοδο. Το πρωΐ το πήρανε απόφαση να δοκιμάσουν άλλη φορά. Ο Πόντιος έκανε επιβεβαίωση του ανδρισμού του με κάποια πόρνη και σίγουρος για τον εαυτό του πήγε στο καινούργιο ραντεβού. Μετά από μερικές ώρες  το Ζούμπερο τραγουδούσε το « Ιτιά, ιτιά, λουλουδιασμένη» από την απελπισία της. Το πιο σκληρό πράγμα που διέθετε ο Πόντιος ήταν το δάκτυλό του αλλά καθόλου δεν ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της κοπέλας. Ο Πόντιος ήταν του θανατά και το Ζούμπερο το είδε ψυχοπονιάρικα. Γίνανε καλοί φίλοι, αγαπηθήκανε πραγματικά τόσο που δεν κρυβότανε αλλά μετά από καμιά δυο αποτυχημένες κι’ αυτές προσπάθειες, δεν το ξανατόλμησαν.  Ο Πόντιος επιβεβαίωνε τις ικανότητες του με άλλες γυναίκες, μια φορά μάλιστα παρουσία της δύσπιστης αγαπημένης του χωρίς να μπορέσει να εξηγήσει το μυστήριο. Κανείς τους δεν είπε ποτέ του καμιά κουβέντα γι’ αυτό σε κανένα, το μόνο που φαινότανε στους άλλους  ήταν το ενδιαφέρον του Ζούμπερου για τον Πόντιο και η ολοφάνερη μη ανταπόκριση του. Στο τέλος το Ζούμπερο άλλαξε γειτονιά και σιγά σιγά τον ξέχασε. Το πέρασμά της άφησε αρκετά πνευματικά κουσούρια στον Πόντιο.
Ο Πόντιος οδηγούσε αργά το αυτοκίνητό του προς την Πάτρα. Ηταν λίγο θλιμμένος και ήρεμος. Η θύμηση του Ζούμπερου έδιωξε για την ώρα  από το μυαλό του την Κερατώ και το ραντεβού τους στα τυφλά. Σκεφτότανε το δικό του κρυφό καϋμό που τον βασάνιζε μια ζωή και το πόσο δύσκολο ήταν να το ξεπεράσει. Ισως ήταν ένα καπρίτσιο της μοίρας...

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Το λάμδα στο όνομα και το έργο του Τζιουζέπε Φορτουνάτο Φραντσέσκο Βέρντι

.




Όπως, φυσικά, παρατηρήσατε λάμδα δεν υπάρχει. Δεν θυμάμαι ποιος σοφός είχε πει πως τα εύηχα ονόματα πρέπει να περιέχουν ένα υγρό σύμφωνο δηλαδή ένα λάμδα ή ένα ρο αλλά είναι από τις φράσεις που υιοθέτησα και ακολούθησα όποτε χρειάστηκε να δώσω κάποιο όνομα.
Τρία ρο και κανένα λάμδα στο όνομα του μεγάλου συνθέτη λοιπόν, ίσως αυτή η έλλειψη να του “βγήκε” αλλού. Προσέξτε !

Όταν στις 17 Νοέμβρη 1839, στο Teatro alla Scala di Milano έκανε το ντεμπούτο του ο μαέστρος με το έργο ” Oberto, conte de San Bonifacio” υπήρχαν τρεις γυναικείοι ρόλοι : της Cuniza μεν αλλά και των Imelda, Leonora, δε. Το λάμδα είχε κάνει την πρώτη του εμφάνιση στο έργο του σε γυναικείο ρόλο.


Ακολούθησε την επόμενη χρονιά το “Uno giorno di regno “ , όπου ο γυναικείος ρόλος ανήκε στην Giuletta. Η όπερα δεν «πήγε» καλά, παρ’ ότι η εισαγωγή της είναι μουσικά ευρηματική και παρά λίγο ο συνθέτης να τα παρατήσει. Ευτυχώς που όπως λέει η παράδοση το λιμπρέττο του “Nabucco” όταν έπεσε στο πάτωμα άνοιξε στα στιχάκια “Va pensiero sullali dorate…” και άλλαξε ο ρους της μουσικής ιστορίας. 1842. Ανεπανάληπτος θρίαμβος, ουσιαστικά ο εθνικός ύμνος της Ιταλίας και σ’ ένα γυναικείο ρόλο η Abigaille.


Η "δική" μας Δ. Θεοδοσίου εκπληκτική Lucrezia στο "I due Foscari"

1843. Στο” I Lombardi alla prima crociata “ δυο γυναικείους ρόλους έχουν η Viclinda και η Giselda, την επόμενη χρονιά η Elvira στον « Ernani» και η Lucrezia στο « I due Foscari » αρχίζουν να κτίζουν παράδοση. Οι όπερες του 1844 είναι πολύ ψηλά στην λίστα του γράφοντος, προσωπικό γούστο.


Ένα μικρό διάλειμμα στην χρήση του λάμδα με την “Giovanna dArco” Εδώ είναι υποχρεωτικό- η Ιωάννα της Λωρραίνης δεν μπορεί ν’ αλλάξει όνομα αλλά το 1845 έχει κι’ άλλη όπερα, την “Alzira” , όπου το λάμδα «εκδικείται», τώρα είναι και στον τίτλο της όπερας !
Ο,τι (πατριωτικό) ξεκίνησε ο Ναμπούκο, αποτελείωσε ο “Attila” με την περιβόητη φράση «έχεις τον κόσμο ολόκληρο, άσε την (αλύτρωτη τότε) Ιταλία σε μένα». 1846 στον γυναικείο ρόλο η Odabella.
Το 1847 έχουμε τρείς όπερες, την “ Macbeth “με την Lady Macbeth φυσικά, την “I Masnadieri” με την Amalia και την «Jerusalem» που είναι ουσιαστικά η όπερα “I Lombardi” σε γαλλικό λιμπρέττο.
Την επόμενη χρονιά η Gulnara εμφανίζεται στην όπερα “Il Corsaro
To 1849 στην “La battaglia di Legnano” έχουμε την Lida ενώ η “Luisa Miller” μοιράζεται την «δόξα» της Αλτσίρας στον τίτλο της όπερας.
To 1850 έχουμε την όπερα “ Stiffelio” και την Lina σε γυναικείο ρόλο να συνεχίζει την παράδοση.


Το ενός έτους κενό μέχρι το 1852 καλύφθηκε με το παραπάνω με την καλύτερη- κατά την εκτίμηση του δημιουργού- όπερά του την “ Rigoletto “. Φυσικά ο γυναικείος ρόλος έχει το λάμδα του στο όνομα Gilda. Εδώ ακούγεται το la donna e mobile,.ίσως η πιο καλή μελωδία όλων των εποχών. Χαρακτηριστικό είναι πως ο μαέστρος δεν ανησυχούσε για τον ποιος θα είχε τον ρόλο του Δούκα στην πρεμιέρα. «Οποιος και να το πει την επόμενη μέρα θα το σιγανοσφυρίζει όλη η πόλη» λέγεται ότι είχε πεί και δικαιώθηκε απόλυτα..

 
Στην πιο αναγνωρίσιμη όπερα του Βέρντι την “ Il Trovatore” υπάρχει η Leonora και στην πιο δημοφιλή την “ La Traviata” πρωταγωνιστεί η Violetta. Το 1853 ίσως ήταν η χρονιά του Βέρντι, δύο τεράστιες επιτυχίες.
Είναι φυσικό μετά από τέτοιον καταιγισμό αριστουργημάτων να υπάρξει ύφεση. Ο μαέστρος στρέφεται σε «πολιτικές» όπερες, τα πάθη συγκλονίζουν το νεοσύστατο κράτος της Ιταλίας. Το 1855 ανεβαίνει η “ Les Vepres Siciliennes”, ο γυναικείος ρόλος ανήκει στην duchesse Helene και το 1857 στην “ Simone Boccanegra” η κόρη του Maria είναι γνωστή με το όνομα Amelia Grimaldi ώστε να διατηρηθεί η παράδοση του λάμδα. Την ίδια χρονιά στον “Aroldo” υπάρχει η Elena η εξαδέλφη της Μίνας σε πιο μικρό ρόλο βέβαια αλλά διατηρώντας την παράδοση του λάμδα.


Το 1859 έχουμε το αριστουργηματικό και πρωτοποριακό έργο το “ Un ballo in maschera” με την Amelia αλλά και η μάγισσα Ulrica έχει κι’ αυτή το λάμδα της.
Η Ιταλία και η Γαλλία είναι πλέον μικρές για να χωρέσουν το μέγεθος του Βέρντι. Επίθεση μέσα στο στόμα του λύκου, στην Αγία Πετρούπολη, στην «φυσική» έδρα του Μουσσόργκσκι και του Βάγκνερ, εκεί δίνεται η πρεμιέρα της “La forza del destino “ το 1862. Κι εδώ υπάρχει ο ρόλος της Leonora. Ισως ανάμεσα στους μαγεμένους θεατές να υπήρχε ένας νεαρός Ρώσος μουσικός. Την επόμενη χρονιά κάνει την εμφάνισή του στην Αγία Πετρούπολη ο σαφώς επηρεασμένος από τον Βέρντι Πιοτρ Τσαϊκόφσκι…


Η κατάκτηση της Ευρώπης ολοκληρώνεται με την Ιβηρική χερσόνησο το 1867. Η όπερα “Don Carlo” αναφέρεται στην ανάμειξη της εκκλησίας στην πολιτική, η μουσική περνά σε δεύτερο ρόλο. Υπάρχει όμως το «σαρακήνικο» τραγούδι που έγινε περισσότερο γνωστό όταν αργότερα το χρησιμοποίησε ο Μπιζέ στην Κάρμεν του. Δύο γυναικείοι ρόλοι με τα λάμδα τους η Elisabethe de Valois και η Princesse Eboli μετέχουν του έργου.
Και μετά την Ευρώπη τι ;
Μα φυσικά ολόκληρος ο κόσμος.


Προετοιμασία για την “Aida “ την πιο ακριβοπληρωμένη παραγωγή (200 000 χρυσές λίρες !!) που συνόδευσε τα εγκαίνια της Διώρυγα του Σουέζ το 1871. Το κομμάτι Gloria all Egitto γίνεται «επί τόπου» ο εθνικός ύμνος της Αιγύπτου. Εδώ δεν υπάρχει γυναικείος ρόλος με λάμδα στο όνομά του, ίσως τα πολλά λεφτά, ίσως η απαραίτητη εξαίρεση στον κανόνα.


Ότι και να ήταν η επόμενη όπερα άργησε κατά 16 ολόκληρα χρόνια. Ισως τα λεφτά αλλά περισσότερο η συναίσθηση ότι το κοινό είναι πλέον «παγκόσμιο» και πρέπει να ικανοποιηθεί το γούστο παγκόσμια και όχι με τα κριτήρια ενός λαού ή δύο «συγγενικών». Οι επιλογές για τα λιμπρέττα είναι πλέον ο «παγκόσμιος» Σαιξπηρ και η μουσική όχι πλέον δραματική παρ’ ότι η υπόθεση στον “Otello” είναι. Και ο γυναικείος πρώτος ρόλος δίνεται στην Desdemona αλλά η υπηρέτριά της λέγεται Emilia και επαναφέρει το λάμδα στο προσκήνιο.


Εξη χρόνια μετά, το 1893, έγραψε την τελευταία του νότα στην μοναδική κωμωδία που μελοποίησε. Προσωπικά πιστεύω πως ήταν στάση ζωής. Ακόμα και τα λόγια του Σαίξπηρ στο τέλος «όλα είναι μια τρέλλα» συμφωνούν. Παίρνουμε τη ζωή μας στα σοβαρά για να δημιουργήσουμε, αλλιώς δεν γίνεται τίποτε το καλό, αλλά δεν παραμυθιαζόμαστε, όλα είναι μια τρέλλα σαν το λάμδα που εμφανίζεται και στον “Falstaff” στον ρόλο της Alice

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Το σφύριγμα του γκιώνη

Φιού...φιού...φιού



Μονότονο κατά τακτά χρονικά διαστήματα το σφύριγμα του γκιώνη έχει την τιμητική του τα δειλινά της άνοιξης, μέσα στο κέντρο της πόλης, στο ξέφωτο που σχηματίζουν μια πλατεία, ένα νοσοκομείο και το σπίτι του αμερικάνου πρεσβευτή. Δένδρα ψηλά και αιωνόβια, κτίρια νοσοκομειακά, χωρίς μπαλκόνια, άρα με ήσυχες στέγες, προσήλκυσαν τον επίδοξο φτερωτό εραστή που κάθε δείλι, τις τελευταίες μέρες, κράζει ερωτικά κι΄απελπισμένα ή δηλώνει την παρουσία του, τα πουλιά έχουν δική τους και δύσκολη ψυχολογία, άντε να ξέρεις.

Βird on the horizon, sittin’ on a fence
He’s singin’ his song for me at his own expense
And I’m just like that bird, oh, oh
Singin’ just for you
I hope that you can hear 

hear me singin through these tears

Τρίχες και υπερβολές. Καλά τα λέει το τραγούδι αλλά για νέους. Στους πιο μεγάλους αυτός ο πόνος μαλακώνει, ξεχνιέται. Δεν είναι τόσο απαιτητός όσο στη νιότη. Γλυκαίνει, σαν την πληγή που ψάχνεις με την γλώσσα μες στο στόμα να σου θυμίσει πως ακόμα βρίσκεται εκεί.
Ποιός ξέρει κι' ο γκιώνης τι να ψάχνει.
Γκιώνα, με προίκα μια φωλιά ή μια απλή ξεπέτα ;
Αυτός όμως ήξερε. Θυμόταν. Οσα τον βόλευαν μόνο, ίσως, αλλά θυμόταν. Σίγουρα λάθη και κακές στιγμές τις είχε σβήσει, ακόμα και κάποιες από τις όμορφες στιγμές. Καθένας κατά τον χαρακτήρα του βαστάει αναμνήσεις. Το αεροπλάνο το θυμόταν, έφευγε πάντα στην ώρα του για Αυστραλία-χωρίς αποσκευές- αλλά τα κότσια, τα μπαλάκια, δεν υπήρχαν ν' αφήσουν πίσω τους μεμιάς ότι υπήρχε στη ζωή τους, άψυχο κι' έμψυχο υλικό. 
Μα και την φράση που τον βόηθαγε ο χρόνος να κυλάει, την θυμότανε καλά, όπως το χρώμα των ματιών της : " Χώρια θα ζήσουμε, μα θα γεράσουμε μαζί".
Κόντευε η ώρα.


You made it there somehow
You’re a big girl now


Αυτό το κομμάτι του τραγουδιού ήταν πιο κοντά στην αλήθεια, ειδικά η δεύτερη πρόταση. Η πρώτη βόλευε, αποποίηση ευθυνών, ακόμα και των κοινών...




Σε μερικά τρόλεϋ κάποιες θέσεις είναι ψηλότερα από τις άλλες. Βρέθηκε εκεί πηγαίνοντας για την δουλειά και το μυαλό του γύρναγε στον γκιώνη, σε λίγο θ' άκουγε το σφύριγμά του. Τον συγκινούσε η κραυγή του, ήταν το σύνθημα πριν χρόνια μεταξύ των αρσενικών μελών της οικογενείας του, όταν θέλαν να βρεθούν στα κρυφά, καθένας σφύριζε γκιώνη να ειδοποιήσει τους άλλους. Οι σκέψεις τον απορρόφησαν από την άλλη αγαπημένη ασχολία στα λεωφορεία, να παρατηρεί τους συνεπιβάτες, περνάει έτσι ευκολότερα η ώρα της μετακίνησης. Στα ασανσέρ, που τις περισσότερες φορές βρίσκεται κάποιος μόνος, βάζουνε ένα καθρέπτη να αναπληρώσει το κενό. 
Σαν έφτασε στη στάση του μετρό δεν κινήθηκε, δεν βιαζόταν εξ άλλου, ήξερε πως οι περισσότεροι εδώ κατέβαιναν, είχε καιρό. Στην μπροστινή πόρτα του τρόλεϋ, τόσο κοντά και συγχρόνως τόσο μακριά, πήρε τα πρώτα σινιάλα, ύψος, σουλούπι, μαλλί, όλα κάτι του θύμιζαν. Μπροστά του ο κόσμος στριμωγμένος στη μεσαία πόρτα τον είχε μπλοκάρει, δεν μπορούσε να πλησιάσει. Κοίταζε να ξεχωρίσει το πρόσωπο μα το μαλλί αυτό το ίσιο, μακρύ και βαρύ που τόσο λάτρεψε δεν άφηνε να φανούν χαρακτηριστικά. Βέβαια η απόχρωση ήταν ελαφρά διαφορετική αλλά θα ήταν φυσιολογικό να είχε αρχίσει να τα βάφει. 
Αραγε ήταν αυτή ή όχι ; Η ανδρεναλίνη άρχισε να ανεβαίνει όσο δεν μπορούσε να δει καλά. Ηρέμησε προς στιγμή με την σκέψη ότι ήξερε προς τα που θα κινηθεί, θα την προλάβαινε οπωσδήποτε - αν ήταν αυτή. Χάθηκε από το οπτικό του πεδίο σαν πλησίασε την πόρτα αυτός όμως κατέβηκε  από το λεωφορείο με μια σιγουριά και κοίταξε προς την "σωστή" κατεύθυνση.
Το κενό που αντίκρυσε ήταν σαν γροθιά στο στομάχι. Θυμήθηκε πως είχε μετακομίσει πριν δεκα τόσα χρόνια, στον ίδιο τόπο βρισκότανε, όχι στον ίδιο χρόνο. Γύρισε προς την άλλη μεριά. Το περπάτημά της ... θα ορκιζότανε πως ήταν αυτή που χανότανε στις σκάλες του μετρό. Χύμηξε να την συναντήσει αλλά το μόνο που πρόλαβε ήταν μια φευγαλέα εικόνα της πίσω απ΄το τζάμι του τραίνου που μόλις ξεκινούσε. Προσπάθησε να την συνταιριάξει με την παλιά εικόνα στην μνήμη του ρίχνοντας αυθαίρετες πινελιές από την πατίνα του χρόνου, ταίριαζε αρκετά, αλλά τα δυό στοιχεία της επιβεβαίωσης, το λακάκι στο αριστερό της μάγουλο και το χρώμα των ματιών δεν διακρίνονταν καθαρά.
Βγήκε από τον σταθμό του μετρό σκεπτικός και πήρε το δρόμο για τον προορισμό του.
Το φιού...φιού του γκιώνη είχε ήδη αρχίσει να ακούγεται, ετοιμαζόταν να ζήσει την καινούργια - ίδια με τις προηγούμενες -  νύχτα του.

οι στίχοι από το τραγούδι του Bob Dylan " You' re a big girl now"

Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου 2011

Εντός...εισαγωγικών

.

.

Οι απανταχού Ζαρκάδες, ένα σύνολο εισαγωγών

Μια φανταστική ιστορία των φανταστικών κατοίκων μιας φανταστικής περιοχής


Ιστορική εισαγωγή
Οι αποκαλούμενοι Ζαρκάδες ήταν οι κάτοικοι μιας  καθυστερημένης περιοχής της Ελλάδας, ένα είδος που τροφοδότησε σε μεγάλο βαθμό την εσωτερική μετανάστευση και το γιγάντωμα της Αθήνας. Εφεραν όλα τα χαρακτηριστικά της ελληνικής, αλβανικής και σλαβικής καταγωγής των, κατάλληλα αναμεμειγμένα. Τα ίχνη των πιο παλιών επιμειξιών, νορμανδικών, ενετικών και σαρακήνικων  είχαν χαθεί ή επικαλυφθεί κατάλληλα στο πέρασμα της ιστορίας. Οι ισχυροί κοινωνικοί δεσμοί τους σφυρηλατήθηκαν περισσότερο από το σκληροτράχηλον του χαρακτήρα τους, αντίστοιχο των πάτριων εδαφών. Σε κάθε συνοικία της Αθήνας υπάρχουν δύο σύλλογοι απανταχού Ζαρκάδων, καθένας προσαρμοσμένος σε μια πλευρά του δικομματισμού. Τα μέλη των αντίθετων συλλόγων δεν έχουν πρόβλημα μεταξύ τους, ούτως ή άλλως οι σύλλογοι ενεργοποιούνται μόνο σε προεκλογικές περιόδους ή όταν κάποιος πρόεδρος θέλει να προωθήσει κάποιο βιβλίο, κάποιο σιντί ή ντιβιντί, με το αζημίωτο φυσικά. Οι Ζαρκάδες συμπλήρωσαν τα πληθυσμιακά κενά  που δημιούργησαν όσοι μετανάστευσαν στην Ευρώπη τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Οι αριστεροί Ζαρκάδες υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν σε άλλη ήπειρο.


Φιλοσοφική εισαγωγή


Ο άνθρωπος ζει πάνω στην γη, τρέφεται από τους καρπούς της και ξεδιψά από τα ρυάκια της. Ο άνθρωπος επί χρόνια σαν ανταπόδοση προσέφερε στην γη τα κόπρανα και τα ούρα του. Με την πρόοδο του πολιτισμού τα συστήματα αποχέτευσης κατευθύνουν πλέον τα ανθρώπινα απόβλητα στην θάλασσα.

Συγχρωτιστική εισαγωγή


Ο καφές ήταν πανάκριβος και άθλιας ποιότητας. Ηταν όμως καπουτσίνο- έδινε κάποιον αέρα ευρωπαϊκό- και η γωνιά όπου τον σερβίρανε προσπαθούσε με πολύ κόπο να διατηρήσει κάτι από την αίγλη του παρελθόντος.
Τα καθίσματα, φθαρμένα όσο και οι άνθρωποι, στοιχισμένα μέσα σε σιδεριές προσπαθούσαν να λύσουν το πρόβλημα του μέγιστου αριθμού στον ελάχιστο δυνατό χώρο. Οι καινούργιοι, τεχνοκράτες ιδιοκτήτες, στο πάλαι ποτέ ένδοξο στέκι, δεν κατανόησαν ποτέ ότι η φήμη του μαγαζιού προήλθε από μια μόνο σειρά καθισμάτων, παράλληλα τοποθετημένων κατά μήκος του μαγαζιού που έδιναν "αέρα" στο πεζοδρόμιο, μια προσομοίωση με πασαρέλα σε συνδυασμό με την αντίστοιχη σειρά του απέναντι πεζοδρομίου. Τώρα όλα αυτά ήταν παρελθόν. Τα καινούργια μοντέλα έκαναν αλλού την πασαρέλα τους, το μέρος υποβαθμίστηκε πολιτιστικά και μόνο οι απανταχού Ζαρκάδες δεν είχαν χορτάσει το μακρυνό απωθημένο τους να πίνουν τον καφέ τους στον διάσημο δρόμο. Εξακολουθούσαν να συνευρίσκονται εκεί τις ώρες της σχόλης για να διαβάσουν την εφημερίδα τους, οι κουβέντες πέρα από τα τυπικά ήταν σπάνιες, η επαρχιώτικη επιφυλακτικότητα δεν είχε ακόμα μεταλλαχθεί.

Οικογενειακή εισαγωγή.

 Η δομή της ζαρκαδικής οικογένειας ήταν η δομή ενός μικρού κοπαδιού από πρόβατα. Το μεγαλύτερο "παιδί" είχε την περιποίηση του μόσχου του σιτευτού από γονείς, τ' άλλα "παιδιά" και τα κορίτσια. Η δόξα του επέφερε δόξα σ' ολόκληρο το σόϊ, δεν ήταν λίγο να είσαι αδερφός ή αδερφή του δάσκαλου ή του παπά, το λέγανε και φούσκωνε το στήθος τους από περηφάνεια. Κατά τα κοπαδικά πρότυπα τα μικρότερα αγόρια έμεναν ανύπαντρα ταγμένα πάντα να υπηρετούν τον "μεγάλο". Οταν αυτός γινότανε με το καλό δάσκαλος ή παπάς θα φρόντιζε να ανταποδώσει μέσω των γνωριμιών του μ' ένα καλό διορισμό. Τότε, αν αβγάτιζαν γρήγορα περιουσία καμμιά φορά, προλάβαιναν και τα μικρότερα αδέρφια να φιάξουν δικιά τους οικογένεια. Οπως και στα κοπάδια, η παροδική ή η διαρκής  αιμομειξία ήταν ένα συνηθισμένο γεγονός λόγω της "στενότητας" του χώρου.

Επαγγελματική εισαγωγή


Με την πάροδο των ετών, η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου δια της επιμηκύνσεως της υποχρεωτικής παιδείας και στο γυμνασιακό επίπεδο, επέφερε διαρθρωτικές αλλάγές στην επαγγελματικήν αξιολόγηση των απανταχού Ζαρκάδων. Ο δάσκαλος έχασε μεγάλο μέρος του κύρους του αφού τα παιδιά πλέον εγνώριζαν και τον καθηγητή. Οι απανταχού Ζαρκάδες αμέσως ανέβασαν στον θρόνο του έκπτωτου δάσκαλου τον φυσικομαθηματικό, τα προσοδοφόρα ιδαίτερα έπαιξαν τον ρόλο τους ώστε να παραγκωνισθεί ο -πρώτος τη τάξει- θεολόγος. Η δουλειά του φιλολόγου ήταν ακόμα δύσκολη για τους Ζαρκάδες λόγω της ιδιωματικής προφοράς τους.

Τοπογραφική εισαγωγή

Ο τόπος τους ήταν στενός, γεμάτος κακοτράχαλα βουνά και δύσκολες συγκοινωνίες. Ολοι οι γειτονικοί συγγενείς τους, έχοντας πρόσβαση στην θάλασσα ακολούθησαν τα αντίστοιχα ρεύματα της εποχής αφήνοντας τους πίσω. Κάθε νέο επίτευγμα του πολιτισμού έφτανε σ' αυτόν τον τόπο μονάχα μέσω νέων κατακτητών. Αλλά η έλλειψη υποδομών σύντομα κατέστησε ασύμφορη την κάθε προσπάθεια για νέα κατάκτηση της χώρας τους. Σε δυό-τρεις γενιές ο καθε κατακτητής είχε πλήρως αφομοιωθεί  από τον τοπικό πληθυσμό.

Θρησκευτική... εισαγωγή
  Η τοπογραφική απομόνωση είχε σαν αποτέλεσμα και την θρησκευτική.. Ενώ όλοι οι γείτονες είχαν εκχριστιανισθεί, αυτοί παρέμεναν παγανιστές για πεντακόσια ακόμα χρόνια. Αυτό το στοιχείο θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλά επίπεδα πολιτισμού λόγω του σκοταδισμού που απαιτούσε η καθιέρωση της καινούργιας θρησκείας αλλά στους Ζαρκάδες λειτούργησε ανάστροφα. Οταν η νέα θρησκεία άρχισε να συμβιβάζεται με την Τέχνη και την Επιστήμη, τότε οι Ζαρκάδες, σαν νεόκοποι χριστιανοί, απέρριπταν μετά βδελυγμίας κάθε ίχνος προόδου.

Κοινωνική εισαγωγή


Η ζαρκαδική οικογένεια λειτουργούσε στα πρότυπα μιας μονής έχοντας όμως κατανοήσει καλά ότι αν όλοι πάνε σε μοναστήρια το γένος τους θα εκφυλισθεί. Κατά τα άλλα η λειτουργία κάθε οικογένειας ήταν ταυτόσημη με του μοναστηριού, του πρώτου παδιού έχοντος τον ρόλο του ηγούμενου. Οταν με τα χρόνια αναγκάσθηκαν να μετοικίσουν στην  Αθήνα ή αλλού αναπτύχθηκε ένας συνδετικός κρίκος μεταξύ των οικογενειών λόγω κοινής γλώσσας και -κυρίως- συμπεριφοράς. Οι σύλλογοι των απανταχού Ζαρκάδων είχαν εξασφαλισμένη την μακροημέρευσή τους, καμμιά κοινωνία δεν ήταν σε θέση να τους απορροφήσει αρκετά, το "ζαρκαδικό" ήτανε χαραγμένο στο ντι-εν-έϊ τους.

Ετυμολογική εισαγωγή 


Η προέλευση της λέξης είναι μυστηριώδης, μάλλον πρόκειται περί νεοελληνισμού πονηρού γλωσσοπλάστη. Η λέξη ζάρκος = γυμνός ταιριάζει βέβαια σε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά των απανταχού Ζαρκάδων αλλά σαν ερμηνεία δεν είναι πειστική. Η λέξη βρίσκεται κοντά στους Αρκάδες -αλλά τίποτε δεν δικαιολογεί το αρχικό ζήτα- και στην λέξη της δημοτικής ζαρκάδι. Το ζαρκάδι βέβαια προέρχεται από τους ιωνικούς τύπους ζορξ ή ζορκός, θηλυκό ζορκάς, κατ' αντιστοιχίαν των επικρατεστέρων βοιωτικών τύπων δορξ και δορκάς με την γνωστή και από αλλού ανταλλαγή των δύο συμφώνων σε αυτές τις διαλλέκτους, αλλά ο τύπος Ζορκάδες δεν απαντάται σε παλαιότερα κείμενα σαν όνομα λαού.

Εννοιολογική εισαγωγή


Αντίθετα, εννοιολογικά οι απανταχού Ζαρκάδες με την ιστορική διαδρομή τους έχουν αποδείξει την στενή σχέση που έχουν με τα ζαρκάδια είτε σε μορφολογικά χαρακτηριστικά όπως λόγου χάριν τα κέρατα,  ή η χαρακτηριστική οσμή των βοοειδών, είτε σε ψυχικά χαρακτηριστικά όπως η φυσική δειλία, η αποχώρηση με ελαφρά πηδηματάκια κ.λ.π.

Σεξιστική εισαγωγή


Ο διαχωρισμός των φύλων ήταν δεδομένος στους απανταχού Ζαρκάδες συνέπεια και της οικογενειακής  ανατροφής. Τα θήλεα μέλη μικράς εμπειρίας είχον, στο πλαίσιο των συζυγικής και  αιμομεικτικής μορφής επαφών. Οι τελευταίες ήταν πατρικές συνέπειες όταν η μητέρα πέθαινε νωρίς ή αδελφικές όταν ο μικρός αδερφός αργούσε να παντρευτεί για οικονομικούς λόγους κυρίως. Τα θήλεα μέλη της κοινωνίας μικρής εκτίμησης έχαιραν. Τα άρρενα μέλη όμως, σε στενότατους κύκλους κυριών των πόλεων, αποτελούσαν σκοτεινό αντικείμενο πόθου λόγω της φήμης που τους ακολουθούσε. Ελέγετο ότι είχαν αποκτήσει την πολλαπλότητα του πετεινού, την αμεσότητα του τράγου και την υπομονή (και κάτι άλλο) του γαϊδουριού από τις κτηνοβατικές σχέσεις με τα αντίστοιχα θηλυκά ζώα κατά την διάρκεια της εφηβείας των. Η αστυφιλία και η εσωτερική μετανάστευση μεγάλο πλήγμα έφερε στας παραδόσεις των απανταχού Ζαρκάδων, της φήμης εξασθενησάσης, τελικώς.

Οικονομική εισαγωγή


Από τις τέσσερις αρχές του ρωμαϊκού δικαίου που διέπουν τις συναλλαγές, δίνω ίνα δώσεις, δίνω ίνα κάνεις, κάνω ίνα κάνεις και κάνω ίνα δώσεις, οι απανταχού Ζαρκάδες αρχικά περιορίζοντο  στην πρώτη που κυριαρχούσε στις συναλλαγές στα χωριά τους. Οι τιμές καθοριζότουσαν από τις ανάγκες με βασική μονάδα συναλλαγής το αυγό. Η εσωτερική μετανάστευση τους έμαθε και το κάνω ίνα δώσεις, το οποίο η έμφυτη πονηράδα τους μετέτρεψε σε κάνω λίγα για να δώσεις πολλά. Δεδομένης της αφέλειας των κατοίκων των πόλεων και της παροιμιώδους λιτότητας των απανταχού Ζαρκάδων γρήγορα οι τελευταίοι απέκτησαν κομπόδεμα και ευχέρεια στο να πίνουν το καφέ τους σε κεντρικούς ιστορικούς δρόμους αποτελώντας την πλειοψηφία μάλιστα των θαμώνων.

Αλλά αυτό είναι κάτι που θα εξετάσωμεν εις το κύριον μέρος των θεμάτων.

Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011

TRANSPHYSICS

Από το βιβλίο του gpoint, τα Διαφυσικά

Πολλά μυθιστορήματα εγράφησαν εις τον χώρον του φυσικού, του παραφυσικού και εσχάτως εις τον χώρον του μεταφυσικού. Το παρόν διήγημα είναι το πρώτον εις τον χώρον του  δ ι α φ υ σ ι κ ο ύ . Τι είναι το διαφυσικόν ;
Μόνον μία προσεκτική ανάγνωση του διηγήματος θα σας λύσει την απορία.
Εάν δε το διαβάσετε μουνονυχί, δηλαδή σε μία μόνο νύκτα, περισσότερα θα καταλάβετε,


TRANSPHYSICS – τα Διαφυσικά

 1 ( Βηρυττός-Αθήναι)
___________________________________________________________________________
    
    Εις την Βηρυττόν, πρωτεύουσαν του Λιβάνου, η οδός Χάμρα ενώνει την ομώνυμον αριστοκρατικήν συνοικίαν με τας λαϊκάς τοιαύτας της παραλίας.Η παραλία εκ κρημνών συνίσταται, μη σχέσιν έχουσα μετά τού Φαλήρου. Η οδός Χάμρα έχει χαραχθεί κατα την ημερησίαν διαδρομήν του ηλίου.
Οι ατυχείς εργαζόμενοι  ανέρχονται εκάστην πρωΐαν την οδόν δια να μεταβούν εις την εργασίαν των, έχοντες τον ήλιον έναντι των οφθαλμών των. Μετά την κοπιαστικήν εργασίαν των, περί το εσπέρας, επιστρέφοντες εις τας οικίας των, πάλιν τον ήλιον απέναντι έχουν. Οι αγαθότεροι εξ αυτών κάποτε πέτρας έρριπτον κατά του Ηλίου-τυράννου. Η ανακάλυψις των σκουροχρώμων ομματοϋαλίων κάποιαν ανακούφισιν εις τον εργαζόμενον λαόν επέφερεν. Η αριστοκρατία ουδόλως ενοχλείται από τον ήλιον. Κυκλοφορεί άλλας ώρας.
     Ισως να είχομεν το ίδιον αποτέλεσμα και εις Αθήνας αν εστρέφαμεν τον άξονα της οδού Σταδίου κατά εικοσιπέντε μοίρας νοτιοδυτικώς. Ο (προσεχώς) Δήμαρχος ας το σκεφθεί. Είναι απείρως αποτελεσματικότερον από την συλλογήν των απορριμμάτων, ή την Δημοτικήν αστυνομίαν.
    Αι πολυκατοικίαι της Χάμρας πολυτελέσταται είναι. Αι είσοδοι σιδηρόφρακτοι είναι και ένοπλος θυρωρός τας ελέγχει επί εικοσιτετραώρου βάσεως. Πολλάκις εις μίαν πολυκατοικίαν μένουσι μόνον συγγενείς ή και σπανιότερον μία μόνον πολυπληθής οικογένεια.
    Εις μίαν εξ αυτών αποκλειστικώς μόνος κάτοικος είναι ο παχύς Σουλτάνος μετά του χαρεμίου του και του λοιπού προσωπικού, ευνούχου, ιατρού, κ.λ.π. Εκ των χορευτριών του χαρεμίου ο ευνούχος προτείνει τινά, ως ευνοουμένη του Σουλτάνου, την οδαλίσκην. Ο τίτλος από εφήμερος μέχρι αιώνιος γίγνεται, εκ των προσόντων της ευνοουμένης κρινόμενος. Η οδαλίσκη υπηρετείται και τρέφεται καλώς. Αι λοιπαί χορεύτριαι λιμοκτονούν.Το σύστημα επιτείνει την προσπάθειαν των χορευτριών. Ανατολίτικη σοφία.  Η διαφυγή εκ του χαρεμίου είναι από δύσκολος έως αδύνατος.
    Εις τας συνοικίας των Αθηνών αι πολυκατοικίαι κτίζονται και κατοικούνται κατα το δοκούν. Η ασυνεννοησία μεταξύ των κατοίκων συναινεί εις την ρυπαρότητα των πολυκατοικιών. Ο θυρωρός είναι είδος πολυτελείας. Σπανίως εύποροι κατοικούν εις αυτάς. Αν τις έχει πλέον της μίας ερωμένας, αύται δεν συγχρωτίζονται και δεν ακολουθούν την ευγενή άμιλλαν του χαρεμίου. Συναγωνίζονται απλώς ποία θα αποσπάσει μεγαλύτερα ποσά από τον «Σουλτάνον». Η πάσα ερωμένη δύναται να αποχωρήσει εκ του  «χαρεμίου» αν κρίνει οτι προσεπορίσθη αρκετά. Τινάς φοράς ο «Σουλτάνος» αποπέμπει την ερωμένην, πράγμα αδιανόητον εις Ανατολάς.  Δυτική πρακτική.
    Εις Βυρηττόν, τας χορευτρίας προσκομίζει μικρά ομάς δραστηρίων, πλην σκοτεινών ανδρών, φέρουσα τον τίτλον «έμποροι λευκής σαρκός». Ο τίτλος ουδόλως εμποδίζει την προμήθειαν εγχρώμων κρεολών. De gustibus et coloribus non  disputendum.
(Λατινικά στο κείμενο :Περί ορέξεως και χρωμάτων, δεν χωρεί συζήτησις. Ο λαός την παρέφρασε στην περίπου ομόηχη : Οι πούστηδες κι’οι κολομπαράδες, δεν πάνε στις πουτάνες. Το νόημα είναι, ίσως, το αυτό)
    Εις Αθήνας ο «Σουλτάνος» κατ’ ιδίαν αλιεύει ερωμένας εις κοσμικά μέρη. Εξ αιτίας του γεγονότος αυτού, ενίοτε ο «Σουλτάνος» «παθιάζεται με την ερωμένην του», αι συνέπειαι γνωσταί. Τούτο είναι απόμακρον ως ξένη ήπειρος, εις την ανατολικήν πρακτικήν. Πάντως και εις τας δύο μεγαλουπόλεις ο ήλιος εξ ιδίας διευθύνσεως ανατέλλει.

2 ( Εις Βηρυττόν)
___________________________________________________________________________
  
    Εις την πολυκατοικίαν-χαρέμιον της Βηρυττού αναβρασμός επεκράτει.
Η ημέρα της κρίσεως ήγγικεν.
Ο ευνούχος εξήταζεν με κριτικόν βλέμμα τας χορευτρίας. Επρεπε να προτείνει το εσπέρας καινουργή οδαλίσκην. Μετ’ εμβριθείας εμελέτα τας χορευτικάς των κινήσεις, προσπαθών να μαντεύσει της ψυχής των την φλόγα .Το υλικόν δεν ήτο ανωτέρας ποιότητος. Η σωματική χάρις των χορευτριών επεσκιάζετο από την ραθυμίαν της ψυχής. Δεν ηδύνατο να οδηγήσει τον Σουλτάνον εις σφαίρας υλικού παραδείσου. Το μη χείρον, βέλτιστον, εσκέφθη ο φιλότιμος ευνούχος. Το βλέμμα του έφθασεν εις μίαν υπερβολικώς αδύνατον χορεύτριαν, προφανώς  ελληνοαθιγγανικής καταγωγής.
     Κάποιαν σπίθαν συνέλαβεν εκ της κόρης των οφθαλμών της προερχομένην, ο έμπειρος ευνούχος.
«Πως δεν την πρόσεξα νωρίτερα», εσκέφθη, «Φταίει η σωματική της διάπλαση, αλλά με τέτοιο μαλλί και μιά καλή κίνηση πολλά μπορει να κάνει».
    Ευθύς την διεχώρησεν του πλήθους και ήρξατο ιδιαιτέρων μαθημάτων της χορευτικής τέχνης. Η νεαρά ως σπόγγος  απερρόφησε τας συμβουλάς του ευνούχου, βελτιουμένη ταχέως.  Τας ασκήσεις μετ’ επιτάσεως επανελάμβανεν, φιλοτιμίαν ποιούσα. Εισελθούσα εν τω πνεύματι του ανατολικού χορού,  τα αθιγγανικά γονίδιά της εκμεταλλευομένη, νέας φιγούρας ανεκάλυπτεν και νέας ατραπούς διήνοιγεν εις την χορευτικήν τέχνην. Ο ευνούχος έκπληκτος από την ανακάλυψίν του, σφόδρα συνεπάθησεν την νεαράν.Υπερωριακώς εργαζόμενος εβελτίωνεν συνεχώς το αριστούργημά του, υποδεικνύων δρόμους προς την τελειότητα. Ολίγαι ώραι απέμενον μέχρι την στιγμήν της κρίσεως και η νεαρά αενάως προσπαθούσα μετά του ευνούχου τον στόχον προσήγγιζεν. Τον τίτλον της οδαλίσκης έλαβεν. Η κρίσις του Σουλτάνου μόνον απέμεινεν. Ελπίς μήτηρ πάντων.

3 ( Ο Σουλτάνος)
___________________________________________________________________________
    Ο Σουλτάνος αρχηγός μικρού κρατιδίου εις τα βάθη του Βελουχιστάν ήτο. Ανθρωπος των παραδόσεων και στενής αντιλήψεως ησκει την εξουσίαν του κατά τρόπον παλαιολιθικόν. Είχεν απαγορεύσει την εισαγωγήν ειδών νέας τεχνολογίας. Ως και η φρουρά του μόνον με ευμεγέθη σπαθία, τας κοινώς λεγομένας χατζάρας, ήτο οπλισμένη . Μοιραίως, όταν ομάς νεαρών εμφορουμένων υπό σοσιαλιστικών και κορανιακών ιδεών, άμα υποκινουμένη εκ του εξωτερικού, επανεστάτησεν, ευρέθη εις δυσχερή θέσιν, της φρουράς του μη δυναμένης να αντισταθεί εις την υπεροχήν των συγχρόνων τυφεκίων. Είχεν όμως βαθύ λαϊκόν έρεισμα. Προ του κινδύνου εμφυλίου συρράξεως η επαναστατική ομάς  προέτεινεν την εις το εξωτερικόν αναχώρησιν του Σουλτάνου, μετά τμήματος της περιουσίας του και του χαρεμίου του, καθώς και την διατήρησιν του τίτλου του. Η Βηρυττός ήτο μία καλή λύσις. Η ηρεμία επανήλθεν εις το κρατίδιον του Βελουχιστάν.


4 ( Ατιμη ζωή)


    Ω ! πόσον σκληρά και άτεγκτος υπήρξεν η ζωή έναντι της χαλεπώς, πλην τιμίως εργαζομένης διά να βγάλει το ψωμίον της, οδαλίσκης. Ο απεχθής και παχύς Σουλτάνος μετά δυσκολίας έφερεν το βλέμμα προς αυτήν. Δεν ήταν του γούστου του, άρα εις δυσμένειαν και πείναν θα περιήρχετο, τελεία και παύλα. Πάσα ελπίς απέστη.Το λιποβαρές σαρκίον της θα υφίστατο περαιτέρω μείωσιν. Οσον δια της ψυχής το έλλειμμα θα ηυξάνετο κατά τι πλέον, εγγίζον τα όρια της κενότητος. Διότι η οδαλίσκη ήτo ελαφρώς «τσιμπιμένη» μετά του Σουλτάνου, εξ υπολανθάνοντος πονηρού σκοπού, της ζωής τα χρειώδη να εξασφαλίσει. Ο των χορών επικεφαλής, ορεγόμενος, αν και ευνούχος, την νοστιμοτάτην οδαλίσκην, προσεποιείτο ότι δεν υπέπεσεν εις την αντιληψίν του η του Σουλτάνου δυσαρέσκεια και παρώτρυνεν δια ρυθμικών κρούσεων των χειρών την οδαλίσκην να συνεχίσει τον (κακώς ονομαζόμενον) χορόν της κοιλιάς (αφού όλα τα μέρη του σώματος ελικνίζοντο πλήν αυτής ταύτης της κοιλίας). Xρώματα ζήλειας εκάλυπτον τας παρειάς των προσώπων των λοιπών χορευτριών διά την άνομον μεροληψίαν του ευνούχου, ενώ η δυστυχής οδαλίσκη μετά βίας, εκ της απελπισίας εχόρευεν, ο δε Σουλτάνος ερεύετο. Η όλη σκηνή είχεν τι το μεταϋπαρξιακόν.

Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

Ιστορίες από τον Καναδά-Νικολάκης ο Ελληνας


Εκδοση νεώτερη, βελτιωμένη και επηυξημένη

 Η σημαία του Καναδά, γνωστή και σαν Φύλλο Σφενδάμνου πρωτοεμφανίσθηκε το 1965, δηλαδή είναι πολύ "φρέσκια". Ομως, όπως ίσως ξέρετε, παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα, ο Καναδάς έχει μεγάλη και σπουδαία ιστορία που χάνεται στα βάθη των αιώνων. Μάλιστα στο Καναδά μιλούσανε παλιά μια ελληνική διάλεκτο, η οποία μετά την άφιξη μερικών Νορμανδών εξελίχθηκε στην διάλεκτο που μιλάνε ακόμα και σήμερα στο "Λιμπρ Κεμπέκ", περιοχή που είχε οριοθετήσει ένας γαλλοϊνδιάνος ιροκουά φύλαρχος τον οποίον ανέτρεψε από τον θρόνο του ο Νικολάκης ο Ελληνας, με την βοήθεια της γυναίκας του. Τώρα που υπάρχουν τα κομπιούτερς όλα αυτά αποδεικνύονται, πολλές φορές με την αλάνθαστη μέθοδο να ανεβάζει κάτι, κάποιος, στην βικιπέντια και εν συνεχεία να το επικαλείται σαν πηγή. Οι πλέον αξιόπιστοι δεν το ανεβάζουν μόνοι τους αλλά βάζουν τα κολλητάρια τους ή τον δεύτερο - σε σπάνιες περιπτώσεις τον τρίτο - διαδικτυακό εαυτό τους, ξέρετε αυτόν που στέλνει τις κατάλληλες επιστολές ώστε να φανεί "φυσιολογική" η ανάπτυξη ενός θέματος σαν απάντηση στο γράμμα, ή που κάνει αυτά τα χαριτωμένα σχόλια του στυλ " προσκυνώ ", " ρισπέκτ " και δεν συμμαζεύεται, απαραίτητα για την προώθηση του προϊόντος. Ο Νικολάκης δεν είχε επιλέξει τυχαία αυτόν τον τύπο του ονόματός του. Ηταν αποτέλεσμα βαθιάς μελέτης και περισυλλογής. Κατ' αρχάς είχε απορρίψει το Νικόλαος καθότι ο πατήρ και ο υιός του (Σπαρτιάτη) Νικολάου ελέγετο Βούλις, δηλαδή με την σημερινή προφορά και απόδοση, Μπούλης, άσε που είχε και κακή τύχη, τον σφάξανε σαν αρνί όταν πήγε πρέσβυς στην Περσία, αντίποινα για ανάλογη μεταχείριση των δικών τους πρέσβεων. Ο Νικολάκης, που ήδη φώναζε τον γιό του "Μπούλη" και τον πατέρα του "Μπαμπούλη", δεν ήθελε με τίποτε να τον αποκαλούν "Νικόλαο", φοβόταν μήπως η ιστορία όντως επαναλαμβάνεται. Είχε επιπλέον υπ' όψιν του τα περί τσάρου Νικολάου. Εγνώριζε επίσης ότι το "Νίκο" ήταν αλβανικής προέλευσης, ενώ το "Νίκος" είχε αδελφίστικες τάσεις μιά που το νίκος ήταν η εκδοχή στο ουδέτερο της θηλυκότατης λέξης "η νίκη". Εχοντας δε υπ' όψιν του την φράση " Ου ο λόγος αυτού σοφώτερος, αυτώ δοθείσεται το νίκος" καθώς και τις πνευματικές του ικανότητες, δεν θέλησε να μετατρέψει το όνομά του σε κάτι σαν ευφημισμό. Τελευταίο επιχείρημα ήταν η συνήθεια της "κατσίκας" του (από λανθασμένη μετάφραση του τρυφερότατου γαλλιστί ma  biche = ελαφίνα μου) να τον φωνάζει επαναλαμβανόμενα  οπότε ακουγότανε ΝίκομουΝίκομουΝίκομου προκαλώντας ηχητικές παρεξηγήσεις στους λαθρακούοντες. Το "Νικ" ήταν πολύ αμερικάνικο, οι Καναδοί (ακόμα και οι ελληνοκαναδοί) απεχθάνονται τις αμερικανιές των Αμερικανών, προτιμούν τις δικές τους. Τα Νικόλας, Νίκλας, Νικολός δεν συζητιώνται ούτε και για Καναδούς που έλκουν την καταγωγή από Βίκινγκς ή Ινδιάνους των Γκραντλέϊκς. Το Νικολά, Νικολό, δεν λέει άμα δεν έχεις δίπλα σου μια Κάρλα Μπρούνι να αποσπά την προσοχή. Το Λαόνικος είναι ψευδελληνική εκκλησιαστική γλωσσοπομφόλυγα. Το καναδοπρεπέστατον Νικολάκης ήταν μονόδρομη επιλογή. Ηταν όμως γνωστός στην πιάτσα και σαν ο "άντρας της κατσίκας", η κακομοίρα η γυναίκα του όσο κι' αν τόνιζε το όνομά της, όσο κι' αν εύρισκε ψευδώνυμα στο διαδίκτυο δεν μπορούσε να ξεκολήσει το "κατσίκα" από πάνω της, είχε γίνει σαν δεύτερο δέρμα της.


 Οι δύο (χωρίς κέρατα) εκδοχές, μαλτέζα και γυναίκα
 Εξ άλλου της ταίριαζε και μορφολογικά -από τα κέρατα που της είχε βάλει ο Νικολάκης- αλλά και χρηστικά, ο Νικολάκης την άρμεγε κανονικά, ο ίδιος ήταν ακατάλληλος για κάθε δουλειά. Βέβαια η οικόσιτη αίγα της Νουβίας (μαλτέζικη) στερείται κεράτων αλλά η νικολοσύζυγος σίγουρα δεν είχε αφρικάνικη καταγωγή.
Αντίθετα, πιθανόν να είχε κρητική καταγωγή, τα κρι-κρι έχουν τα μεγαλύτερα κέρατα ανάμεσα στα κατσικοειδή.
Τα κέρατα ήταν αποτέλεσμα κάποιων ανατολίτικων επιρροών του Νικολάκη, κάποιος πρόγονός του είχε υπηρετήσει στον οθωμανικό στρατό σαν λοχίας, αυτό φαινότανε και στο επίθετό του που περιείχε την ρίζα  από την τούρκικη λέξη για τον λοχία τσαβούς < τσαούς. Οι αυθαιρεσίες αυτών των στρατιωτικών επί οθωμανικής αυτοκρατορίας έκαναν το όνομά τους συνώνυμο του θράσους.
Μπορεί ο ασπασμός της χριστιανικής θρησκείας να απέτρεπε την επίσημη πολυγαμία αλλά στο μυαλό (και στην πράξη) ο Νικολάκης τιμούσε τις πολυγαμικές συνήθειες. "Πολυγαμικός σαν τράγος", έλεγε, "φυσικά και μου επιτρέπεται αφού έχω γυναίκα κατσίκα".



 Κοπάδι "μιξντ"
Η ίδια η σύζυγός του κάπου μέσα της αποδεχότανε το προσωνύμιο  αλλά υπό προύποθέσεις :
το "κατσίκα" της έπεφτε κάπως βαρύ αλλά δεν θα είχε αντίρρηση για το "τιφτίκι", αυτό το είδος με την υπέροχη γούνα, υφής μεταξιού, όπως φανταζόταν ότι ήταν η επιδερμίδα  της.
Θα μπορούσε ακόμα να αποδεχθεί τον χαρακτηρισμό μυοτονική  κατσίκα, είτε για την βορειοαμερικανική προέλευσή της, είτε για την μοναδική ιδιότητα να "παγώνει" για κάποια δευτερόλεπτα όταν φοβηθεί πολύ, παραμένοντας ακίνητη ή βαδίζοντας με τεντωμένα-ξυλιασμένα πόδια. Το τελευταίο αυτό πολύ της ταίριαζε όταν προσπαθούσε να περπατήσει ισορροπώντας πάνω στα δεκαεξάποντα τακούνια της. Επίσης η μυοτονική κατσίκα ήταν μια ιδιαίτερη ράτσα όπως θεωρούσε και η ίδια τον εαυτόν της.



 Φλώρα με κομπινάκι

Θα μπορούσε ακόμα να δεχθεί σαν όνομα το φλώρα που αποδίδεται στις άσπρες κατσίκες ή το κανούτα που αποδίδεται στις γκρίζες. Αντίθετα ήταν πολύ επιφυλακτική για το κόμπινα που αποδίδεται στις κοκκινομάλλες κατσίκες και το κόρμπα για τις μαύρες. Ενώ όμως ήταν εντελώς αποτρεπτική για την ονομασία των μαύρων κατσικών με ανοιχτόχρωμη κοιλά, την ονομασία αυτή, γκιόσα, την είχε ακούσει ουκ ολίγες φορές στην διάρκεια των συζυγικών καυγάδων κι' αυτό την πλήγωνε πολύ. Ακόμα όμως χειρότερα ασθανόταν όταν αργότερα, κατά την διάρκεια των ερωτικών περιπτύξεων - συνηθισμένη κατάληξη των καυγάδων- την ώρα της επιβεβαίωσης του ανδρισμού του, την αποκαλούσε "τσαούσα" του τονίζοντας έτσι την κτητικότητά του λόγω του επιθέτου του. Φώναζε τότε για να τον εκδικηθεί νίκο-μουνί-κο-μουνί-κομου δήθεν από τον ενθουσιασμό της, ξέροντας πως θα του την σπάσει, μερικές φορές τα κατάφερνε, άλλες φορές είχε ήδη  μπει το νερό στο αυλάκι. Τότε του χάϊδευε απαιτητικά τα κωλομέρια και στις διαμαρτυρίες του ισχυριζότανε ότι το κωλοδάχτυλο ενίσχυε την στύση του, ενώ συγχρόνως του έκανε κι ένα τσεκάρισμα στον προστάτη για τίποτε όγκους. Ο Νικολάκης τότε απελπισμένος, σκεφτότανε να δοκιμάσει την "τέχνη" των προγόνων του επί των  αιγών, αλλά η  καναδέζικη κουλτούρα του - δεύτερης γενιάς μετανάστης -  συγκρατούσε τις  απόπειρες για προσωπικές δοκιμές πάνω στις μεσογειακές πρακτικές. Από την άλλη μεριά δεν μπορούσε εύκολα να την διώξει, όλη την διαδικτυακή δουλειά αυτή την έκανε, έψαχνε όμως μέσα στην καναδική θεματολογία να βρει ανάλογη περίσταση και αντίστοιχη λύτρωτική λύση. Το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό. Στις συχνότερες αιτίες διαζυγίου δεν βρήκε κάτι σχετικό με την δική του περίπτωση, αντίθετα θυμήθηκε κάτι που είχε διαβάσει προ καιρού σ' ένα σάιτ από κάποιον γεροπαράξενο όταν έψαχνε να "κλέψει" καμιά ιδέα :
"Η σοφώτερη παροιμία που έχω διαβάσει είναι τούρκικη,
ανύπαντρος ; σκατά !
παντρεμένος ; δυο φορές σκατά !!
και την έχω συμπληρώσει εξ ιδίας πείρας :
χωρισμένος ; τρεις φορές σκατά !!!  "
Ο Νικολάκης  ξαναέφερε στον νού του την τσαούσα του. Μήπως αυτή δεν ήταν που άνοιγε τις κονσέβες για φαΐ ; αυτή δεν έριχνε στο καυτό νερό τα σακουλάκια με τα προμαγειρεμένα λαχανικά ;
αυτή δεν μάζευε στο τέλος τα πλαστικά πιάτα και ποτήρια και αυτή δεν ήταν που έβαζε τα μαχαιροπήρουνα στο πλυντήριο ; Πως θα μπορούσε να παραβλέψει τις τόσες θυσίες της στον οικογενειακό βωμό για κάποιες ιδιοτροπίες της στο σεξ ; Ασε την ανεκτίμητη βοήθειά της στα διαδικτυακά. Κοίταξε την ελαφρώς γερασμένη σιλουέττα της. Το πεσμένο στήθος της δεν τον ενοχλούσε ιδαίτερα, αντίθετα με το νερούλιασμα των οπισθίων ημισφαιρίων, κάτι που θα μπορούσε όμως να παραβλέψει επιλέγοντας την κατάλληλη στάση. Το πρόσωπό της το είχε συνηθίσει τόσα χρόνια πια.
Της χαμογέλασε.