Τι είναι και τι δεν είναι η διηγηματοποίηση

Καλώς ήλθατε

Η Διηγηματοποίηση είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τον εαυτόν της και την ελληνική γλώσσα.

Δεν είναι ο χώρος όπου θα ακούσετε υποχρεωτικά τις μουσικές προτιμήσεις του δημιουργού του ούτε θα βρείτε διαφημίσεις.
Δεν είναι ο χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού του.
www.gpointspoetry.blogspot.com για τα ποιήματα
www.gerimitiis.blogspot.com για τα καθημερινά

άτμα σαρβασαρίριναμ


Καθισμένος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο ακούω το σιγανοψιχάλισμα της βροχής και πίνω τον πρωϊνό καφέ μου. Καιρός μουντός, σύγνεφα βαριά που ο ήλιος δεν μπορεί να τα τρυπήσει. Ο καιρός στον νοτιά- θυελλώδεις έδωσε η μετεωρολογική- μα ο Κρισσαίος κόλπος ήρεμος, τον πιάνει ξώφαλτσα ο καιρός και φτιάχνει αυτό το βουβό, το ύπουλο κύμα που οι ναυτικοί το λένε σουέλι. Μες την αχλύ, μίλι μακριά μου προς τον Βορρά, μια στεριανή γλώσσα χωρίζει τον μυχό του κόλπου στα δύο. Ανταριασμένα φτάνουνε τα βουβά κύματα και σκάνε μ' ορμή στα πέντε, στα έξη μέτρα αψηλά μην και την κεφαλώσουν τούτη τη στεριά που μπήκε ανάμεσά τους. Πιο πίσω, σκάρτα αλλο ένα μίλι, δεν φαίνεται τίποτε από την παραλία της Κίρρας, ούτε ο Παρνασσός πιο πίσω, όλα βαμμένα στο ανοικτό γκρίζο πέπλο του χαμηλωμένου σύγνεφου.

Στο σπίτι μέσα, τα πάντα έχουν ένα διαφορετικό χρώμα από την έλλειψη του πρωϊνιάτικου ήλιου, ίσως και μια διαφορετική υφή, δείχνουν πιο πραγματικά, πιο ζωντανά, πιο κοντά σ' αυτό που ο τίτλος περιγράφει : άτμα σαρβασαρίριναμ, δηλαδή η ψυχή όλων των όντων που έχουνε σώμα. Μπορεί νάναι η απόχρωση της σκόνης σ' αυτό το λίγο φως που αφήνει να περάσει η βαριά συννεφιά, μπορεί νάναι η σωστή χρονική απόσταση της επιστροφής στο νερό της θάλασσας, μπορεί η γειτονοπούλα που βγήκε να τσεκάρει τον καιρό τυλιγμένη στο σεντόνι της και με τα μισά της κάλλη ακάλυπτα, μπορεί και η βαθειά αλήθεια της ινδικής μυθολογίας. Μπορεί. Ερχονται στιγμές που όλα τα πράγματα μοιάζουν νάχουν ψυχή και στιγμές που όλοι οι άνθρωποι γύρω μας μοιάζουνε να μην έχουν.
Σ' αυτό το φόντο ένα αμάξι κόκκινο μοιάζει έντομο και το δενδράκι δίπλα με πουλί, η αιώνια τοπική δεσποινίς μόνο προέκταση των ψηλοτάκουνών της λογίζεται κι οι λακκούβες του νερού παίζουνε πιάνο με τις στάλες της βροχής. Οι ήχοι, σιγαλοί και ανεπαίσθητοι, δεν έχουν σώμα, δεν μετρούν και δεν μετέχουν.
Μια ιδέα περισσότερο φως καθώς ο ήλιος ανεβαίνει και η γωνία πρόπτωσης αλλάζει. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύγνεφα άλλαξαν χρώμα προς το άσπρο και την πορεία τους στον ουρανό, τώρα ξεσέρνουν προς την Δύση, έστριψε ο καιρός. Τα κύματα με πιότερη μάνητα, πιο ευθυγραμμισμένα, βαράν στα κατακόρυφα τα βράχια της στεριάς. Βλέπω το γκρίζο αυτοκίνητο και τούτο έτοιμο μου δείχνει να πετάξει. Μια δεσποινίς στα δώδεκα, στα δεκατρία με τ' ασημένια της παπούτσια και το κολάν το μαύρο να χαράζει προκλητικά τα τορνευτά της πόδια, γεμίζει τ΄άδειο μου παράθυρο. Τα μαλλιά της ίσα, καστανόξανθα και λατρευτά πριν τα σαμπουάν και οι βαφές τα κάνουνε μαντάρα. Στ΄αφτί μου ο βόμβος από μια χαμπερίστρα με ξενίζει. Το έντομο με γυροφέρνει δυο φορές και κουρνιάζει στην εσοχή ενός κάδρου να βγάλει την μέρα του. Αναπόφευκτος ο συνειρμός με την ψυχή, πανάρχαια ονομασία για τις πεταλούδες.



Λατρεύω την σκέψη στην ανάπτυξή της, την αποτύπωσή της στο χαρτί. Ιδια κι' απαράλλακτα με την φωτογραφία της πρώτης μου γυναίκας ή κάποιους πίνακες του Mark Chagall...

Καλή σας ανάγνωση

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Μια μέρα τον χρόνο...

Χριστουγεννιάτικες Θεωρίες


Απογοητευμένος. Η μόνη λέξη που του ταίριαζε τόσο κι όμως κανείς δεν τολμούσε να του την αποδώσει. Ούτε ο καν ο μονογενής του, η βασική αιτία της απογοήτευσής του. Τόσες και τόσες φορές δοκίμαζε και ξαναδοκίμαζε μα κάτι δεν μπορούσε να ξεπεράσει κι' ας νόμιζαν όλοι ότι μπορούσε να κάνει τα πάντα. Κάποιο λάθος κάθε χρόνο επαναλαμβανότανε, άρχισε να σκέπτεται μήπως οφειλότανε στο ντι-εν-εϊ του που αναπόφευκτα μεταδιδότανε. Η μήπως έπρεπε να δοκιμάσει μ' άλλο λουλούδι ;
Σ' αυτά τα χώματα είχε αναγκασθεί να βάλει πολύ νερό στο κρασί του, πολύ ξεροκέφαλοι εκεί οι άνθρωποι βρε παιδάκι μου. Αναγκάσθηκε να μιμηθεί τις συνήθειές τους, όχι βέβαια σαν χρυσή βροχή, ούτε σαν ταύρος ή κύκνος αλλά σαν δαίμονας - μετά το αλλάξανε το όνομα άλλα τους θύμιζε, τον είπανε άγγελο. Αλλά από κηπουρική δεν είχε ιδέα. Εκεί στα ψηλά βουνά, στου Σινά τα μέρη, τίποτε δεν φύτρωνε, σαν ήρθε εδώ το πρώτο λουλούδι που είδε και του άρεσε έτυχε νάναι κρίνος. Δεν ήξερε πως κάθε χρόνο απ' το βολβό θα πεταγότανε ξανά και ξανά το άνθος του κρίνου, νόμιζε ότι άμα το κόψει μιά φορά πάει, τελείωσε. Η φυλετική μνήμη του φυτού όμως-κάτι απ΄αυτά τα χώματα θάχε πάρει - πανίσχυρη κι' ενισχυμένη με καινούργιες εμπειρίες έψαχνε τον αγγελό της, απαιτούσε και τον έβρισκε να ξαναδημιουργήσει δι' αυτού το ίδιο αποτέλεσμα, τη γένεση. Γιά τον κρίνο ήταν ένα παιχνιδάκι, πολύ πιό απλό σε σχέση με τη μαγική δύναμη που τον έκανε να φύεται. Και φυσικά δεν λάμβανε καθόλου υπ' όψιν του τις "παραγγελιές". Στερεότυπα κάθε χρόνο έδινε ίδιο προγραμματισμό κι' είχε το ίδιο αποτέλεσμα. Ασχετο αν αι βουλαί του υψίστου- έτσι τον έλεγε ήταν πολύ πιό ψηλός απ' τον κρίνο- ποθούσαν κάτι διαφορετικό. Δεν τον πολυχώνευε τον ξενόφερτο γιά να του κάνει τα χατήρια. Νόμιζε πως η γένεση ήταν κάτι σπουδαίο, η φύση όμως ήταν πολύ πιό ισχυρή -του τόδειχνε κάθε χρόνο.

Οπως η μύγα προσπαθεί μάταια να περάσει μέσα απ’ το τζάμι έτσι και το διαφορετικό αποτέλεσμα δεν ερχότανε παρά τις δυό χιλιάδες και βάλε επαναλήψεις. Ούτε καν στο φύλο, κόντρα στις στατιστικές. Αυτός επέμενε, άρχισε να σκέφτεται την ολοκληρωτική σύγκρουση, το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών. Χρειαζόταν κάτι οπωσδήποτε να βγει απ’ το αδιέξοδο.
Ο κρίνος σκεπτότανε πολύ αργά γιά τα δικά μας δεδομένα. Μόνο τυχαία όμως δεν έλαβε το όνομά του, τόσο κοντά στο κρίνω. Δεν ήταν πολεμοχαρής για να του κάνει την χάρη, βρήκε μιά λύση να ησυχάσει. Τούδωσε μιά μέρα το χρόνο να γιορτάζει τη γένεση. Ολες τις άλλες γιόρταζε η Φύση.

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Το μπλόκο της Κοκκινιάς


Η αιτιολογία των γεγονότων της παρακάτω εξιστόρησης είναι φανταστική

Το κοριτσάκι απάντησε ευγενικά στην ερώτηση του ηλικιωμένου που έσερνε τα πόδια του σε κάποιον δρόμο της Νίκαιας :
 - Δεν ξέρω που ακριβώς αλλά για τον Πειραιά θα έχει στάση σ' αυτόν τον δρόμο, περνάνε από δω το 800 και το Β14. μόνο που για να πάτε προς Πειραιά πρέπει να το πάρετε από την αριστερή πλευρά του δρόμου.
Ο ηλικιωμένος ευχαρίστησε το κοριτσάκι και συνέχισε την πορεία του παράλληλα με αυτό. Μετά από λίγο ένοιωσε ένα κύμα οδύνης να τον πνίγει, τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και μακρόσυρτοι λυγμοί άρχισαν να τον ταράζουν. Το κοριτσάκι ανήσυχο έτρεξε κοντά του :
- Είστε καλά ;
- Ναι παιδί μου, απλά ήρθε στη θύμισή μου ένα παλιό γεγονός σ' αυτή την γειτονιά. Τριακόσιοι και βάλε νεκροί και κάμποσες χιλιάδες αιχμάλωτοι στο Χαϊδάρι ήταν τα θύματα.
- Α, λέτε για το μπλόκο της Κοκκινιάς, κάτι μας έχουν πει γι αυτό στο σχολείο.
- Κανένας όμως δεν ξέρει την πραγματική αιτία γι αυτό το κακό, ίσως είμαι ο τελευταίος που την ξέρω.
- Πως κι έτσι ;
- Ηξερα κάποια γερμανικά και δούλευα στο γερμανικό φρουραρχείο...
- Και ;
- Ξέρω την αιτία που ξεκίνησε αυτό το κακό
- Ποιά ήταν ;
- Η συνηθισμένη, cherchez la femme ( σερσέ λα φαμ)
- Δηλαδή ;
- Αναζητήσατε τη γυναίκα. Ολα για μια γυναίκα γίνονται, για μια γυναίκα ζούμε...
-  Πέστε μου την ιστορία σας παρακαλώ.
- Εντάξει.
Ο γεράκος κάθησε στα σκαλοπάτια ενός σπιτιού και το κοριτσάκι βολεύτηκε δίπλα του.
- Ητανε μια γυναίκα όμορφη και παντρεμένη μ' έναν έλληνα. Ηξερε κι αυτή λίγα γερμανικά κι έπιασε δουλειά στο φρουραρχείο μαζί μου. Είμαστε τυχεροί όσοι δουλεύαμε εκεί γιατί εκτός από λεφτά είχαμε πρόσβαση και σε τρόφιμα που τότε τάβρισκες μόνο στην μαύρη αγορά. Οπως ήταν φυσικό ο διοικητής της έκανε τα γλυκά μάτια. Αυτή το είπε στον άντρα της κι αυτός άφησε να εννοηθεί πως θα ήταν καλύτερα να μη τον απογοητεύσει γιατί που θα βρίσκανε λεφτά και τα τρόφιμα αν θύμωνε και την έδιωχνε. Εβαλε και το φαΐ των παιδιών της στην ζυγαριά του. Είχαμε γίνει φίλοι και μου τάλεγε εμένα τα παράπονά της.
Η γυναίκα δεν του είπε τίποτε αλλά σιχάθηκε τον άνδρα της βαθύτατα και μετά από λίγες μέρες ενέδωσε στις απαιτήσεις του γερμανού. Αισθανόταν πνιγμένη συναισθηματικά με τον γερμαναρά κι αναζητώντας διέξοδο της γνώρισα και τα έφιαξε μ' έναν παντρεμένο φίλο μου, αντιστασιακό. Μ' αυτόν συναντιότουσαν στα κρυφά τα μεσημέρια, απ' όπου πέρναγε μετά την δουλειά της και πριν πάει στο σπίτι της, σ' ένα κρησφύγετο της οργάνωσής του. Ο ίδιος κυκλοφορούσε μόνο τη νύχτα γιατί ήταν καταζητούμενος ενώ η σύζυγός του νόμιζε πως πολεμούσε στα βουνά. Η γυναίκα προσπαθώντας να βρει συναισθηματική ισορροπία δέθηκε περισσότερο απ' όσο έπρεπε με τον αντιστασιακό και ο γερμανός, που ενδιαφερόταν γι αυτήν περισσότερο από τον σύζυγό της, κάτι ψυλλιάστηκε. Εβαλε να την παρακολουθήσουν κι έμαθε όλα τα καθέκαστα με το νι και με το σίγμα.
Μυστήρια ράτσα αυτοί οι γερμανοί. Κακοί και σατανικά εκδικητικοί. Ο διοικητής μόλις έμαθε πως ο εραστής της δεν κυκλοφορούσε την μέρα κατάστρωσε ένα διεστραμμένο σχέδιο για να τον βγάλει από την μέση χωρίς να φανεί πως εκδικείται την ερωμένη του για τις απιστίες που του έκανε. Με το χάραμα της μέρας περικύκλωσε όλη την γειτονιά του κρησφύγετου και με τις ντουντούκες υποχρέωσε όλους τους άνδρες να παρουσιασθούν σε μια πλατεία. Για όσους δεν βγήκαν από το σπίτι τους η διαταγή ήταν μία : εκτέλεση επί τόπου. Ο αντιστασιακός ήταν ένα από τριακόσια τόσα θύματα εκείνου του πρωινού. Ποιός ξέρει πόσοι ακόμα χάθηκαν στο στρατόπεδο στο Χαϊδάρι όπου πήγανε όσους  από τους συγκεντρωμένους στην πλατεία έδειχναν οι κουκουλοφόροι ταγματασφαλίτες στους γερμανούς. Τόσος κόσμος χάθηκε άδικα για τα ξεπορτίσματα μιας γυναίκας.
- Και γώ...γυναίκα είμαι !
- Το βλέπω...γι αυτό να ξέρεις κόρη μου, μέχρι δυο είναι δεσμός, το πιο πάνω χαλασμός, λέει ο σοφός λαός.

 Η εξιστόρηση είχε ηρεμήσει τον γεράκο από την κρίση που πέρασε. Το κοριτσάκι τον κοίταξε κι ανασηκώνοντας τους ώμους του έστριψε στη γωνία


Τρέξε μανούλα όσο μπορείς
τρέξε για να με σώσεις
κι απ’ το Χαϊδάρι μάνα μου
να μ’ απελευθερώσεις
Γιατί είμαι μελλοθάνατος
και καταδικασμένος
δεκαεφτά χρονών παιδί
στα σίδερα κλεισμένος
Απ’ την οδό του Σέκερη
με πάνε στο Χαϊδάρι
κι ώρα την ώρα καρτερώ
ο Χάρος να με πάρει
Να δεις του Χάρου το σπαθί
μανούλα πως τα φέρνει
αχ και την ζωή του καθενός
μάνα πώς θα την παίρνει

Στίχοι: Μάρκος Βαμβακάρης

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Τζίνα


(συνιστάται η παρακολούθηση του βίδδεο πριν την ανάγνωση)

Η Τζίνα βγαίνοντας από το σπίτι της είδε στο απέναντι πεζοδρόμιο το αυτοκίνητό της. Δεν σκόπευε να το πάρει αλλά το μάτι της έπεσε στον καθρέπτη του συνοδηγού, δεν ήταν διπλωμένος. Η Τζίνα θυμόταν καλά πως τον είχε κλείσει όταν βγήκε από το αμάξι της. πάντοτε πρώτα τον έκλεινε και μετά κλείδωνε το αυτοκίνητό της, ήταν παλιά συνήθεια. Σκέφτηκε να τσεκάρει αν το αυτοκίνητο ήταν κλειδωμένο για να διαπιστώσει αν ήταν δική της αφηρημάδα ή κάποιος της είχε βγάλει τον καθρέπτη από την θέση της. Κατέβηκε από το πεζοδρόμιο και προχώρησε κάθετα στον δρόμο. Την ίδια στιγμή ο Παρασκευάς πατώντας το φρένο έπιασε εύκολα πάτωμα, κάποιο σωληνάκι είχε τρυπήσει. Κορνάρησε αλλά ήταν αργά. Το αυτοκίνητο βρήκε το σώμα της Τζίνας χωρίς να στριγγλίσουν τα φρένα, μόνο το ξερό γκουπ της πρόσκρουσης ακούστηκε. Λίγο μετά ήχος από τσαλακωμένες λαμαρίνες και σπασμένα γιαλιά ακολούθησαν την πορεία του αυτοκινήτου προς μια κολώνα, με τον Παρασκευά στην θέση του οδηγού. Η ζώνη προστατεύει σε προσκρούσεις μέχρι  κάποια χιλιόμετρα την ώρα, ο Παρασκευάς ήταν γρήγορος οδηγός.

Η Τζίνα έμενε σε κάποιο προάστειο της Μασσαλίας εδώ και κάποια χρόνια. Είχε εγκαταλείψει Ελλάδα, σύζυγο και παιδιά ακολουθώντας κάποιο περιθωριακό συγκρότημα που έπαιζε ένα μπερδεμένο είδος μέταλ μουσικής. Της είχε κλείσει το μάτι ο ντράμερ, ήπιε και κάτι χαπάκια και βρέθηκε να κάνει τουρνέ από χωριό σε στάνη στις μεσογειακές χώρες. Η Τζίνα νόμισε πως κτύπησε φλέβα και συνήλθε απότομα όταν ο ντράμερ την παράτησε σύξυλη γιατί αποφάσισε να δοθεί στον ομοφυλόφιλο έρωτα και του ήταν εμπόδιο. Η επιστροφή στα πάτρια εδάφη και την οικογένεια της φαινότανε πιο δύσκολη από την προσαρμογή της στο γαλλικό έδαφος, ήξερε και πέντε γαλλικά από το λύκειο. Παιδεύτηκε λίγο μέχρι που βρήκε ένα ζευγάρι ελληνοαμερικανούς  που την προσέλαβαν εσωτερική να φροντίζει το σπίτι και το καθυστερημένο παιδί τους. Είχε όμως καθημερινή έξοδο το απόγευμα κι ένα ρεπό την εβδομάδα. Δεν ήταν κι άσχημα, αν δεν υπήρχαν και οι σεξουαλικές απαιτήσεις του κυρίου θα ήταν εξαιρετικά. Γρήγορα κατάλαβε πως δεν μπορούσε να επενδύσει περισσότερο σ' αυτές από το να διατηρήσει την δουλειά της και νάχει κάποιες λογικές αυξήσεις μισθού. Στην αρχή δεν της ήταν τόσο ενοχλητικός ο κύριος αλλά τελευταία είχε φιάξει μια σχέση. Βγαίνανε μαζί στο εβδομαδιαίο ρεπό της και δεν ήθελε πια να ικανοποιεί τα γούστα του αφεντικού της, μια που με τον φίλο της την έβρισκε ιδιαίτερα στο κρεβάτι. Επρεπε να βρει έναν τρόπο να του το ξεκόψει χωρίς να χάσει την δουλειά της. Αυτό την απασχολούσε συνέχεια, τόσο που δεν πρόσεξε το αυτοκίνητο του Παρασκευά καθώς διέσχιζε τον δρόμο.

Κι ο Παρασκευάς ένα πρώην ρεμάλι ήταν. Είχε καταταγεί στην Λεγεώνα των Ξένων και είχε πολεμήσει στην Αφρική για διάφορους φύλαρχους. Ηταν τόσο μπερδεμένος που δεν ήξερε για ποιόν πολεμούσε. Το μόνο που είχε μάθει ήταν να σκοτώνει πριν τον σκοτώσουνε, ήταν ο κανόνας στον εμφύλιο πόλεμο της μαύρης ηπείρου. Τελείωσε με την λεγεώνα όταν κάποτε μετά από μια φοβερή σφαγή σ' ένα χωριό που υπεράσπιζε, ψάχνοντας κρυψώνα χώθηκε σε μια μικρή αποθηκούλα μέχρι να φύγουν τα αντίπαλα στρατεύματα. Οταν έκανε να φύγει ένα μικρό χεράκι τον τράβηξε πίσω. Ενα υπερβολικά αδύνατο κοριτσάκι τεσσάρων-πέντε ετών ξεφύτρωσε από το πουθενά και τον κοίταζε με τα πελώρια μάτια του. Επρεπε να διασχίσει την ζούγκλα χωρίς να γίνει αντιληπτός για να ξαναβρεί την μονάδα του, πράγμα αρκετά δύσκολο μόνος του και σχεδόν αδύνατο έχοντας ένα μικρό παιδί μαζί του, Το κοριτσάκι τον κοίταζε επίμονα σαν να του έλεγε τι θα συμβεί αν έπεφτε στα χέρια των εχθρών της φυλής του. Ηξερε και το είχε δει πολλές φορές. Πήρε την απόφαση του και σκότωσε το μικρό κοριτσάκι πριν φύγει μόνος του. Τα κατάφερε να βρει την μονάδα του και γύρισε στην Γαλλία όπου ανέλαβε την φύλαξη του ελληνικού προξενείου στην Μασσαλία. Για πολύ καιρό δεν μιλούσε σε άνθρωπο, μόνο τελευταία είχε φιάξει μια σχέση με κάποιαν που περιέργως ξέχναγε συνέχεια το όνομά της αλλά τα πήγαινε καλά μαζί της και σκόπευε να της ζητήσει να μονιμοποιήσουν την σχέση τους. Πίστευε πως το μικρό ελάττωμά του να μην θυμάται το όνομά της δεν ήταν εμπόδιο αλλά δεν ήταν σίγουρος για την απάντησή της.

Λένε πως στις τελευταίες στιγμές του ο άνθρωπος βλέπει το φιλμ της ζωής του με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Στην Τζίνα δεν συνέβαινε αυτό. Καταλάβαινε βέβαια πως πέθαινε αλλά είχε επικεντρωθεί στην τελευταία έξοδό της σ' ένα μπιστρό με τον φίλο της. Θυμότανε πως της ζητούσε να προχωρούσαν τον δεσμό τους περισσότερο αλλά εκείνη το έβλεπε πιο ελαφρά, ήταν χαρούμενη που ήταν έτσι μαζί του και συνέχεια γέλαγε. Προσπάθησε να γυρίσει το κεφάλι για να δει το αυτοκίνητο που την κτύπησε αλλά δεν τα κατάφερε. Εσβησε μ' ένα χαμόγελο στα χείλη.

Ο Παρασκευάς αντίθετα βρέθηκε σε θέση τέτοια ώστε η γυναίκα που ξεψυχούσε να είναι στο οπτικό πεδίο του. Και το δικό του φιλμ  ζωής περιορίστηκε στην τελευταία έξοδο με την φίλη του σ' ένα μπιστρό. Την φανταζότανε  να γελά χαρούμενη και δεν θυμότανε το όνομά της μα και την ίδια στιγμή την έβλεπε μέσα στα αίματα. Λίγο πριν το τέλος του συγκεντρώθηκε και μια κραυγή βγήκε από το στόμα του :
- Τζίνα !


(αυτό το βιδδεο είναι προαιρετικό)

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Η αλήθεια για την Εύα

 οι κάπως φανατικοί με τα θρησκευτικά το διαβάζουν υπ' ευθύνη τους


Ολοι μας ξέρουμε για τον Αδάμ και την Ευα, τον όφι, το μήλο και την αμαρτία για την οποία κατηγορούμε την Εύα που μας έβγαλε από τον παράδεισο. Βολική εξήγηση για τους φαλλοκράτες, μόλις ήρθε στα πράγματα η πατριαρχική κοινωνία, βόηθησε λίγο και ο εγγενής χαρακτήρας τη γυναίκας, κανανε την εξήγηση θρησκεία και καθαρίσανε. 
Εγιναν όμως έτσι τα πράματα ;
Κατ' αρχήν στη Γένεση δεν αναφέρεται πουθενά ο παράδεισος, λογικό γιατί παράδεισος είναι η Φυση και από την Φύση έγινε ο θεός και ο άνθρωπος. Ο θεός κι ο άνθρωπος είχαν τότε το χάρισμα της γένεσης, πρώτα φύεται κάτι κι ύστερα γεννά, καρπίζει, βέβαια ο θεός ήταν ένα σκαλοπάτι πιο πάνω. 
Ας δούμε μια άλλη άποψη :

Γεν. 1,1             Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.
Γεν. 1,2             ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος, καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος.
Γεν. 1,3             καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς.  
Γεν. 1,4             καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους.  
Γεν. 1,5             καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία.

Εδώ μας τα χαλάει λιγουλάκι μια που νύχτα δεν υπάρχει παρά μόνο στη γη κατά την περιστροφή της, άρα πρώτα ήταν το φως 
 και μετά ήρθε το σκοτάδι κι ας λέει ό,τι θέλει το 1.2 της Γένεσης. Το μη αξιόπιστο εδώ μας πονηρεύει και για την περίπτωση της Εύας.

Στον Παράδεισο λοιπόν ο θεός είχε πάρει την αποκλειστικότητα στις κατασκευές βουνών και λαγκαδιών ενώ ο Αδάμ με την Εύα είχανε στήσει το σπιτικό τους και την περνάγανε ζάχαρη. Εκανε καμιά βολτίτσα ο Αδάμ, μάζευε τα φρούτα της ημέρας, έπλενε τα πιάτα το Ευάκι, μοιραζότουσαν τις οικιακές δουλειές σκούπισμα, ξεσκόνισμα και το βράδι τηλεόραση αγκαλιά και απονήρευτα. Ετυχε όμως ένα βράδυ να δούνε κάτι τσόντες, φιάχτηκε ο Αδάμ, περίεργη η Εύα, είπανε να το δοκιμάσουνε κι όπως τα μέτρησε εκείνος ο μάντης ο Τειρεσίας, να μια χαρά ο Αδάμ, εννιά φορές μεγαλύτερη η Εύα.
Εδώ αρχίσανε τα δύσκολα γιατί πρωτόπλαστοι ήτανε, δεν ξέρανε πολλά πράγματα, του Αδάμ φαινότανε, της Εύας έπρεπε να σκύψεις για να το δεις, συμφωνήσανε πως του Αδάμ είναι το πιο σπουδαίο μια που άλλαζε σχήμα και μέγεθος. Είδε όμως η Εύα πως αυτό δεν δούλευε πάντα, κουραζότανε και την έπιασε το δήθεν φιλότιμο " Αδαμούλη, άσε τις οικιακές δουλειές, θα τις κάνω εγώ, εσύ να μην κουράζεσαι" 
Του καλάρεσε αυτό του τύπου και σε λίγο  της ανέθεσε και την συλλογή των φρούτων " Ευάκι, εσύ ξέρεις καλύτερα από μένα να διαλέγεις τα ώριμα"  και τόριξε  στην τηλεόραση και το ανατοληλίκι, ξάπλα, μάσα και διαταγές, δόστου "Ευάκι αυτό" και "Ευάκι το άλλο". Κι από το άλλο που της άρεσε, όποτε του έκανε κέφι, αλλιώς "νοιώθω κουρασμένος αγάπη μου, θα μου λείπουν βιταμίνες, άσε, μιαν άλλη φορά"
Το Ευάκι ξινίστηκε. Εκανε τόσες θυσίες τσάμπα και βερεσέ, καλύτερα πέρναγε πριν του αποκαλύψει ποιά ηταν η πηγή της ευτυχίας της. Αρχισε να χάνει το κέφι της, να παραμελεί τις δουλειές της και μια μέρα που βαριότανε να σιδερώσει καλά το φύλλο συκής του Αδάμ, πέρασε ο θεός κι ειδε τα καμπανέλια του Αδάμ να κρέμονται από κάτω. Την κατσάδιασε την Ευούλα σαν ακαμάτα και τους έριξε από δέκα μέρες νηστεία. Κι όταν λέμε νηστεία εννοούμε από την παλιά, όχι μονάχα στο φαγητό...
Αυτό ήταν βαρύ για την Εύα. Κανείς να μην της αναγνωρίζει τίποτε απ όσα έκανε και να μένει κι απότιστη από πάνω, παραπάει.
Αρχισε να το σκέπτεται.
Το θηλυκό μυαλό της γένησε τον όφι, μακρύ και παιχνιδιάρη κάτι να της θυμίζει κι ο όφις σαν καλό παιδί ανέλαβε το μάζεμα των φρούτων, να ταΐζει την μανούλα του αγνοώντας την απαγόρευση. Μόνο που σαν μικρός και άβγαλτος έκανε φασαρία όταν της πήγε κάτι μήλα, τους είδε ο θεός, τσαντίστηκε που παραβίασε την νηστεία και την έδιωξε από τον παράδεισο μια που είχε την πρωτοκαθεδρία και την εξουσία γι αυτό. Ζήλευε λίγο τις χαρές των ανθρώπων αλλά έστειλε και τον Αδάμ μαζί της γιατί μόνο του και μαγκούφη δεν ήθελε ουτε να τον βλέπει, ειδικά με ασιδέρωτο το φύλλο-εσώρρουχό του. Και το χάρισμα της γένεσης το αφαίρεσε από το μυαλό της και το περιόρισε στην διαιώνιση του είδους και με ωδίνες για τιμωρία.
Ευτυχώς δηλαδή γιατί αλλιώς δεν θα γενιόμαστε εμείς αλλά πέστε μου είσαστε σίγουροι πως έφταιγε η Εύα γι αυτό ;






 

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015

Το πιατάκι





Το Λελουδάς ή Λελούδας ήταν μάλλον παρατσούκλι αλλά έτσι ήταν γνωστός στα μπιλιαρδάδικα. Ψηλός, λεπτός, με σκληρά χαρακτηριστικά και μαλλί "κομοδινέ" από το βάψιμο, ζούσε από τα στοιχήματα στο μπιλιάρδο κι επειδή ήταν αρκετά γνωστός για την τέχνη του στο αμερικέν ελάχιστοι αντίπαλοι απληροφόρητοι υπήρχαν  στο γαλλικό, οπότε αναγκαζόταν να παίζει σε κατά κάποιο τρόπο μικτά παιχνίδια όπου χρειαζόταν και τύχη εκτός από ικανότητα, Ενα τέτοιο ήταν το (απαγορευμένο) πιατάκι, δηλαδή κάθε παίκτης προσπαθούσε να κάνει καραμπόλες χωρίς καμία μπάλλα να κτυπήσει ένα πιατάκι από φλιτζάνι καφέ που βρισκότανε ακριβώς στο κέντρο του μπιλιάρδου. Υπήρχε ένα αρχικό ποσό για κάθε διαγωνιζόμενο -συνήθως 10 δραχμές- και κάθε φορά που κάποια μπάλλα ακούμπαγε το πιατάκι ο υπαίτιος πρόσθετε ένα δίφραγκο στον κουμπαρά. Νικητής ήταν όποιος έκανε τρεις ή τέσσερις καραμπόλες σερί, ανάλογα με την δυναμικότητά του. Ο Λελουδάς έπαιζε για 7 σερί όπου δεν τον ξέρανε καλά και για 8 όπου τον ξέρανε.

Η Ρεγγίνα ήταν ένα ιδιόμορφο πολυεπίπεδο σφαιριστήριο, Στα υπόγεια είχε ποδοσφαιράκια και πιγκπόγκ, στο ισόγειο σουβλάκια και μπιλιάρδα για αρχάριους και στον εξώστη τα καλά μπιλιάρδα. Η διεύθυνση τα είχε βρει με τις αρχές της περιοχής και ήταν το καταφύγιο αρκετών πιτσιρικάδων που έτρεμε το φυλλοκάρδι τους στα άλλα σφαιριστήρια μη τους πιάσουν γιατί απαγορευόταν στους κάτω των 18. Υπήρχαν βέβαια κάποιες προϋποθέσεις για να άφηνε τον πιτσιρικά το κατάστημα, να μην είναι ώρα σχολείου και να είναι σε γνώση της οικογένειάς του.
Αλήτες δεν υπήρχαν στην Ρεγγίνα, με το που εμφανιζότουσαν μαυραγορίτες εισιτηρίων, λαθρέμποροι αμερικάνικων τσιγάρων  και άλλα μπουμπούκια για στοιχήματα σε ποδοσφαιράκι, το αφεντικό τους έδιωχνε αμέσως με την απειλή της αστυνομίας, Απο τη άλλη δεν αποθάρρυνε τα στοιχήματα αλλά πάντοτε στους σταθερούς πελάτες του και στα πλαίσια του καλώς αγωνίζεσθαι.

Λογικό ήταν κάποια εποχή ο Λελουδάς να ρίξει άγκυρα στην Ρεγγίνα και να βγάζει τα προς το ζην από το πιατάκι. Πολλές φορές ώσπου να μαζευτούν όλοι οι στοιχηματίες, οι πρώτοι έπαιζαν καμιά παρτίδα γαλλικό τετράδα να περάσει η ώρα, η παρουσία του Λελουδά ήταν καταλυτική βέβαια σ' αυτήν αλλά κανένας δεν έδινε σημασία γιατί το ποσό που θα πλήρωνε η χαμένη δυάδα για το μπιλιάρδο ήταν ασήμαντο μπροστά στον τζόγο που θα επακολουθούσε. Πιο πολύς κόπος ήταν η πορεία προς το ταμείο στο ισόγειο που έκαναν οι χαμένοι παρά το ποσό.

Κάποιο απογευματάκι, ώσπου να μαζευτούν όλοι ο Λελουδάς διάλεξε έναν πιτσιρικά κι ο Σάκης -ένας έμπειρος παίκτης- έναν άλλο και ξεκινήσανε μια παρτίδα στα πέντε κορδόνια (100 καραμπόλες) να περάσει η ώρα ώσπου ν' αρχίσει το πιατάκι. Οι παίκτες δεν ερχότουσαν κι ο Λελουδάς έκανε "καθυστέρηση" δηλαδή δεν τελείωνε το παιχνίδι ενώ μπορούσε μια που δεν είχε ακόμα κόσμο για τζόγο. Για την παρτίδα δεν ανησυχούσε, ήτανε καμιά σαρανταριά καραμπόλες μπροστά. Ο πιτσιρικάς της άλλης δυάδας είχε αποδεχθεί την ήττα του και τράβαγε κάποιες ανοιχτές καραμπόλες χωρίς να μετράει. Απλά σφύριζε μονότονα το "Warm", ένα τραγούδι που το είχε βαπτίσει έτσι από τις  δυο-τρεις φορές που το άκουσε στο ράδιο και δεν μπορούσε να το βρει σε δίσκο ούτε ο γείτονας του, ο Γιάννης Πετρίδης. Η ώρα πέρναγε, το σφύριγμα συνεχιζότανε μέχρι που κάποια στιγμή ο Σάκης γελώντας είπε στον πιτσιρικά " Σταμάτα πια, 42 έκανες, νικήσαμε ! " Από πείρα ήξερε πως αν έλεγε στον πιτσιρικά "άντε, κάνε δυο-τρεις ακόμα και τους φάγαμε" το πιθανότερο θα ήταν να τον έπνιγε το άγχος.


Η διαδρομή του Λελουδά προς το ταμείο ήταν μοναδική και ιστορική. Υπήρχε μια ικανοποίηση του πλήθους για την αποκαθήλωση  ενός θρύλου-ισχυριζόταν πως δεν είχε πληρώσει ποτέ το μπιλιάρδο που έπαιζε- αλλά εκείνο που τον τσάκιζε ήταν το ειρωνικό βλέμμα του μαγαζάτορα, σαν να εκδικήθηκε για τα τόσα φράγκα που είχε κερδίσει από τους πελάτες του.
Οι τζογαδόροι δεν μαζεύτηκαν,δεν παίχτηκε πιατάκι, ο θριαμβευτής πιτσιρικάς έφυγε κι ο Λελουδάς ρώτησε τον μαγαζάτορα πως λέγανε τον πιτσιρικά που του έκανε τέτοια κασκαρίκα. Ο μαγαζάτορας ήξερε αλλά είπε απλά στον Λελουδά :
- Δεν ξέρω, οι φίλοι του όμως τον φωνάζουν Τζι.





Κυριακή, 2 Αυγούστου 2015

Η (παρα)μόρφωση του μανάβη



Η λέξη μανάβης αρχικά αναφερότανε σ' αυτόν που πούλαγε φρέσκα προϊόντα, λαχανικά ή ψάρια. Οι παλιοί ψαράδες παρέδιδαν την ψαριά τους στον μανάβη που αναλάμβανε να την διαθέσει. Δεν ήταν εύκολη δουλειά γιατί πάγος και ψυγεία δεν υπήρχαν άρα η πραμάτεια έπρεπε να φύγει γρήγορα, πριν αρχίζουν να μυρίζουν τα ψάρια. Κάπως πιο εύκολη ήταν η δουλειά του αν πούλαγε ζαρζαβατικά και φρούτα, οπότε είχε όλη την μέρα περιθώριο αντί για τις λίγες ώρες του ιχθυοπώλη.
Ο μανάβης έπρεπε να είναι αητός, να ξέρει να πουλήσει κι όχι να περιμένει τον πελάτη να αγοράσει. Ηταν η διαφορά που χαρακτήριζε μια εποχή, ο αεικίνητος και ετοιμόλογος μανάβης και ο χοντρός μπακάλης, καθισμένος με την ποδιά του στο ταμείο, ήρεμος πως αν δεν αγοράσεις ρύζι σήμερα, θα το αγοράσεις αύριο, ενώ το αύριο δεν υπήρχε για τον μανάβη αν δεν έδινε την πραμάτειά του,
Ο μανάβης ήταν και αητός στους υπολογισμούς της τιμής με το μυαλό ενώ ο μπακάλης χρησιμοποιούσε μολύβι και τεφτέρι με ύφος δασκαλίστικο.

Σήμερα με τα ψυγεία και τα κομπιουτεράκια ο καθένας μπορεί να κάνει τον μανάβη στις λαϊκιές και τον μπακάλη στα σούπερμάρκετ το μόνο προσόν που ίσως χρειάζεται στην πραγματικότητα είναι το μόνιμο χαμόγελο. Πλην όμως κάτι η οικονομική κρίση που δυσκόλεψε την πώληση ειδών που δεν είναι στα απολύτως απαραίτητα ή ανήκουν στα ακριβά ανάγκασε τους πωλητές να μπουν σε ξένα χωράφια αυτά της επιμόρφωσης, η οποία είναι πάντοτε ευπρόσδεκτη εφ' όσον όμως προϋπάρχει η μόρφωση.

Στην λαϊκή που πηγαίνω σπάω πλάκα μ' έναν μανάβη που όποιο προϊόν του πρωτοβγεί στον μπάγκο το διαφημίζει σαν ... όψιμο. Και προσθέτει μετά με ύφος ειδήμονα " Πρώτης κοπής !! "
Περισσότερο όμως μου αρέσει το στυλ ενός ψαρά με παραγάδια αφρού που πιάνει τόνους και ξιφιούς. Τα ψάρια τεμαχίζονται και χωρίζονται σε φέτες ολοστρόγγυλες από την ουρά και φεγγαροειδείς από την κοιλιά που αναπαύονται μέσα σε τρίμματα από πάγο περιμένοντας τον αγοραστή. Είναι θέμα αν έχει πάρει απολυτήριο από νηπιαγωγείο.
- Εχουν ίδια τιμή από την ουρά κι από την κοιλιά ; ρωτάει η κάποιας ηλικίας πιθανή πελάτισσα
-Ναι, κυρία μου.
- Και ποιά κομάτια είναι πιο καλά ;
- Κοιτάξτε, στο φαΐ είναι καλύτερη η ουρά, στην υγεία όμως είναι καλύτερα τα κομμάτια της κοιλιάς γιατί έχουν περισσότερα ω-λιπαρά !!

Τουλάχιστον ο γύφτος που αντικατάστησε με το ντάτσουν του τον πλανόδιο με το γαϊδαράκι διατηρεί την αυθεντικότητά του.

Από την άλλη συνειδητοποιώ την οικονομική κρίση όταν βλέπω τον Μ., ιδιοκτήτη ανεμότρατας να γυρίζει το χωριό με το (πολυτελέστατο) βανάκι-ψυγείο του για να πουλήσει κάποια κιλά γάβρο Οταν άραζε η τράτα κάποτε γινότανε χαμός από παρακάλια για λίγες γαρίδες και καραβίδες ΠΡΙΝ πέσει επάνω τους το βορικό για να μη μαυρίζουν κι ο πάγος για την μεταφορά τους. Το πούλημα στην λιανική είχε τριπλάσια τιμή από την χοντρική και το μεροκάματα του Μ. ηταν τετραψήφιο.
- Αστα φίλε, δεν έχει λεφτά ο κόσμος να αγοράσει καλό πράμα, γάβρο και σαρδέλλα να βγαίνει το μεροκάματο.

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

Ο Αμερικάνος

από τιος εφημερίδες...

Ενας Αμερικάνος...Φαραώ μετά από 37 χρόνια κατάφερε να κατακτήσει τις τρεις πολυτιμότερες κούρσες της Αμερικής, το θρυλικό Triple Crown

American Pharoah


από τον Βενάρδο τον ερημίτη αντιγράφω...

 Αμερικάνος ήταν το παρατσούκλι που πήρε αβίαστα όταν αποφάσισε, στα 55 του, να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη από την Νέα Υόρκη όπου πήγε πιτσιρικάς, σκάρτα είκοσι παρατώντας εδώ σπουδές και οικογένεια.
Μαθημένος σε άλλον τρόπο ζωής χρησιμοποιούσε πολλές φορές την φράση "εσείς οι Ελληνες" θέλοντας να τονίσει την διαφορά νοοτροπίας και όχι την φυλετική. Εκδήλωνε αρκετές φορές αυτή την ειδοποιό διαφορά όταν έψαχνε στο τηλέφωνο ή δια ζώσης τον υπεύθυνο για κάποιες από τις συνηθισμένες τρελλές αποφάσεις των κρατούντων που φυσικά είχαν συχνά σαν αποτέλεσμα την απόσυρση ή την αδράνεια ή και ακόμα το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα όπως π.χ. το κίνητρο της εθελουσίας εξόδου των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ που επιβάρυνε σημαντικά το Δημόσιο αντί να το ελαφρύνει.
"Πρέπει να επιστρέψουν τα λεφτά αυτοί που τα πήραν αλλιώς δεν θα μπορέσετε να ορθοποδήσετε", έλεγε, "αν δεν τα πάρεις από αυτούς που ευνοήθηκαν παράλογα, δεν πρόκειται να υπάρξει αποδοχή στα μέτρα που πάρθηκαν για την κρίση, ο καθένας θα ζητάει εξαίρεση και με το δίκιο του και στο τέλος θα γίνει μια τρύπα στο νερό".
Με το ίδιο σκεπτικό αντιμετώπιζε  τα προβλήματα με τους γείτονες παραμένοντας μοναχικός αφού κανένας δεν σκεπτότανε το κοινό καλό αλλά μοναχά την πάρτη του. Σιγά-σιγά συνήθισε στην μοναξιά του αφού με ελάχιστες εξαιρέσεις πάλι μοναξιά αισθανότανε με όποιον κι αν συζήταγε. Μόνο με τους παλιούς συμμαθητές του -που ήξερε τον χαρακτήρα τους- συντηρούσε έναν διάλογο, τις περισσότερες φορές  τηλεφωνικό και στο επίπεδο της τότε ηλικίας, ήταν από τα λίγα πράγματα που τον έκαναν να χαμογελά.
Λιγόλογος ποτέ δεν εξιστορούσε τι έκανε στην Νέα Υόρκη  εκτός από το ότι παντρεύτηκε, χώρισε και δεν έκανε παιδιά, βασικός λόγος για την πρώϊμη επιστροφή του. Τα εν Ελλάδι ενδιαφέροντα του ήταν -εκτός από την πολιτική- η γατούλα του και ο τζόγος και συγκεκριμμένα ο ιππόδρομος. Συνηθισμένος στην καθημερινή ιπποδρομιακή εφημερίδα της Αμερικής με την οποίαν μπορούσε να περάσει ολόκληρη την μέρα του μελετώντας, αναζητούσε κάτι αντίστοιχο στην Ελλάδα όπου μόνο κάτι θλιβερά περιοδικά κυκλοφορούσαν- όσο μεγαλύτερη η κυκλοφορία τους, τόσο περισσότερο παραπληροφορούν τον κόσμο, ίδια με τις πολιτικές σας εφημερίδες, έλεγε. Σαν ασκήσεις μνημονικού προσπαθούσε μέσω των γενεαλογικών στοιχείων να αναλύσει τις ελληνικές κούρσες στην αρχή, μετά παρακολουθώντας τις συστηματικά άρχισε να σχηματίζει την δική του άποψη. Δεν ήταν φιλοχρήματος για να τον ενδιαφέρει το κέρδος, αλλά έβλεπε το παιχνίδι του σαν προσωπικό στοίχημα, τρελλαινόταν όταν έχανε. Με το ίδιο σκεπτικό παρακολουθούσε τις διεθνείς μεγάλες ιπποδρομίες και φυσικά πάνω από όλα τις κούρσες του Τριπλ Κράουν. Οπως πολύς κόσμος απογοητευότανε που εδώ και τόσα χρόνια δεν βρισκότανε ένα άλογο να το κατακτήσει. 
Πολύ μικρότερο ήταν το ενδιαφέρον του για το ποδόσφαιρο, αν και έπαιζε καλή μπαλίτσα μικρός.
Ετσι πέρναγε ο καιρός μέχρι που κάποτε τα τηλεφωνήματά του αραίωσαν πολύ, κι ο ίδιος δεν σήκωνε το ακουστικό. Κάποιος από τους ελάχιστους συνομιλητές του ενημέρωσε την αστυνομία. Τον βρήκαν σπίτι του νεκρό από καρδιά.

Καλή του ώρα

++

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Ο ταξιδεμένος (αναδημοσίευση)


.(Απόσπασμα)

Δεν εύρισκε άλλη λέξη από αυτήν να περιγράψει τον εαυτόν του, τις είχε ξοδέψει όλες στις συνανθρώπινες εμπειρίες του. Ετσι «βαρεμένοι» ήσαν όσοι είχαν το λογοτεχνικό ψώνιο και τρελαμένοι όσοι είχαν το μικρόβιο του τζόγου, αλλοπαρμένοι όσοι ναρκισσεύονταν στον καθρέπτη τους, «λεμονισμένοι» όσοι τάβαζαν με όλους και με όλα και κακιασμένοι όσοι αποζητούσαν τις στερήσεις της νιότης τους στα πρώϊμα και τα ύστερα γηρατειά.
Λογικές του φαίνονταν όλες αυτές οι παρεκτροπές από τον πολιτικά ορθό τρόπο ζωής, ήταν όμοιες με μονοπάτια που μπορούσε κάποια στιγμή να επιλέξει κάποιος, σαν βρέθηκε μπόσικος απ' την ανάγκη και θέλησε μ’ ομίχλη και ζαλάδα ν’ αποφύγει τον αδυσώπητο καθρέπτη της πραγματικότητας.
Τελικά ο καθένας τράβαγε τον μοναδικό του δρόμο, δινότανε με πάθος στην επιλογή του κι αδιαφορούσε για τις άλλες πλευρές, καλές και κακές, της ζωής του.
Εκτός από αυτόν.
Γιατί ήταν ο μόνος που γνώριζε πως κανένα από τα κουσούρια του δεν τον χαρακτήριζε, αν ήταν προσόντα θα χαρακτηριζότανε ως «πολυσχιδής», αλλά μιας που μόνο όλα μαζί τον ζωγράφιζαν και μιας που ήταν σαν να περπατούσε σε πολλά μονοπάτια συγχρόνως, μόνο η λέξη ταξιδεμένος θεωρούσε πως μπορούσε να τον αντιπροσωπεύσει.
Την είχε ανακαλύψει ξαφνικά σε μια κρίση επαναπροσαρμογής στην πραγματικότητα του καθώς βημάτιζε στην σαλονοτραπεζαρία . Ηταν μόλις πάτησε το κενό στο πάτωμα που σχημάτιζαν τα δυο χαλιά και βρέθηκε ένα- δυο εκατοστά χαμηλότερα από το προηγούμενο υψόμετρό του. Μπορεί να ήταν τελείως συμβολικό αλλά αισθάνθηκε σε πλήρη επαφή με την γη και την πραγματικότητα. Ηταν σαν να ξεμέθυσε ξαφνικά. Εκανε ένα σύντομο απολογισμό της κατάστασής του, λογοτεχνικά, οικονομικά, αισθηματικά, κοινωνικά και από θέματα υγείας. Αισθάνθηκε να καταρρέει, δεν είχε από κάπου να πιαστεί.Μ’ ένα απελπισμένο βήμα έβαλε τα πόδια του ξανά πάνω στο χαλί και γύρισε στην θολούρα του, αυτή που τον κρατούσε γερά μεσ' στην ζωή.
Ηταν πλέον ένας ταξιδεμένος.

Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Πριν πεθάνει η εκπαίδευση



 Η φωτό από γγουγγλ, ως συνήθως

Την παλιά εποχή στο Βαρβάκειο ήταν αρκετά συχνές οι υποδειγματικές και οι εξεταστικές διδασκαλίες, δηλαδή το μάθημα της ημέρας έκανε κάποιος έμπειρος καθηγητής και παρακολουθούσαν οι νεώτεροι ή κάποιος νέος που κρινότανε από τους υψηλόβαθμους που τον παρακολουθούσανε. Λίγοι οι μαθητές για τα τότε κρατούντα, σαραντάρες ήταν οι τάξεις στα πρότυπα -ενώ στα δημόσια οι εβδομήντα ήταν ο κανόνας- άφηναν αρκετό χώρο πίσω από τους μαθητές για τις καρέκλες των εξεταστών ή όσων είχαν έρθει για την επιμόρφωση. Και στις δύο περιπτώσεις ο διδάσκων έπρεπε να "κερδίσει" την τάξη, να σπάσει δηλαδή τον πάγο της πρώτης του γνωριμίας με τους μαθητές. Το πρόβλημα είχαν βέβαια περισσότερο οι εξεταζόμενοι που θέλοντας να εξασφαλίσουν την συμμετοχή των μαθητών στην παράδοση του μαθήματος, έψαχναν απελπισένα κάποιον μαθητή να πιάσουν τον διάλογο. Η αγωνία τους ήταν έκδηλη, ας μη ξεχνάμε πως τότε υπήρχε η αξιολόγηση και ήταν κυριολεκτικά ζήτημα ζωής και θανάτου, με 36 ώρες εβδομαδιαίο ωράριο αν δεν γίνονταν γυμνασιάρχες να μειωθεί το ωράριό τους, λίγοι προλάβαιναν να απολαύσουν την σύνταξή τους.
Σε μια τέτοια εξεταστική διδασκαλία ο καθηγητής  έπρεπε να "μυρίσει" το επίπεδο δυσκολίας που θα επέλεγε ώστε να συμβαδίζει με τα κέφια της τάξης.  Τα πολύ εύκολα ή πολύ δύσκολα θέματα προκαλούσαν την αδιαφορία των μαθητών και το μάθημα καταντούσε ένας ανιαρός μονόλογος του διδάσκοντος, με ερωτήσεις που κατέληγαν ρητορικές αφού κανένας δεν συμμετείχε. Τότε μερικοί έφταναν στο σημείο να παρακαλούν τους μαθητές, είτε με τα μάτια είτε με τα λόγια, χάνοντας την αξιοπρέπειά τους. Ηταν τραγικό θέαμα αλλά το πλήθος έχει άγρια ένστικτα, ιδίως όταν αποτελείται από πιτσιρικάδες και δεν λυπότανε  εύκολα.

Θυμάμαι κάποιον μαθηματικό που ενώ είχε περιέλθει σε δύσκολη θέση αφού οι ερωτήσεις του πηγαίνανε στον βρόντο, διατηρούσε όλη την ψυχραιμία και την αξιοπρέπειά του και συνεχώς ανέβαζε το επίπεδο της διδασκαλίας του αντί να το χαμηλώσει όπως κάναν οι περισσότεροι σε τέτοιες περιπτώσεις. Το εκτίμησα και άρχισα πρώτος να συμμετέχω στο μάθημα, σε λίγο ακολούθησαν και οι άλλοι μαθητές. Εγινε μια ωραία διδασκαλία κι όταν κτύπησε το κουδούνι με κοίταζε έντονα σαν να ήθελε να με ευχαριστήσει. Λογικά τον ξέχασα αμέσως, το διάλειμμα ήταν πάντα το πιο αγαπημένο πράγμα στο σχολείο.

Τον θυμήθηκα ή μάλλον με θυμήθηκε καμμιά δεκαριά χρόνια μετά όταν σαν φοιτητής στο μαθηματικό είχα επιλέξει τα Παιδαγωγικά σαν μάθημα επιλογής και πήγα στο Πειραματικό να παρακολουθήσω μια-δυό ώρες σαν εργαστήριο. Εγώ δεν τον γνώρισα αλλά αυτός αμέσως με θυμήθηκε και μου το είπε. Σταμάτησε να διδάσκει και πολύ φιλικά κι ευγενικά μου παραχώρησε την θέση του ενώ ο ίδιος κάνοντας τον μαθητή με ερωτήσεις-πάσσες με οδήγησε να βγάλω την άγνωστή μου διδασκαλία στον αφρό, γεμίζοντας με αυτοπεποίθηση για τις διδακτικές ικανότητες μου.  Ηταν μάλλον το καλύτερο ξεκίνημα που μπορούσα να φανταστώ στην διδακτική μου καριέρα !        

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Η φωτογραφία


Η φωτογραφία έμεινε πολύ καιρό αποθηκευμένη στην μνήμη του υπολογιστή αλλά και του μυαλού του. Δεν ήταν πως την είχε ξεχάσει, κάθε άλλο, ήταν...να, που δεν έβρισκε μια ευκαιρία, ένα λόγο για να την ξαναδεί, να την σχολιάσει, να την βάλει στο ράφι που της πρέπει. Ηξερε πως δεν είναι πλέον τυπωμένη στο χαρτί να μπει στο άλμπουμ με τις όμοιες κι ένα τίτλο χαραγμένο στο εξώφυλλο ή στο μυαλό του, η ψηφιακή μορφή, βολική κι απρόσωπη, έκανε πιο δύσκολη την ταξινόμηση.
Ηταν ένα θέμα που εμφανίσθηκε για λίγες μόνο μέρες με την κατεδάφιση κάποιου διώροφου. Από την ταράτσα του κάποιος κάποτε ζωγράφισε έναν ήλιο στον τοίχο του διπλανού σπιτιού που δεν φαινότανε παρά μονάχα απ' την ταράτσα και κάποια μπαλκόνια ψηλότερα και σε σωστή θέση. Ηταν ένας ήλιος σχεδόν ιδιωτικός, με την δική του ομορφιά να μην είναι σε κοινή θέα, αλλά να χαρίζεται σ' αυτόν που ήρθε στην ταράτσα ή την είχε εντοπίσει απο τα λίγα μπαλκόνια που είχαν το προνόμιο. Ηταν το ίδιο όμορφος με την εικόνα μιας γυμνής ερωτευμένης γυναίκας, κάτι γνωστό σ' ελάχιστους και για ελάχιστες στιγμές.
Ο ίδιος ο ήλιος, σχεδιασμένος και χρωματισμένος σε πλήρη αρμονία με τον τοίχο που τον φιλοξενούσε, δεν προκαλούσε, δεν τραβούσε το μάτι, δεν κοίταζε να εκμεταλλευθεί την πρόσκαιρη δημοσιοποίησή του. Είχε αποτυπωμένη την ημερήσια κίνησή του σαν να κολύμπαγε στον ουρανό με σταθερή πορεία. Ο άγνωστος καλλιτέχνης  εκτός από την κίνηση είχε καταφέρει να αποτυπώσει με το χρώμα του και την θερμότητα που μας έστελνε, μετρημένη στην σωστή ποσότητα. Σε λίγες μέρες θα ξεκίναγε η ανέγερση της πολυκατοικίας και θα σκεπαζότανε από ένα στρώμα σοβά μετά από την εφήμερη λάμψη του.
Μπορεί να υπήρξαν κι άλλα λιγότερο ή περισσότερο αριστουργήματα που χάθηκαν στον βωμό του γκρεμίσματος και της ανοικοδόμησης σε εποχές που οι φωτογραφίες δεν υπήρχαν ούτε σαν ιδέα και μόνο διορατικοί ζωγράφοι αποτύπωναν τέτοιες λεπτομέρειες στον καμβά τους. Σήμερα, μαζί με κάθε κινητό υπάρχει και μια κάμερα κι όλοι μας έχουμε γίνει φωτογράφοι και ρεπόρτερ που καταγράφουμε ό,τι κι αν συμβαίνει, καθένας μας κατά το γούστο του και σύμφωνα με όσα η ζωή του φανερώνει. 
Και όλα πιά αποθηκεύονται στην παγκόσμια μνήμη που λόγω του όγκου της ταυτίζεται με την παγκόσμια λησμονιά.