Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Ιστορίες με αλάτι...(2)



Δολώνοντας παστή σαρδέλλα στ' αγκίστρια έβαλε ένα κρυσταλλάκι αλάτι στο στόμα του. Γεύσεις από συντηρητικά, ψαρίλα κι αρμύρα ανακατώθηκαν στο στόμα του. Τόφτυσε γρήγορα. Πεθύμησε τη γεύση από τ' αλάτι της θάλασσας που τόχε μαζεμένο σπίτι του αλλά δεν μπορούσε να πάει εκεί τώρα, ήταν η καλή ώρα για το ψάρεμα.

Του άρεσε να κάθεται στα σκαλάκια και να ψαρεύει, ήταν πιο ξεκούραστα από όρθιος στην προκυμαία κι από κει ήταν πιο εύκολο να βγάλει έξω τα ψάρια, το τελευταίο σκαλί το ψιλοφιλούσε η επιφάνεια της θάλασσας όταν δεν είχε μεγάλες ρήχες. 
Κείνη τη χρονιά ένα κοπαδάκι τσιπουροπούλες έμπαινε κάθε τόσο στο μικρό και αβαθές λιμανάκι και τσιμπάγανε της τρελλής. Μαζί μ' αυτές  πέφτανε και λίγες μισόκιλες, καμμιά φορά και πιο μεγάλες. Ησαντε τόσες πολλές που δεν υπήρχε λόγος γι' ακριβά δολώματα απ' την πόλη όπως  τσουτσούνι χαλκιδέϊκο ή φαραώ, αγόραζαν παστή σαρδέλλα στη λαδόκολα από το μπακάλικο που ήτανε δυο βήματα. Αν βέβαια δεν ήταν τόσες πολλες οι τσιπούρες η σαρδέλλα δεν θα φτούραγε, θα τη διέλυαν τα μικρά σπαράκια και τα γύλια, τότε όμως και πολλές τσιπούρες υπήρχαν και μαλαγρωνότανε ο τόπος  από τη μυρωδιά του παστού.
Εριχνε διπλαράκι, δυό παράμολα μ' αγκιστράκια κι ένα βαριδάκι στο τέρμα της μεσσηνέζας, περίπου στα δέκα μέτρα από την ακτή, οι τσιπούρες βαράνε και με κόσμο στην ακτή, δεν έχουν πρόβλημα όπως τα λαβράκια που δεν τρώνε άμα βλέπουνε κόσμο μέσα απ' το νερό.
Κείνη τη δόση έφερνε δυο τσιπούρες μαζί κι ήταν κι οι δυό μεγαλούτσικες. Η τσιπούρα όταν πιαστεί του δίνει δρόμο λοξά και φέρνει γερή κόντρα. Σαν πλησιάσει την ακτή κάνει την ψόφια και δίνει τα ρέστα της στο ξενέρωμα όπου αν πετύχει μπόσικη την πετονιά ή το αγκίστρι, ξεφεύγει. Τούτες τράβαγαν η μια δεξιά κι η άλλη αριστερά κι ερχότουσαν σαν καταμαράν χαράσσοντας δυό παράλληλες γραμμές στην θάλασσα, ήτανε θέαμα που δεν τόχε ξαναδεί. Σαν τις έφερε κοντά αναγκάστηκε να τραβήξει το παράμολο με τη μία για να τη ξενερώσει δίνοντας κάποιο περιθώριο στην άλλη που το εκμεταλλεύτηκε καταφέρνοντας να ξαγκιστρωθεί. Εμεινε με τη μισή ικανοποίηση, ναι μεν είχε την εμπειρία να φέρνει δυο τσιπούρες μαζί αλλά δεν κατάφερε να τις βγάλει και τις δύο.

Μιαν άλλη μέρα, πιτσιρικάς κι άπειρος ακόμη κατέβηκε για ψάρεμα μετά από μπουρίνι. Η θάλασσα για πολλά μέτρα κοντά στην ακτή είχε το ίδιο χρώμα με τα χωράφια, δεν έβλεπες πάτο ούτε σε τρεις πόντους νερό. Είχε ακούσει για το ψάρεμα σε θολά νερά πως φέρνει μεγάλα ψάρια και είπε να δοκιμάσει τη τύχη του με τις λίγες σαρδέλλες που του είχαν περισσέψει. αυτή τη φορά δεν έκοβε τη σαρδέλλα σε μικρά κομμάτια όπως έκανε όταν ψάρευε τις λιγδοπούλες αλλά δόλωνε μισή ατζούγια σε κάθε αγκίστρι. Είχε περάσει πάνω από ώρα χωρίς τσίμπημα όταν βαριεστημένος άρχισε να τυλίγει τη πετονιά του στο φελλό. Σαν τέντωσε η πετονιά δεν ερχότανε και νόμισε πως κάπου πιάστηκε. Τράβηξε με δύναμη να τήνε κόψει κι αυτή άρχισε νάρχεται σιγά και παράλληλα μ΄αυτόν γύρω στα πέντε μέτρα αριστερά του. Στο μουράγιο στα πέντε μέτρα αριστερά του ήταν δεμένη η βάρκα ενός οκταποδολόγου και υπέθεσε πως το βαρίδι του μπλέχτηκε στο σκοινί του ρεμέντζου της βάρκας και γι αυτό ερχότανε αργά και με τέτοια πορεία. Εξακολουθούσε να τραβά ζόρικα την πετονιά που ερχότανε σιγά σιγά μέχρι που έφτασε μπροστά από την πρύμνη της βάρκας και δεν ερχόταν άλλο.
" Κάπου θα μπλέχτηκε", σκέφτηκε  και με  τη πετονιά στο χέρι πήδηξε μέσα στη βάρκα του οκταποδολόγου, είχε το θάρρος, τον ήξερε. Σκύβοντας και τραβώντας τη πετονιά κατάλαβε πως είχε ψάρι επάνω. Τρελλός απ' τη χαρά του προσπάθησε να το σηκώσει. Μέσα από τη λασπωμένη θάλασσα φάνηκε ένα πελώριο μάγουλο τσιπούρας με το χαρακτηριστικό κόκκινο σημάδι στο τέλειωμα  της μαύρης γραμμής του κεφαλιού. Το υπόλοιπο σώμα ακολουθώντας λίγο πιο κάτω την καμπύλη κίνηση του ψαριού δεν φάνηκε στά λασπόνερα. Την ίδια στιγμή η πετονιά που κρατούσε στο χέρι του ήτανε πλέον πολύ ελαφριά, δεν είχε ούτε παράμολα, ούτε βαρίδι, ούτε ψάρι.
Αρχικά ήταν η έκπληξη. Μετά το μάτι του έπεσε δίπλα , στην απόχη του οκταποδολόγου που σαν να τον κοίταζε ειρωνικά. Αν είχε τη ψυχραιμία μόλις κατάλαβε πως είχε ψάρι να μην τραβήξει αλλά να σκεφθεί πως θα το βγάλει, ίσως... από την άλλη όμως πως να χρησιμοποιήσεις μιαν απόχη στα τυφλά ; ούτε δυό πόντους κάτω από την επιφάνεια δεν μπορούσε να δει, τόσο λασπωμένη ήτανε η θάλασσα.

Αυτή τη γεύση, τη στιφάδα στο στόμα, την ένοιωσε πολλές φορές στη ζωή του ακόμα. Ηταν οι φορές που έβλεπε το όνειρο να πλησιάζει την πραγμάτωσή του και τελικά να βγαίνει απατηλό. Οταν διάβασε τον Γέρο και τη θάλασσα του Χεμινγουέη κατάλαβε πως τα όνειρα είναι φτιαγμένα πάντοτε πέρα από τις ικανότητες μας, αλλιώς δεν είναι όνειρα αλλά γεγονότα.

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Τα ιερά και τα όσια


Προτεινόμενο τραγούδι το Ενα μεσημέρι στης Ακρόπολης τα μέρη... (Ξαρχάκος)



Εχω αρκετά πράματα που είναι ιερά και άλλα τόσα που είναι όσια δηλαδή ιερά βήτα κατηγορίας ή άγουρα άγια αφού ο όσιος αγιάζει μετά από 20, 30, 40 χρόνια δεν θυμάμαι ακριβώς, κάποιος θα το ξέρει - βαριέμαι να ψάχνω ή να ρωτάω την Ιερά Σύνοδο, αρμόδια επί των αγιοποιήσεων.
Οχι άγια δεν έχω, όλα κι' όλα !
Δύσκολο όμως είναι να πετύχεις κάτι που να είναι συγχρόνως ιερό και όσιο. Το μόνο πράγμα που ήξερα έως τώρα ιερό και όσιο συγχρόνως ήταν μια γκόμενα την οποία παράτησα ή με παράτησε εδώ και πολλά χρόνια- που να θυμάμαι πότε, ούτε το όνομά της δεν θυμάμαι. Από τότε όλοι μου λένε ότι δεν έχω ούτε ιερό ούτε όσιο και είναι πλέον θέμα γραμματικής να τους εξηγώ ότι έχω ιερά (όπως παραδείγματος χάριν ο ΠΑΟΚ ) και όσια όπως ο φίλος μου ο Λουκάς, από ένα χωριό της Βοιωτίας που μου διαφεύγει το όνομα του αλλά έχει μια ξακουστή (βυζαντινή) μονή, μόνο που κανένα ιερό δεν είναι ταυτόχρονα όσιο και τούμπαλιν όπως εκείνη η γκομενίτσα που σας έλεγα, θα το θυμηθώ το όνομά της, που θα μου πάει !
Τώρα θα μου πείτε πως και μούρθε να τα γράψω όλα αυτά...να...για ιερά και όσια συγχρόνως έψαχνα και ο ιερός ο βράχος της Ακρόπολης πρέπει να είναι η αιτία. Οπως τον κοιτάζω μου θυμίζει κείνη την γκομενίτσα που λέγαμε, την παλιά και ξεχασμένη ιστορία που δεν θυμάμαι ούτε το όνομά της. Κάπως έτσι στον χώρο της Ακρόπολης τα μνημεία έχουνε χάσει τα ονόματά τους, τους βάλανε αυθαίρετα άλλα ονόματα -πιασσάρικα, τουριστικά μερικές φορές- ίσως γι' αυτό ποτέ κανείς δεν είπε άγιο τον βράχο της Ακρόπολης. Μήπως το ίδιο δεν συμβαίνει με τις ξεχασμένες γκόμενες ; Η τάδε η έτσι την λέγαμε στην αρχή, η αλλιώς στην συνέχεια και καταλήγουμε στο η γλυκο... συμπληρώνουμε ανάλογως προσόντων και αν θυμηθούμε το όνομά της ανακαλύπτουμε πόσο ταιριαστό ήταν με κάποιο σημείο του σώματος της ή κάποιο εσώρουχό της αν τυγχάνουμε φετιχιστές. Αλλά μη μου πείτε πως ο βράχος δεν είναι συγχρόνως και όσιος με τόσα που έχει τραβήξει. Κάθε πικραμένος βλέπει εκεί ότι θέλει, άλλος το σύμβολο της ανθρωπότητας, άλλος γεωμετρία, άλλος αρμονία, άλλος εγκατάλειψη από ανθρώπους, άλλος την εγκατάλειψη των ανθρώπων. Σαν το παλιό το γκομενάκι που δεν θυμόμαστε αν μας άφησε ή το σουτάραμε εκεί στην άκρη του γκρεμού της Μαίρης και του Μιμίκου ή μήπως πέσαμε μαζί ; Βρε πως την λέγανε, πως την λέγανε, θα το θυμηθώ, που θα μου πάει...
Στον βράχο της Ακρόπολης άλλος βλέπει τους σύγχρονους, τουρίστες και ντόπιους, αλλος οραματίζεται τους Αθηναίους της χρυσής του Περικλέους εποχής κι' άλλος τον Μοροζίνη να την καταστρέφει, γεγονός που πλέον αμφισσβητείται έντονα από τους ιστορικούς, πάλι ίδια κι' απαράλλακτα με το γκομενάκι σαν βυθιζόμασταν στα μάτια του. Πότε το βλέπαμε σαν ορεκτικό, πότε σκαλί για την επόμενη γκόμενα και πότε αρνιόμαστε να πάρουμε την ευθύνη σαν στράβωναν τα πράγματα. Δεν είχε γίνει ακόμα το νέο Μουσείο της Ακρόπολης, ούτε είχαν νομιμοποιηθεί οι εκτρώσεις, υπήρχε πολιτισμός αλλά δεν είχε "εκσυγχρονισθεί" ακόμη όπως σήμερα. Είναι και κείνο το κτίριο πιο δίπλα από τον Παρθενώνα, σαν βεσπασιανή έγραψε ο μακαρίτης ο Πετρόπουλος και έφυγε στο Παρίσι. Το γκομενάκι δεν μάθαμε ποτέ μας που πήγε, ξέραμε όμως τα ονόματα από τα τοπ μοντέλλα που φωτογραφιζότουσαν στον βράχο τον ιερό, μόνο εμείς -οι γνώστες- τον βλέπαμε και όσιο συγχρόνως, ήταν το πλεονέκτημά μας και μαζί η αιτία της συμφοράς μας, η αιτία της διαφορετικότητας μας.

Νοιώσαμε μέσα μας ένα κενό κι' υστερα όλα χάθηκαν σαν το άγαλμα της Αθηνάς μέσα απ' το ναό.
Αθηνά...όχι δεν το λέγανε έτσι το γκομενάκι...Θα το θυμηθώ...ίσως...σαν τα κενά της μνήμης μας χάθηκε τ' άγαλμα...ίσως...Ισις...



Προτεινόμενο τραγούδι τοI married Isis on the fifth day of May ... (Dylan)

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Ιστορίες με αλάτι... (1)


Δεν του άρεσαν οι ρηχές παραλίες, εκεί που το κύμα σβήνει γλυκά στην αμμουδιά. Ηθελε βράχια χαμηλά νάναι το σύνορο ανάμεσα από την ξηρά και το υγρό στοιχείο και μόνο το παιχνιδιάρικο το κύμα να καταργεί το σύνορο με τις μικρές σταγόνες. Τότε, σαν οι σταγόνες βρίσκανε λακούβα πλατειά και χαμηλή, με τον καιρό και με τον ήλιο αλάτι γίνονταν, πιο αλμυρό και γευστικό απ' τα συνηθισμένα κι αλλιώτικα κρυσταλλωμένο. Το μάζευε πιτσιρικάς τα καλοκαίρια και τόγλειφε τις κρύες μέρες του χειμώνα, τότε που δεν περπάταγε στ' αγαπημένα βράχια, τόχε πολύτιμο για να το χαραμίσει στο φαΐ.

Μεγάλος τώρα, με πίεση αρτηριακή και συμφραζόμενα δεν έβαζε αλάτι στο φαΐ του μα κάθε φορά που τόβρισκε ανάμεσα στα βράχια, μάζευε λίγο με τον δείκτη ή με τον δάκτυλο τον μέσο και τόγλειφε να θυμηθεί τη γεύση του. Ετσι και τώρα έβγαλε ένα κομματάκι.

Sapore di sale....                                      
un gusto un po amaro di cose perdute    
( μια γεύση από αλάτι...μια επίγευση λίγο πικρή για όσα χάθηκαν )

Σ'αυτά που χάθηκαν κι ο Μπαρμπαντρέας, ο ψαράς, Σμυρνιός την καταγωγή και πολλά μορφωμένος περί την ψαρική την τέχνη, ήρθε με την μικρασιατική καταστροφή και ρίζωσε στον τόπο. Εμενε λίγα σπίτια παραπέρα από το δικό του κι ήταν ο πρώτος που τον πήρε στην βάρκα του να τον μυήσει στης θάλασσας τα κόλπα, θάταν δεν θάταν έξη χρονών. Βαρκάκι εξάπηχο χωρίς μηχανή, μόνο λατίνι και κουπί είχεν ο Μπαρμπαντρέας και μ' αυτό όργωνε τις ψαροτοπιές του κόλπου εκτελώντας τις παραγγελιές της γιαγιάς του : 
"Τι θέλεις κυρά-Λένη ; Συναγρίδα θέλεις ή κάνα ροφό ; Μην πάλε πεθύμησες αστακό ; Πες μου εσύ τι θες κι αύριο θα τόχεις ".
 Τα χρόνια του πενήντα, τα νερά ήσαντε ατρύγητα κι αν ήξερες μέρη κι εποχές πήγαινες για στείρες και ροφούς με τη συρτή ή για σαργούς και λεθρίνια με το παραγάδι ή και για χανόπερκες μεγάλες με την καθετή. Αυτό το ψάρεμα έκανε με τα πιτσιρίκια όποτε τάπαιρνε μαζί του, ήταν το πιο εύκολο και το πιο κοντινό. Πρώτα πλάνευε κανένα μικρό χταποδάκι μέσα στο λιμάνι, τόκοβε κομματάκια για δόλωμα και μετά έλαμνε μέχρι τον τόπο κι αμόλαγε τις καθετές. Σκληρό δόλωμα το χταπόδι, το τσιμπάγανε τα γύλια μα δεν έφευγε απ' τ' αγκίστρι μέχρι νάρθει η πέρκα  ή ο χάνος με το μεγάλο στόμα και να το καταπιεί. Καμιά φορά πιανότανε και καμιά τσιπούρα μεγάλη κι ήθελε τέχνη να την βγάλεις επάνω με την λεπτή την μεσηνέζα και το μικρό τ' αγκίστρι. Τον είχε δει να παλεύει κοντά μια ώρα με μια ίσαμε δυο οκάδες πράμα, μέχρι να την σκάσει και να την βγάλει φούσκα στον αφρό απ' όπου την εμάζεψε με την απόχη.
Σαν τέλειωνε το ψάρεμα, έβαζε τα ψάρια στο καλάθι και πέρναγε πρώτα απ' την γιαγιά του να διαλέξει ποιά ήθελε και μετά πήγαινε στον μανάβη για πούλημα. Δεν ήταν μόνο η εκτίμηση που είχε στην γιαγιά του αλλά και η ανάγκη : άνυδρο το μέρος και τα πηγάδια γλυφά, μόνο όσοι είχανε στέρνα πίνανε γλυκό νερό και διατηρούσανε τις γλάστρες με τις ορτανσίες και τις μπιγκόνιες, το γλυφό νερό τις ξέραινε. Ο Μπαρμπαντρέας έστελνε τη γυναίκα του τη θειά Βιολέττα με τον κουβά όποτε είχε ανάγκη από γλυκό νερό κι η υποχρέωση ήταν μεγάλη. Η στέρνα ήταν στο υπόγειο του σπιτιού, βαθειά μέσα στο χώμα, μ' ένα μικρό χέλι μέσα και πλάκες από μέταλλο για την υγεία του νερού. Δροσερό έβγαινε το βρόχινο νερό που μάζευαν τα κεραμίδια του σπιτιού κι ακούγονταν ήχοι απόκοσμοι από την ηχώ του χώρου σαν χτύπαγε  το χαρανί στα πέτρινα τοιχώματα κατά την διαδρομή του.

Σαν έφτασε η δεκαετία του εξήντα τα βαρκάκια απέκτησαν μηχανή και οι ψαράδες πληθύνανε. Επιασε κι ο κόσμος λεφτά κι άρχισε να ζητάει ψάρι σαν πιο υγιεινή τροφή. Γέμισε ο τόπος δίκτυα και παράνομους "ευκόλου αλιείας" όπως λέγανε οι λιμενικοί όσους ψαρεύανε με δυναμίτη ή φλόμο. Ηρθε κι η τράτα κι έσκαψε το βυθό του κόλπου χαλνώντας προαιώνιες ψαροφωλιές και τόπους όπου γένναγαν τα καλαμάρια. Το ψάρι λιγόστεψε κι ο Μπαρμπαντρέας βάρυνε κι έβαλε συνεταίρο και γραμμάτια σε βάρκα μεγαλύτερη, με ντήζελ μηχανή. Ξανοίγονταν τώρα σε τόπους πιο μακρινούς γιατί στα κοντινά τα μέρη ήσαντε πολλά τα εργαλεία και το ψάρι λιγοστό. Τα μάτια δεν τον βοηθάγανε πολύ πιά, ούτε τ' αφτιά του, άρχισε νάχει περισσότερη εμπιστοσύνη σε όνειρα κι οράματα παρά σ' αυτά που έβλεπε μεσ' στην θολούρα του καταρράκτη του ή άκουγε στο βουητό των  αφτιών του.
Ενα πρωΐ σαν ξύπνησε, νωπή είχε ακόμα την μνήμη απ' τ΄όραμά του, μια μαυροντυμένη άγια γυναίκα τούπε να ρίξει τα δίχτυα του στα βαθειά νερά, σε μέρος πούχε βούρκο. Ο Μπαρμπαντρέας ήτανε σίγουρος πως η Αγία Παρασκευή είχε έρθει στ' όνειρό του. Ο συνεταίρος του ούτε ν' ακούσει δεν ήθελε, θα πάει χαμένη η μέρα κι ο κόπος, έλεγε. Ιδρωσε να τον πείσει ο Μπαρμπαντρέας αν κι αυτός ήξερε πως στον βούρκο ψάρι δεν πολυπερπατάει αλλά είχε εμπιστοσύνη στ' όνειρο. Βαρειά ερχόντουσαν τα δίκτυα και τα συνεταιράκια απορούσαν τι ψάρια νάχανε πιάσει στην βουρκάδα, μέχρι να τα βγάλουν στην επιφάνεια. Ούτε στα πιο τρελλά ονειρά τους δεν τόχαν φανταστεί ! Καμμιά διακοσαριά αστακοί ήταν μπλεγμένοι στα μανά τους. Δεν ήταν δυνατόν να γυρίσουν στο χωριό με τέτοια ψαριά, ξανάριξαν τα δίχτυα τους στον τόπο και τράβηξαν για την μεγάλη πολιτεία, τρείς ώρες με την βάρκα, να ξεπουλήσουν. Γύρισαν πτώμα και γεμάτοι λεφτά. Την επόμενη μέρα τα ίδια. Αλλοι διακόσιοι αστακοί περίμεναν να τους ξεψαρίσουν από τα δίχτυα, ξαναπήγαν στην πολιτεία για πούλημα και τα γραμμάτια ξεπληρώθηκαν. Την τρίτη μερα μια δυσάρεστη έκπληξη τους περίμενε : όλος ο τόπος ήταν ζωσμένος με δίχτυα, οι άλλοι ψαράδες κάτι μυρίστηκαν. Για λίγες μέρες ακόμα η περιοχή έβγαζε ακόμα αστακούς, όχι διακόσιους την φορά αλλά πολύ λιγότερους, μετά σταμάτησε. Ηταν μια κάποια πληθυσμιακή έκρηξη στην περιοχή που δεν επαναλήφθηκε ποτέ ξανά, όσο ο Μπαρμπαντρέας έριχνε τα δίχτυα του, μέχρι να τον πάρει ο Χάρος. Ούτε από άλλους ψαράδες ξανακούστηκε τέτοιο περιστατικό.

Το θαλασσινό αλάτι έλιωσε μέσα στο στόμα του. Η θάλασσα είχε πάρει το σκούρο χρώμα της, αυτό που ταίριαζε με τις αναμνήσεις του και με την επίγευση τ' αλατιού. Πήρε τον δρόμο του γυρισμού.

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Είχε ένα όνειρο

.

Είχε ένα όνειρο χωρίς να είναι ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Ούτε κατά διάνοια, εξ άλλου το όνειρό του αφορούσε τον εαυτό του και λίγους ακόμα ανθρώπους και όχι μεγαλεπήβολα σχέδια. Απλά αυτό το όνειρο «έπαιζε» πολύ συχνά στον ύπνο του, όλα τα δεδομένα και οι συνθήκες του ονείρου  του ήταν πλέον πολύ οικεία.
Εβλεπε το σπίτι του στο μέσον μιας ανηφόρας, πιο κάτω η πλατεία είχε μετασχηματισθεί σε λίμνη ή θάλασσα, ήταν αρκετά μακριά για να έχει άποψη. Προς την άλλη μεριά, την ανηφόρα, δεν κοίταζε ποτέ, τον κούραζε ακόμα και η εικόνα της. Η κλίση ήταν τόσο μεγάλη που ακόμα και η παραμονή σ’ ένα σημείο σταθερό ήταν προβληματική. Όλα κυλούσαν αργά προς τα κάτω σ’ αυτόν τον δρόμο, ευτυχώς τα σπίτια μένανε γερά προσκολλημένα στο πεζοδρόμιο. Εβλεπε τα πάντα απ’ το παράθυρό του, τον Οδυσσέα, πονηρά γυμνό κι’ ελαφρωμένο απ’ όλα να γλυστρά προς τα πάνω, μετά να αφήνεται να κατρακυλίσει και μετά ξανά, σαν να έκανε σκι, να ανεβαίνει πίσω την ανηφόρα. Αντίθετα ο θεϊκός Αχιλλέας μάζευε με ευλάβεια ότι εύρισκε πεταμένο στην άκρη του δρόμου και βάραινε συνέχεια. Η μεγάλη του δύναμη δεν έφτανε να νικήσει την βαρύτητα του πεπρωμένου του, κυλούσε αργά αλλά σταθερά για την Λίμνη της Λησμονιάς.
Εντείνοντας την προσοχή του παρατήρησε πως ο δρόμος μπροστά του  ήταν στην πραγματικότητα ποτάμι, ίσιο, εντελώς ρηχό και κατηφορικό πολύ, χωρίς όμως να χάνει την ομαλή ροή του. Μόλις ο Αχιλλέας έφθανε στο τέλος του δρόμου και χανόταν στο υγρό στοιχείο της πλατείας, ένας καινούργιος πρόσκαιρος  Αχιλλέας εμφανιζότανε  στο ύψος του σπιτιού του. Ο Οδυσσέας, ο  αιώνια επαναλαμβανόμενος Οδυσσέας - κι’ ας μην ήταν θεϊκός – εμφανιζόταν με το μονόξυλο από ψηλά και εκεί που νόμιζες ότι θα φτάσει στην λίμνη, πέταγε κάποιο απ’ τα πράγματά του και κέρδιζε υψόμετρο. Όταν πέταγε και τα ρούχα του τότε μπορούσε άφοβα να νικήσει τους νόμους της βαρύτητας, το διασκέδαζε χορεύοντας, ενώ ο Αχιλλέας φορτωμένος τις κουμπάνιες του δεν μπορούσε πια ν’ αντισταθεί στο πεπρωμένο του, κυλούσε μπρούμυτα με τα δάκτυλά του να μην μπορούν να αγκιστρωθούν σε  κάποια  εσοχή, σ’ ένα εξόγκωμα, για να τον συγκρατήσουν
.
Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει την ταυτότητά του, ποιος ήταν στο όνειρό του. Παρέμενε βέβαια πάντοτε μέσα στο σπίτι κι’ έβλεπε τα πάντα απ’ το παράθυρό του αλλά δεν ήταν σίγουρα ο Εκτορας, ούτε ο Αγαμέμνονας, μάλλον δεν ήτανε αυτής της εποχής, για σύγχρονος περνιόταν, ο χρόνος μπλέκεται περίεργα στα όνειρα. Πάσχιζε να καταλάβει τι δουλειά είχε με τον πόλεμο τον Τρωικό και  τους πολέμαρχούς του αλλά δεν τούβγαινε.
 Πάλι γιατί δεν έβλεπε Τρώες ;  ούτε μάχες ; ούτε το Ιλιον ;
Ούτε τα πλοία των Ελλήνων τραβηγμένα έξω στην άμμο.
 Γιατί ;

Μόνο πυκνά συχνά, σαν έκλεινε τα μάτια, βρισκότανε στο παράθυρο στο σπίτι του, το σύγχρονο σπίτι του, στο μέσον αυτής της ανηφόρας μ’ ένα λεπτό στρώμα νερού να σκεπάζει την επιφάνειά της κι’ αγωνιούσε να βρει την ταυτότητα του.
Όταν κουραζόταν από τις σκέψεις του ξύπναγε να ξεκουρασθεί.
Μερικοί δεν το κατάλαβαν ποτέ αυτό.

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

Σαράχ !






Η Σάρα είχε μαζέψει τις μπογιές της στο κουτί τους κι ετοιμαζότανε να φύγει όταν τον είδε. Αναταράχτηκε. Ελάχιστα πιο πριν ένοιωθε κουρασμένη και ελαφρά ενοχλημένη.   Aπό τις επτά το πρωΐ, έχοντας πιεί μόνο ένα ποτήρι γάλα ζωγράφιζε. Ηταν καθισμένη στο παγκάκι μ΄ έναν τρίποδα μπροστά της, δέκα μέτρα από την θάλασσα, κάτω από ένα πεύκο και τώρα κόντευε δώδεκα. Τα χρώματα στην παλέτα της είχαν εξαντληθεί, σπάνιο πράγμα γι' αυτήν συνήθως έφευγε μετά τις εννιά, ήθελε όμως να του δώσει ακόμα μια ευκαιρία. Της είχε πει πως θα επέστρεφε αυτό το σαββατοκύριακο και είχε καρφωθεί στο σημείο που της πρωτομίλησε, περιμένοντάς τον.



Τυπική εγγλέζα του νότου η Σάρα, μόνο το μικρό στήθος της χαλούσε την παράδοση, είχε συνδυάσει έξυπνα την δουλειά της με τις διακοπές. Είχε εξασφαλίσει μέσω κάποιων γνωστών της δωρεάν διαμονή για δυο μήνες σ' ενα ωραίο παραθαλάσσιο μέρος όπου ζωγράφιζε καθημερινά  τοπία που θα τα πούλαγε στην επόμενη έκθεσή της. Είχε τελειώσει αρκετά έργα όταν άρχισε να συνειδητοποιεί πως υπήρχαν κι άλλες ανάγκες. Η συχνή επαφή με την θάλασσα, ο ήλιος, ο μεσογειακός αέρας, η καυτή άμμος την έκαναν να θέλει να πλέξει και ένα ρομάντζο στα πενήντα της, ο δε Λωτ- έτσι τον έλεγαν- θα ήταν ότι έπρεπε. Ο Λωτ είχε την γενειάδα που πάντα ήθελε η Σάρα, βέβαια δεν πίστευε  πως ένα μικρό χελιδόνι μπορούσε να βγει από κει μέσα, δεν ήταν τόσο ωραίος για να τον ερωτευθεί, απλά ήταν ο μόνος που της έδειξε κάποιο ενδιαφέρον.



Ο Λωτ είχε όντως ξανάρθει στο χωριό αλλά το πρωΐ του Σαββάτου δεν την θυμήθηκε και πήγε για ψάρεμα όπως έκανε πάντα. Είχε γυρίσει σπίτι του και πίνοντας τον δεύτερο  καφέ της ημέρας  σκεφτότανε σε ποιό μέρος να πάει για μπάνιο, όταν ξαφνικά το μυαλό του γύρισε στην Σάρα. Κοίταξε το ρολόϊ του, κόντευε δώδεκα. "Πολύ αργά" σκέφτηκε αλλά θέλοντας να φανεί συνεπής στα λόγια του ξεκίνησε να πάει εκεί που την είχε πρωτοδεί. Θυμότανε αμυδρά το πρόσωπό της αλλά πολύ έντονα τα μαλλιά και την επιδερμίδα της. Δεν είχε βγει ποτέ μέχρι τα εξήντα του με κοκκινομάλλα και τόχε απωθημένο αυτό το χρώμα στο μαλλί, μα  και τις διάσπαρτες φακίδες στο πρόσωπο.



Την είχε προσέξει την προηγούμενη Κυριακή να ζωγραφίζει καθισμένη στο παγκάκι, την είχε μελετήσει απ' όλες τις πλευρές με την ησυχία του καθώς ήταν απορροφημένη στην δουλειά της.  Αποφάσισε πως ήταν πολύ κοντά σ' αυτό που του ταίριαζε. Την πλησίασε ευγενικά με μια μοναδική επιφύλαξη μη τυχόν του βγει καμιά ψηλή, όλα κι όλα στις γυναίκες προτιμούσε πάντα τις μικρόσωμες. Οταν η Σάρα, με το ενάμισυ της μέτρο, σηκώθηκε να συστηθούνε, του φάνηκε σαν να  είδε μια λεωφόρο στρωμένη με τριαντάφυλλα, ήτανε βέβαιος πως μια καινούργια σελίδα θα άνοιγε στην ζωή του. Τώρα βέβαια, στο δρόμο για το παγκάκι της, δεν ήταν καθόλου σίγουρος γι αυτό, η αυτοπεποίθηση και τα αισθήματα είναι πολύ ευμετάβλητα στις μεγάλες  ηλικίες. Τελικά όμως  καρδιά του πετάρισε μόλις διέκρινε τα συμπράγκαλά της κάτω από το δένδρο.



Οταν ο Λωτ ξαναπλησίασε την Σάρα δεν άνοιξαν οι ουρανοί ούτε σκίστηκε η γη. Κατά μείζονα λόγο δεν ακούσθηκε κάπου μια φωνή από ψηλά και δεν φάνηκε κάποιο άλλο σημάδι. Πλέοντας στην αμηχανία του την ρώτησε αν γράφει τ' όνομά της μ' ένα "h" στο τέλος ή όχι και χάρηκε από την καταφατική απάντησή της, από μέσα του θα την έλεγε πάντοτε Σαράχ, όπως μια φαντασίωσή του.  Με τα μάτια καρφωμένα στο χώμα για να μη προδοθεί η ταραχή του, κανόνισε στα γρήγορα ένα ραντεβού για το βράδυ να φάνε στον κήπο του. Και για την Σάρα αυτή η γρήγορη διευθέτηση ήταν σαν λύτρωση από την δικιά της κούραση κι αμηχανία. Δεν είχε ενδοιασμούς να πάει στο σπίτι του με την πρώτη, τον είχε κόψει για εντάξει άνθρωπο, εξ άλλου είχε πάρει και τις πληροφορίες της από τους γείτονες τις προηγούμενες μέρες.



Σήκωσε γρήγορα τα πράγματά της και ξεκίνησε για το σπίτι της να ξεκουρασθεί. Είχε τονωθεί το ηθικό της που ήρθε και της άρεσε που τον έλεγαν Λωτ. Δεν ήταν βέβαια αδερφός του πρώην άντρα της, του Εϊμπ, αλλά ήταν μια βολική σύμπτωση γιατί αυτό που είχε αποφασίσει να κάνει η Σάρα το έβλεπε σαν αναδρομικό κεράτωμα και τι καλύτερο όταν και το όνομα ακόμα τύχαινε να είναι σχετικό.



Ο Λωτ μέσα στη θάλασσα σκηνοθετούσε το ραντεβού του με την Σάρα στον κήπο . Έψαχνε την καλύτερη λύση πως να την πλησιάσει, χωρίς επιτυχία.  Τελικά αποφάσισε να το αφήσει στο ένστικτό του και βάλθηκε να μαζέψει τα θαλασσινά μεζεδάκια για το βράδυ, φούσκες, κυδώνια κι αχινούς, αυτό τον ηρέμησε.



Την είδε να κατεβαίνει τα σκαλιά όπως ερχόταν προς το μέρος του. Του άρεσε έντονα η εικόνα της, το ανάλαφρο  ντύσιμο της, τα απαλά χρώματά της. Δίνοντάς του το χέρι  του χαμογέλασε ζεστά και τότε την φίλησε στα πεταχτά στα χείλη, ζήτησε όμως την άδεια της για να χαϊδέψει τα μαλλιά της. Του ξαναχαμογέλασε μ' ένα καταφατικό νεύμα. Περπατώντας δίπλα-δίπλα, με τα χέρια τους να κάνουν τις πρώτες αναγνωριστικές μικροεπαφές, συζήταγαν διάφορα πράγματα μέχρι να φτάσουν στον κήπο του. Ένα τραπεζάκι και δυο καρέκλες κάτω από την κρεβατίνα τους περίμεναν. Τα θαλασσινά και το ουζάκι ανέλαβαν μετά τα περισσότερα. Ακούγονταν συνέχεια επιφωνήματα θαυμασμού από τον Λωτ για την ομορφιά της και από την Σάρα για τους μεζέδες, Τα ποτηράκια άδειαζαν με ταχύ ρυθμό, τα βλέματα άρχισαν να βαραίνουν και τα κορμιά τους πλησίασαν. Έχοντας πάρει την απόφασή της η Σάρα, της ήταν αδιάφορο τι σκεφτόταν ο Λωτ γι αυτήν αλλά όταν οι παλάμες του χαϊδεψαν τον λαιμό της, πριν αναπόφευκτα κατέβουν παρακάτω, τον κοίταξε σοβαρά προσπαθώντας να μαντέψει αν προσποιείται ή αν πραγματικά του άρεσε τόσο πολύ. Ο Λωτ κάπου έπιασε την σκιά στο βλέμμα της.

 " Είσαι όμορφη, για μένα είσαι η πιο όμορφη και δεν με νοιάζει καθόλου  αν το στήθος σου λόγω ηλικίας έχει πέσει, θα μου αρέσει περισσότερο έτσι γιατί θάναι πιο φυσικό και πιο ταιριαστό με τα χρόνια σου" της ψιθύρισε. "Αλήθεια ;" ξεφώνισε χαρούμενη η Σάρα. Έβαλε τα χέρια της μέσα στο πουκάμισό της και απελευθερωμένη τα έβγαλε μαζί με το σουτιέν της.



Δεν το ξανάβαλε ποτέ, μέχρι να χωρίσουν οι δρόμοι τους.


Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Περί έρωτος και ...ούφο




Κάθε άνοιξη φουντώνουν οι συζητήσεις περί έρωτος, χιλιάδες απόψεις και γνώμες διατυπώνονται για το τι είναι έρωτας, καθένας με τις εμπειρίες του εξ ιδίων κρίνει
Οι μόνοι που δεν ασχολούνται είναι οι...ερωτευμένοι, δεν έχουν καιρό για υπαρξιακές και φιλολογικές συζητήσεις, ζουν την χρυσή εποχή τους.
Κατά την γνώμη μου ο έρωτας δεν είναι μετρήσιμος. Σίγουρα ο ερωτευμένος τρομάζει από τον ίδιο του τον εαυτό, τον οποίον ανακαλύπτει διαφορετικό από αυτό που νόμιζε. Προχωρόντας λοιπόν κάποια βήματα στο άγνωστο νομίζει ότι αυτό είναι ο έρωτας. Αν αργότερα έχει την τύχη να ερωτευθεί πιό πολύ, βλέπει ότι την πρώτη φορά δεν ήταν καν «ερωτευμένος» και ούτω καθ’ εξής. Και φυσικά κάποιος που δεν έχει φτάσει σε πιό ψηλό επίπεδο δεν μπορεί καν να διανοηθεί ότι υπάρχει. Ακουγα κάποτε μιά ηλικιωμένη να λέει ότι τον ερωτευμένο δεν τον κρατάς ούτε με αλυσσίδες μακριά από το ταίρι του. Τότε δεν την πίστευα, τώρα το ξέρω, αν αλυσσίδες λέμε οποιονδήποτε οικογενειακό, κοινωνικό ή επαγγελματικό δεσμό ή τεχνικές δυσχέρειες.
Δεν αντέχω εδώ να μην κάνω την σύγκριση με τα ούφο, κανένας ουσιαστικά δεν τα πιστεύει αν δεν τα δεί. Στην προσωπική μου εμπειρία είχα την τύχη να ασχολούνται τρεις μέρες οι εφημερίδες -είχε σημειωθεί και πτώση αντικειμένων στην Λαμία- οπότε αν είχα παράκρουση ήταν τουλάχιστον ομαδική- όχι τοπική, εγώ ήμουνα 100 χιλιόμετρα μακριά από την Λαμία.
Και τι έγινε μετά ;
Οτι και με τα ούφο, εξακολουθώ να ζω την ζωή μου μιά που διαπίστωσα μετά το σοκ των πρώτων ημερών ότι η ύπαρξή τους ουδόλως την επηρεάζει. Απλά τα ούφο δεν μπορώ (ή δεν ξέρω που) να τα ξαναβρώ ενώ τη γυναίκα που είχα ερωτευθεί μπορώ να την ψάξω αν θέλω. Αυτή την νοσταλγία των υπέροχων στιγμών μερικοί την θεωρούν πόνο, νομίζω ότι το βλέπουν κοντόφθαλμα, άπληστα και παιδικά, όλα τελειώνουν κάποτε.
Ισως και εγωϊστικά διότι ο έρωτας είναι μόνο αμοιβαίος, μοιραία κάποιος θα αποχωρήσει πρώτος οπότε τελειώνει αυτόματα και γιά τους δύο, όπως αυτόματα γενιέται Η μονόπλευρη επιθυμια δεν έχει σχέση με τον έρωτα, δεν πρέπει να συγχέεται μ’ αυτόν.
Ομοίως μερικοί κυνηγάνε την επανεμφάνιση των ούφο...

Ερωέω δηλαδή ρέω με ορμή είναι το αντίστοιχο ρήμα, όμως έχει και την (σοφή) έννοια του αποχωρώ, ακριβώς όπως κάνουν τα νερά.
Ερωή η αντίστοιχη θηλυκή λέξη, κάποτε σχεδόν όλες οι λέξεις είχαν τύπο και στα δύο γένη. Σημαίνει ορμή, σφοδρή επιθυμία αλλά και αποχώρηση, παύση
Ερος και έρως στην αρσενική και επικρατήσασα μορφή, κατά πολλούς συγγενής και η λέξη ήρως, λογικό σίγουρα μια που ο/η ερωτευμένος/η είναι ικανός γιά «ηρωϊκές» πράξεις.
Και λίγος Ηρόδοτος : «Ερος ος κάλλιστος εν αθανάτοισι θεοίσι»